Δευτέρα, 12 Απριλίου 2010

Εσκότωσα




H οργάνωση μου η Pronatura όταν οργανώννει εθελοντικές δουλειές για καθαρισμό άγριων βιοτόπων, αποφεύγει ρητά να το κάμνει μετά τον Φεβράρη.

Μες τον κήπο μου άφηκα έναν κομμάτι στους δικούς του νόμους. Οι ασχολίες εν πολλές, η ώρα λλίη, είμαι τζιαι τύπος που δεν τους αρέσκουν τα συστηματικά πράματα. Ποτζιεί ποδά, έμεινεν πέντε χρόνια ακλάδευτην τούτη η γωνία. Οι βάτοι εσιεπάσαν τα πάντα, έναν κυπαρισσούιν εγίνην κυπαρίσσιν του νεκροταφείου, κάτι καλλωπιστικά θαμνούθκια εγινήκαν δάσούιν.

Σήμμερα είχα πολλήν κάγριν μέσα μου. Σίουρα δεν θα μου έφεφκεν με το να ριλαξάρω. Έπιασα μιαν ππάλα τζιαι αγνωόντας τες υποδείξεις της Pronatura έδωκα μέσα. Τάκκα, ττούκκου, έφκαλα βάτους, έφκαλα αρκοτριανταφυλιές, έφκαλα αγγαθθωτές aubepines, έφκαλα κάτι ξένα προς την περιοχή καλλωπιστικά. Έπιασα τζιαι το μωρόν τζιαι επλήρωσα το είκοσι φράγκα την ώραν τζιαι ετράβαν ότι έφκαλλα τζιαι επέτασσεν τα.

Σε κάποια στιγμήν εφώναξεν μου «παπά, έριξες μιαν φωλιάν».

— Έννεν τίποτε. Είπα του. Εν σίουρα περσινή. Εν γλήορα ακόμα να φουλιάσουν οι μαυρότζικλες.

Ύστερα που πέντε λεπτά έφώναξεν μου πάλε. Θκυό μαυροτζικλούθκια ετζιίτουνταν χαμαί τζιαι αννοίαν το στόμαν τους με αγωνίαν. Εριούσαν. Εγυρεύκαν την μάναν τους αλλά ακόμα δεν είχαν δύναμην να κλάψουν. Ή σήμερα, ή εχτές εφκήκαν που τ΄αυκόν.

Τι να κάμω τωρά. Αν ήταν λλίον πιο μιάλα να τα πιάσω να τα νιώσω. Πουλούν σκουλουκούθκια στα ππέτσιοπ τζιαι ίσως να επιζούσασιν. Μιας ημέρας πουλλούθκια, πως να τα ταϊσω. Τζιαι που την άλλην, εν να κάτσω να τα βράζω;

Σε τριάντα δευτερόλεπτα η απόφαση ελήφτην.

— Πήαιννε πέταξε τα ξύλα εσύ, τζιαι εν να τα κανονίσω εγώ. Είδα τον βόρτακον που εκατεύην μες τον βούρκουραν του μωρού.

Έπιασα τα μες τα σιέρκα μου. Ήταν ολόβραστα. Ίσως να εχαρήκαν ότι εξαναήβραν την μάναν τους ή τον τζιύρην τους. Ετρίφουνταν πας τα σιέρκα μου τζιαι αννοίαν το στόμαν τους καρτερώντας σκουλουκούιν. Επήα λλίον τζιει τζιαι επιστράτεψα τες παλιές μου τέχνες που εν ήμουν ακόμα λάτρης της φύσης τζιαι επήαιννα με τον παππού μου στα βερκά. Έστριφα των λαιμόν δεκάδων αμπελοπουλιών σε κάθε στήμαν. Άμαν εν για ξυδάτα δεν πρέπει να τον στρίφεις αλλά να βάλλεις τον μεαλιώναν σου τζιαι να το πνίεις κόφκοντας του τον βούρκουραν χωρίς να κόψεις την πέτσαν. Πριν να προχωρήσω εσκέφτηκα να τα δώκω του κάττου. Εφώναξα του αλλά από ότι μου είπεν ο γιος μου έτρωεν άλλον πουλλούιν έσσω. Πάω λλίον τζιει, τζιαι στο τσάκα να μεν βασανιούνται έκοψα τους τον λαιμόν τους με τον μεαλιώναν μου. Τα κορμούθκια τους εσπαρταρούσαν μες τα σιέρκα μου χωρίς τες κκελούδες. Ένοιωσα έναν ρίγος σαν να τζιαι έφκαλλα την ψησιήν πλασμάτου. Πρώτην φοράν μου ετύχαιννεν. Έβαλα την λογικήν να αναλύσει. Αφού αν δεν τα εσκότωννα, θα τα εμίσαν η μάνα τους τζιαι ήταν να πεθάνουν που την πίναν περνώντας τζιαι τρις ημέρες μαρτύριον. Εγίνην το λάθος να κάτσω να κλαδεύκω λάθος εποχήν, ας μεν πολλαπλασιάζουμεν τες επιπτώσεις.

