Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Παραλλαές τους τζ̆αιρούς


Πάνω σ΄άνεμον, η άννοιξη επήεν τζ̆αι χάθην, οι μέλισσες εμαρκώσαν, οι αθθοί ελύσαν που την κρυάδαν τζ̆αι ππέσαν με δίχα να ποροβίσουν καρπόν.



Έσ̆ει που την δευτέραν που άννοιξα την πόρταν μου να πάω δουλειάν που αντίκρυσα την αλλαγήν των τζ̆αιρών που επάωσεν η καρκι̮ά μου μαζίν με την φύσην.

Την προηγούμενην ήταν έτσι. 



Άνεννοι̮ας. Οι μέλισσες επικονιάζαν τους αθθούς όπως τες ιδέες τζ̆αι τα όμορφα συναισθήματα. Σήμμερα πάει μια εφτομάδα. Ππούσιν, κρυάδα, βρωσ̆ή, υγρασία, περονόσπορος, μούχλα της κεντρικής Ευρώπης.



Μέχρι πριν λλίες ημέρες αστειέφκουμουν μη πιάννοντας την αλλαγήν του κλιμάτου στα σοβαρά. Ελάλουν « τί θα πάθουμεν ». Γιατί σ̆ου τζιαι καλά η κλιματική αλλαγή να εν κακόν. Μπορεί να έχουμεν καλλύττερον τζ̆αιρόν στες χώρες που μας λείπει ο νήλλιος. Πέρσι έκαμεν καλοτζιαίριν αθρώπινον.


Άμαν έρκουνται οι σ̆ειμώνες μετά τα καλοτζ̆αίρκα οι τζ̆αιροί εν ανώμαλοι. Ο πόνος της φύσης εν άσσ̆ημος. Οι συνέπειες εν ούλλον θλίψην. Η αλλαγή του κλιμάτου είναι κακόν πράμαν. Είναι λάθος να καρτερά ο άθρωπος τες συνέπειες της για να την πιάσει στα σοβαρά. 



Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016


αέρας, γη, άννοιξη, παραλία, ωραία, σαλέπι, ελευθερία

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Έναν τζ̆έρασμαν στους Ντουμανήες

Ε Ντουμανήες, είσαστιν λεβέντες!

Με δίχα να σας ηξέρω, τζ̆αι με δίχα να σας δω ποττέ που κοντά, εκάμετε με τζ̆αι χάρηκα ρε, εκάμετε με τζ̆αι γέλασα, εκάμετε με τζ̆αι έκλαψα.

Εύχουμαι σας έμπνευσην αστείρευτην τζ̆αι νεύρον να συνεχίσετε να αντιστέκεστε στον κάθε χερκελέν που ξημαρίζει την ομορκιάν.

Επειδή δεν είναι κάθημέρα που βρίσκεις πλάσματα να σε κάμουν να χαρείς, θα έθελα να σας ευκαριστήσω προσφέροντας σας ότι μπόρω έτσι που μακρυά: έναν ψηφιακόν τζ̆έρασμαν. 

Δεν το ανακαλύψαμεν στην Κύπρον, ανακαλύψαν το άλλοι Μεσογειακοί, που τον τζ̆αιρόν τους Ασσύριους τζ̆αι τους Μεσοποταμίτες. Εκουβαλήσαν το οι Σαρατζ̆ινοί στην Μεσόγειον ούλλην τζ̆αι ετελειοποιήσαν το οι αθρώποι στον Νότον του Πιεμόντε στην Ιταλίαν. Οι Γενοβέζοι λαλούν το Φαρινάταν, τζ̆αι εκάμναν το σε λαϊκά μαϊρκά που τα ελαλούσαν sciamadda, όπου ετραούδούσαν με την εργαθκιάν που επήαιννεν να φάει καλλιτέχνες όπως τον Fabrizzio de Andre τον μακαρίτην.




Αφιερώννω σας το τζ̆αι τούτον

Στην Νίκαιαν της Γαλλίας το ίδιον φαίν λαλούν το socca.

Η φαρινάτα γίνην πάλε σύχρονη τροφή, διότι εκτός πον εύγευστη τζ̆αι γλήορη (30 λεπτά δουλειά με το ψήσιμον), εν τζ̆αι θρεπτική χωρίς να βαρεί πας την Τζυράν που λαλείτε τζ̆αι στα τραούθκι̮α σας, ειδικά αν τα υλικά εν ούλλα βιολογικά.