Έσυρα τα τζιει να τα φάει κανέναν ζώον τζιαι επήα να συνεχίσω την δουλειά μου. Οι τύψεις για την πράξην μου δεν με αφήνναν να σιουρκάσω. Ένωθα σαν να με εδιαπέρασεν η ψυσιή των θκιό νεκρών πουλλουθκιών. Τα γαίματα τους ήταν ακόμα πας τον μιαλίώναν μου.

Σαν εμάχουμουν τζιαι εσυνέχιζα να ταβρώ βάτους τζιαι κάτσαρα εκσέφτουμουν τους Ισραηλήτες που δεν κωλόννουν να κάμουν ανάλογα πράματα τζιαι σιειρόττερα σε παλαιστινούθκια. Πόσην δύναμην πρέπει να έχει η πατρίδα για να σου ναρκώννει το αίσθημαν ότι αφαίρεσες μιαν ζωήν; Τζιαμαί που εσιόβραζα τζιαι εκαταστήννουμουν μες τες τύψεις που τες επιπτώσεις της κακής μου οργάνωσης, να σου τζαι την μάναν των πουλλουθκιών που έρκεται κλαίοντας έναν πολλά παράξενον κλάμαν. Θα εκαλούσεν τα μωρά της. Ήρτεν, ήρτεν, έκατσεν σχεδόν πάνω μου. Ενόμιζεν ότι τα μωρά της ήταν ακόμα κάπου τζιειαμαί τζιαι επροσπάθαν να με παραπλανήσει για να τα ξηχάσω όπως κάμνει με τον κάττον της γειτόνισσας. Έκαμνεν της κουτσόφτερην πέρκι την κάτσω του βούρου τζιαι απομακρινθώ. Ύστερα άλλαξεν το κλάμαν της. Θα εκατάλαβεν τι μάλλον θα εγίνην τζιαι επέρασεν που το κράξιμον εις τον θρήνον. Ενύχτωσεν τζιόλας, τζιαι το μαύρον πουλλίν επήαιννεν τζιαι έρκετουν μες τα πόθκια μου σαν να ήταν το φάντασμαν των δολοφονημένων μαυροτζικλουθκιών. Κλάμαν. Ήταν να σπάσει το χτηνόν. Ήρτεν μου να κλαίω μαζίν του.

Άμαν οι επιπτώσεις των πράξεων μου είτε θεληματικά, είτε άθελα κάμνουν σε κάποιον κακό αρρωστώ. Εσκέφτουμουν τον φίλον μου τον Μεμμέτη που την βόρεια Λευκωσία που δεν έβαλε ζώνην ασφαλείας του γιού του τζιαι σε μικρό τρακκάρισμα εφυτεύτην η κκελλέ του μωρού πας το τζιάμιν τζιαι έμεινεν. Ναι. Τζιείνου ήταν το παιδίν του. Εμέναν εν απλά θκυο πουλλούθκια που δεν αννοίξαν ακόμα τα μμάθκια τους να δουν το φώς. Θα μπορούσεν να τα φάει ο κάττος μου ο Σιάρλος όπως μασά το άλλου πουλλούιν που ετσάκκωσεν πουκάτω που τον θάμνον. Γιατί να με συγχίζει τόσον αυτή η ιστορία. Νώθω τα ακόμα βραστά να σπαρταρούν μες τα σιέρκα μου πριν να φκει η ψυσιή τους. Τζιαι η μάνα τους κλαίει ολοέναν τζιαι πιο επίμονα.

Αν έκαμνα μωρόν σε μιαν φίλη μου μεθυσμένος από λάθος, θα εσσυφφωνούσα να το έκαμνεν έκτρωση αν δεν το έθελεν. Άραγες σου θα ένοιωθα έτσι, ή χειρότερα; Πόσο χειρότερα θα ένοιωθα άραγες σου για τες επιπτώσεις των πράξεων μου; Άραγες σου τζιείνοι που εσκοτώσαν τα μωρά τα βρέφη στην Αλόα ύστερα ανάδοξεν τους; Ίσως η έννοια της πατρίδας να τους επαρσάμωσεν τα συναισθήματα τζιαι δεν ενοιώθα τίποτε. Ίσως να ήταν πεθαμμένοι πριν να τα σκοτώσουν τζιαι δεν εξανανοιώσαν.

Εσουρούππιασεν. Εκατοντάδες πουλλούθκια τραουδούν. Μαυρότζικλες, αηδόνια, citelles, mesanges, κοτσινονούρηδες. Είναι μια πανδαισία. Ανοιξιάτικη συμφωνία των πουλιών. Ο θρήνος της μαυρότζικλας που γυρεύκει τα μωρά της ξεχωρίζει κάπως.Ώς που σουρουππιάζει τζιαι τζιθκιάζουν τα άλλα πουλιά παραπάνω ξηχωρίζει το κλάμαν της. Αφους τα πουλιά δεν έχουν μυαλό θυλαστικού που παράγει συναισθήματα γιατί να κλαίσιν άμαν χάσουν τα μικρά τους; Σε πέντε λεπτά τα πουλιά ούλλα σιωπούν. Μόνον η φωνή της μαυρότζικλας μου διατρυπά την ψυσιήν. Εσυνέχισα το καθάρισμαν. Έπρεπεν μιαν τζιαι άρκεψα να τελειώσω την συντήρησην του κήπου. Κάθε 5 χρόνια που με πιάννει, ας μεν τα αφήκουμεν μισοδότζιν. Το πουλλίν όμως τζιαμαί, να φουλλοπετά μες τα πόθκια μου να τραβήσει την προσοχήν μου να φύω που τζιειαμαί, να πάει να δει αν έβρει τα μωρά της. Η φωνή της μπαίννει σε διαπασόν με τες ενοχές μου. Δεν αντέχω άλλον. Άφηκα τα μισοδότζιν, έμπηκα έσσω τζιαι εβάωσα.

Επήα τζιαι έκλαψα για άλλα πράματα πιο σοβαρά.

23 σχόλια:

Leni είπε...

Ε ας μείνουν ευλοημένα..

Blackbeard είπε...

Ρε φίλε, τζιαι γω που ήμουν μιτσής εσκότωσα πολλά πουλλούθκια τζιαι ούτε το σκέφτουμουν, ήταν μέρος της κουλτούρας μας τότε. Δακάτω στες Αγγλίες τα πουλιά, τζιήκλες, μαυρότζιηκλες, κοτσινολαίμηες, κοντεύκουν σου τέλλεια χωρίς φόον, τζιαι θωρώ τα τζιαι σκέφτουμαι ότι εν θα μου έκαμνεν ποττέ καρκιάν να τους κάμω ότι έκαμνα στα ανήψια τους στο χωρκόν που ήμουν μιτσής. O tempora o mores που λαλούν. Αν εξαναπήαιννα στα βερκά εν νομίζω να είχα πρόβλημαν πάλαι, αλλά στην Αγγλία νιώθω διαφορετικά. Κρίμα τα πουλλούθκια, άτε, τί να κάμεις τα μαυρογέριμα;

Ανώνυμος είπε...

Εν το κάγρι που επήρε την απόφαση, ενέδωσες φίλε μου- τζιαι μετά που εν εμπόρες να την πάρεις πίσω αρχίσαν τα υπαρξιακά-
'Εθθελω να σε κάμω να μαραζώσεις παραπάνω αλλά πρέπει να σου πώ ότι αν τα άφηνες περίπου στον ίδιο τόπο τζι'έβαλες τα μέσα σε ρυχό δοχείο ή κουτί χάρτινο, μαζί με τα κατάλοιπα της φωλιάς, η μάνα τους ήταν να τα έβρει... μπορεί τζιαι να έφευκε μπορεί τζιαι οϊ. (Το δεύτερο σενάριο έτυχε μου με κατσικορόνες-ετάϊζεν τα μεσ την κούτα ώσπου τζιαι πετάσασιν!)
Επήρες την απόφαση για λλόου τους-μπορέι να ήταν τζιαι η σωστή... υπάρχει πιθανότητα να μεν ήταν τζιαι εν τούτο που σε βασανίζει. Στο κάτω-κάτω εσκότωνές τα τζιαι μετά, αν τα παραιτούσεν η μάνα τους.
Πρώτα έκαμες παρέμβαση τζιαμαί που συνήθως εν κάμνεις τζιαι μετά έπιαέσσε η κατρατζύλα της "λογικής" συνοδευόμενη με την καταστροφή τεκμηρίων.... για να μεν πολλαπλασιαστούν οι επιπτώσεις. Αν μου ελάλες ότι άηκες τα τζιαμαί τζιαι επερίμενες να δεις ήντα που ήταν να κάμει η μάνα τους άμα έρκετουν πίσω ή ότι επήες να σκεφτείς τρόπο να τα βοηθήσεις μαζί με το γιο σου ήταν να το θεωρήσω πιο συμβατό με το χαρακτήρα σου, αν τζιαι εν σε "γνώρισα" ποττέ μου.
Κατά τα άλλα, είμαστεν ούλλοι ικανοί για πράξεις που εν παρπατούν με τον εκάστοτε εαυτόν μας ή που τις θεωρούμε λογικές τζιαι αναμενόμενες κάτω που συγκεκριμένες συνθήκες....
Οι επιπτώσεις όμως εν επιπτώσεις, τουλάχιστον στην περίπτωση σου είσαι ακόμα ζωντανός τζιαι νώθεις τες, εν γι'αυτόν που θυσιαστήκαν τα πουλλούθκια, τζιαι η μάνα τους εν τούτο που σου ελαλούσεν έτσι για να το εμπεδώσεις, είσαι ζωντανός.
Οξά εν το πρωταπριλιάτικο σου το φετινό, λίον αργοπορημένο.....!!

stalamatia είπε...

Θα συμφωνίσω με τον ανώνυμο ,νομίζω ότι βιάστηκες έπρεπε να περιμένεις τι θα έκαμνεν η μάνα τους.
Τζιαι πάλε ένι ξέρω αν το έφκαλες που τον νου σου τούτον ούλλο για να μας φέρεις παραδείγματα όπως για τη ζώνη που εν βάλλουν στα μωρά τους τζιαι σκοτώνουνται ή για τους σκοτωμούς με αποδέκτη μωρά που γίνονται σε εμπόλεμες καταστάσεις.
Πάντως ένεν του χαρακτήρα σου(από ότι έχω καταλάβει μέχρι τώρα μέσα από αυτό το (άψυχο) πράμα που κουβεντιάζουμε ,να βιαστείς να ξεφορτωθείς τα πουλούθκια ,δηλαδή να πάρεις την ευθύνη της μάνας τους.
Νομίζω ένεν έτσι που εγινήκαν τα πράματα.

Neraida είπε...

Έντζισεν μου "25 τόπους" το άρθρο σου. Νώθω τα πουλούθκια μέσα στα σιέρκα μου.
Ακούω τη μάναν τους που σπαράζει.

Δεν έχω τις γνώσεις να ξέρω αν είναι τα θηλαστικά που νιώθουν. Το μόνο που ξέρω από εμπειρία είναι ότι τα μητρικά ένστικτα είναι πολύ έντονα και βαθκιά. Κάτι που κουβαλούμεν μέσα μας. Έννεν απλά συναίσθημαν. Όταν μια "μάνα", όποια μάνα χάσει το παιδί της ( έμβρυο, νεογέννητο , παιδί ) ο θρήνος είναι μια κραυγή που πηγάζει αιώνες πίσω.....

Μου άρεσε που μέσα από την ιστορία σου δίνεις κι ένα πολύ βασικό μήνυμα: Όταν παραβαίνουμε κανόνες της φύσης είμαστε εκτεθημένοι σε κινδύνους...

selene είπε...

Για μένα το σημαντικό είναι ότι 'εμπήκες εσσω τζιε εβάωσες'!!

Itsmylife είπε...

Μεν το σκέφτεσαι άλλον φίλε μου, ότι έγινεν έγινεν. Τζιαι γω μιαν φοράν που ήμουν μιτσής ένοιωσα περίπου το ίδιον. Ήμουν πας τα 14 τζιαι επήαινα τζυνήι με το αρφό μου τζιαι τα ανήψια μου. Με το που μου έδωκεν τον σιηπέττον ο αρφός μου, έπαιξα έναν λαόν που επάιρναν τζείνην την ώραν. Χαρές πολλές, ώσπου, σιήζοντάς τον, βρίσκουμεν μέσα θκυο λαούθκια, ετοιμόγεννα...

Διάσπορος είπε...

Μέν μαραζώνεις άλλον αέρφι, εν η μοίρα που σου οδήγησεν τα πράματα έτσι. Άφηκες γωνιάν του κήπου σου ακαθάριστην, αγρίεψεν, τζιαι όταν επήες να την καθαρίσεις, παράτζιερα, εδιέφυγεν σου η ζωή που είσιεν ι στο κέντρον της. Τζιαι μαζί με τες ξημαρισιές επήεν τζιαι τούτη. Λαλεί σου η φύση σου, "μέν αναβάλλεις άλλον το κλάδεμαν σου το πουμέσα γιατί αν αρκήσεις άλλον εννα αναγκαστείς να πνίξεις τα αυκά σου".

Psychia είπε...

Θέλω να σου χαϊδεψω τα μαλλιά καθώς κλαίεις.

the Idiot Mouflon είπε...

Μεν θυμώσεις...

Αφού επήρες έτσι απόφαση...αν ετρώουνταν έπρεπε να τα φάεις. Να τα βαφτίσεις "κότες" πριν τα καταπιείς... να πάει πάσα κακόν.

Παύλος είπε...

http://www.youtube.com/watch?v=kPF1FhCMPuQ

stalamatia είπε...

Αλήθκεια του γιού σου ίντα που του είπες? για το μακελιό?

Ανώνυμος είπε...

Ωραιο και πολυεπιπεδο . συγκινει πολλα.Δεν κανω σχολιο για τα πουλια δεν μ ενδιαφερει να υποκριθω τη συγκλονισμενη στη χωρα των κυνηγων μικρων πουλιων και των κρεοφαγων κατα συρροην.Μ ενδιαφερει να ειναι της καθαρσης και περαστικο ,το κλαμα σου αγαπητε φιλε .

φιλοτεχνη και φιλοζωη συνεπης χορτοφαγος

Pak είπε...

Acera, oταν καθημερινά τρωεις την λοτού η την όρνιθα, κλαίεις;

strovoliotis είπε...

Ναι, ό,τι έγινεν, έγινεν.

Μπορεί τζιαι να εβιάστηκες, σίουρα όμως καταλαβαίνω τα αισθήματά σου για το "ασήμαντο" συμβάν.

Νομίζω ταιρκάζει με το δικόν μου για το χρυσόψαρον:

http://strovoliotis.wordpress.com/2010/01/28/

Με την ευκαιρείαν: για την οικολογική την ανάρτησην που συζητήσαμε λλίον, εξεκίνησα να σου απαντώ, αλλά εφκήκεν νεκατωμένον σεντόνιν, μπορεί να καταλήξει δική μου ανάρτηση, μόλις μπορέσω.

ιων είπε...

Τείνω να συμφωνήσω με την Σταλαματιά τζιαι με τον Διάσπορον που τα λαλεί τόσον όμορφα. Τζιαι έσιει μέρες που εσκέφτουμουν ότι δεν έγραψες πρωταπριλιάτικο ψέμα.

Που την άλλην το κείμενον εν έσιει ψέμαν μέσα, εκτός που την περίπτωσην το περιστατικόν στον κήπο σου να είναι χάριν παραδείγματος.

Αλλά και έτσι να έγινεν Ασέρα, μεν μαραζώνεις. Δεν το ήθελες και κάτω από τις περιστάσεις σκέφτηκες ότι ήταν η καλύτερη λύση.

Πριν λίες μέρες όταν επέστρεψε η κόρη μου από τα ιδιαίτερα, μου είπε ότι περνώντας από συγκεκριμένο τόπο, άκουσε να νιαουρίζουν γατάκια μέσα σε ένα κάλαθο αχρήστων. Τα άκουσε όταν πήγαινε μάθημα και όταν επέστρεφε μία ώρα μετά. Απόρησα και αμφέβαλλα αν άκουσε καλά. Επέμενε ότι άκουσε τα νιαουρίσματα και εβγαιναν μέσα από τον κάλαθο, ξέρεις τζείνους τους μεγάλους τους πράσινους που πετάσσουν μέσα τα μαυροσάκκουλλα. Επήεν στο δωμάτιον της να διαβάσει. Μετά που κανένα δκυό ώρες κατεβαίννει την σκάλαν κλάμοντα. Λαλεί μου: Ακουσα τα, είμαι σίουρη μάμμα, εννα ψοφήσουν, πάμεν να δουμεν.

Επιάσαμεν κινητόν τζιαι επήγαμεν. Στήννω φτίν, τίποτε εν ακούω καθότι εχω αφτιά βασιλικά.

Η μιτσιά άκουσεν τα. Λαλεί μου μάμμα εν πιο αδύνατο το νιαούρισμαν τους.

Τηλεφωνώ στον πλησιέστερο Αστυνομικό Σταθμό. Κύριε λαλώ του είμαι η τάδε τζια μεν γελάσεις, το και το. Σε παρακαλώ έλα να δείς τι να κάμουμε.

Σε τρία λεπτά ήταν εκεί. Έβγαλε μιαν σακκούλλα με γατάκια μέσα. Δύο ήταν ζωντανά. Δεν ξέραμε τι να κάμουμε. Να τα αφήσουμε εκεί στην γωνιά του πεζοδρομίου μήπως έλθει η μάνα τους; Ηταν και κρύο.

Ο ένας αστυνομικός μας είπε να τα πάρουμε γιατί θα ψοφήσουν από το κρύο και να τα ποτίσουμε με σύριγγα (χωρίς τη βελόνα βέβαια) με γάλα βρεφικό. Τα βάλαμε σε κουτί των παπουτσιών με ρούχα κοντά στο καλοριφέρ να είναι ζεστά, τα ποτίσαμε γάλα. το ένα μέχρι το πρωϊ πέθανε. Το άλλο άντεξε ακόμη ένα μερόνυκτο. Επινε γάλα, όμως στο τέλος δεν τα κατάφερε. Κλάμαν η μιτσιά.

΄Ατε μεν μαραζώνεις, τζια άλλην βολάν άμα έσιεις κάγριν βκάλλε το πα στο γράψιμον, τζιαι μεν αγνοείς τες υποδείξεις της Pronatura.

Mana είπε...

Μου θύμισες κάτι που διάβασα σε ένα βιβλίο του Καζαντζάκη, όπου πήρε ένα κουκούλι πεταλούδας και με την αναπνοή του το ζέστανε με αποτέλεσμα να βγει πρόωρα η πεταλούδα και φυσικά να πεθάνει γιατί δεν ήταν έτοιμη. Λέει οτι τον κυνηγούσε καιρό το συναίσθημα ότι σκότωσε κάποιον χωρίς λόγο, μιας ζωής έστω και ασήμαντης.

Aceras Anthropophorum είπε...

Φκαριστώ σας όλους για τα σχόλια. Το καθένα άγγιξε με αλλού, όπως η ιστορία άγγιξεν τον καθένα διαφορετικά. Μια παρατήρηση. Τι σημασία έχει αν η ιστορία είναι πραγματική η φανταστική;

Κουνούπι είπε...

Πολλά αληθινό...

Για αυτό που ρωτάς, έχει σημασία, γιατί αν δεν είναι πραγματική είσαι πολλά πειστικός ψεύτης, πράμα που δυσκολεύκουμαι να πιστέψω...

ιων είπε...

΄Εχει σημασία αν είναι αληθινή η ιστορία ή ψεύτικη κυρίως για τα δικά σου συναισθήματα.

Αν είναι αληθινή τα συναισθήματα σου είναι είναι ζωντανά, πραγματικά και σε πιέζουν. Η λύπη, ο θυμός, ο προβληματισμός, η σύγκριση με άλλα χειρότερα πράγματα. Σκέφτεσαι τη μάνα, λές αν έκαμνα έτσι αν έκαμνα άλλοσπως...

Αν η ιστορία είναι χάριν παραδείγματος και δεν είναι αληθινή , τότε ναι μεν νοιώθεις έντονα με αποτέλεσμα να την γράψεις τόσο παραστατικά, να μεταδώσεις τα μηνύματα που θέλεις, όμως ξέρεις ότι δεν είναι αλήθεια.

Δυστυχώς όμως οι καθημερινοί σκοτωμοί και πόλεμοι οι μάνες που θρηνούν και τα παιδιά που σκοτώνονται χωρίς καλά καλά να ζήσουν είναι αλήθεια.

stalamatia είπε...

Αληθινή ή φανταστική η ιστορία σου,μας έκανες σχεδόν να τη ζήσουμε.
Το θέμα είναι ότι ο (δικός μου Ασερας ) εν ήταν να κάμει έτσι τα πράματα.

Aceras Anthropophorum είπε...

Σταλαματιά, τον δικό σου τον Άσερα να τον κάμεις ότι θέλεις. Εσύ τον έφτιαξες, να σου ζήσει ;))

stalamatia είπε...

Εβάφτησα τον, του χρόνου το Πάσκαν εν να του πάρω τζιαι λαμπάδα,χα χα χα .