Να βάλετε 300 γρ αλεύριν του ρουβυθκιού (ζητάτε το που τα βιολογικά μαχαζιά) σε 900 ml νερόν, άλας τζ̆αι έναν αέραν ελαιόλαδον. Να το νεκατώσετε καλά να διαλυθούν τα κουτρουβούθκι̮α. Να βάλετε χαρτίν ψησίματος σε έναν σινίν, τζ̆αι να γύρετε έναν φεντζ̆ανούιν λάιν καλόν πας το χαρτίν πριν να γύρετε μέσα το σ̆ιλαρούιν με το ρεβυθθάλευρον. Πρέπει να εν 3-4 μιλίμετρα πάχος να μεν έρτει πασ̆ύν. Βάρτε το στον φούρνον στους 220 °C για 20 λεπτά ή τζ̆αι παραπάνω αν σας αρέσει κουκκουριστόν. Άμαν το φκάλετε, τρώετε σκέττον με ρίγανην, ή με ότι σαλατούν γουστάρετε πουπάνω. 

Μπόνους επειδή είσαστιν Λεβέντες (όι να πάρετε πάνω σας τζ̆αι να αππωθήτε χα!), δική μου παραλλαγή: τρίφω τζ̆αι καμπόσον ντζ̆ιντζερ μέσα πον εν Μεσογειακόν, τζ̆αι βάλλω τζ̆αι τον χυμόν ενός οξίνου με το λεμονότριμμαν του.


Στην υγείαν σας, τζ̆αι η τύχη να με αξιώσει να βρεθώ σε καμιάν φοράν στην Κύπρον πουν να παίζετε να χορέψω τον Αζιζιέν σας.



Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Σαραντακοντούτης γέρος.

Το δαχτύλιν του έκνήθεν το τράκπατ με νεύρον, σάννα τζ̆αι ούλη η τεστοστερόνη εγκατέλειψεν το υπόλοιπον του σώμαν τζ̆αι εσυγκεντρώθην σε τούτον το συγκεκριμμένον άκρον. Οι σελίδες του εξέλ με τους αριθμούς ετζ̆υλούσαν μπροστά που τα μμάθκια του όπως ετζ̆υλήσαν 40 γρόνοι που την ζωήν του.

Το κορμίν του ετζ̆είτετουν ποσ̆ιστωμένον τζ̆αι παράζαβον, πουζάρτου πας τον καναπέν της καφετέριας του αεροδρομίου της Αθήνας. Εκαρτέραν την πτήσην του για Ολλανδίαν. Η Ρωσσική εταιρεία που εδιαχειρίζετουν σαν νομικός σύμβουλος, εχτός που τα Καϊμάν, είσ̆εν θυγατρικές στην Λάρνακαν τζ̆αι στο Άμστερνταμ.

Την προηγούμενην ήταν τα γενέθλια του τζ̆αι ετραπέζωσεν ούλα του τα σόγια, το κουμπαρολόιν, τζ̆αι κάτι παλιούς φίλους που εθώρεν σε σημαντικές επετείους κάθε τσ̆αρταπίρ.

Το δεξίν του σ̆έριν εσυνέχισεν να σ̆ουμαϊλίζει το λάπτο, τζ̆αι χωρίς να θωρεί πας το πιάτον με το σάντουιτς̆ λούτζα-γραβιέρα, το αριστερόν του εψηλάφιζεν να πιάσει την φραντζ̆όλλαν προσέχοντας στα τυφλά να μεν βουττήσουν τα δαχτύλια του μες τα λάθκι̮α των αλλαντικών. Η πρησμένη μεγα-φραντζ̆όλλα εξησ̆είλαν που τες γιγα-στρώσεις τυρκά, μπέικα, ξανά-τυρκά, λούντζες, μαγιονέζες, όπως εποσ̆είλωννεν η τζ̆οιλιά πουπάνω που το κολάνιν. Πασ̆ύς πολλά δεν ήταν, αλλά λλίον οι πύρες, λλίον η ακινησία, εξέφυγεν του τζ̆ι εφανήκαν τα ποτζ̆οίλια. Το πράσινον ίχνος μαρούλλιν που εβάλαν για διακόσμησην πας την τροφήν που του εσερβίραν, εσυνομιλούσεν με τα μεγάλα γιαλλούρικα αμμάθκι̮α που ομορφίζαν το ποσταμένον του πρόσωπον. Ούλλη η ζωή που εδιάφευγεν που το παραμελημένον κορμίν, έφκαιννεν συγκεντρωμένη πας την μούττην του δεξ̆ιού δείχτη που όριζεν το τοξούιν μες την οθόνην του κκομπιούτερ τζ̆αι επικοινώναν με τη̮ν ύπαρξην του, διαμέσου των αμμαθκιών που ήταν καρφωμένα πας τους αριθμούς. Το γιαλούρικον αμμάτιν ανίχνευκεν τες ψηφιακές πληροφορίες τζ̆αι ο εγκέφαλος επεξεργάζετουν τες, επιλέγοντας την ουσίαν του νοήματος που του επαρουσίαζεν ο υπολογιστής τζ̆ι έκαμνεν την συλλοϊσμόν.

Ενώ εξηκανναούριζεν τους αριθμούς, η μούττη του άρπαξεν την τσίκναν της τιτσιρίας του μπέικου. Ένωσεν μιαν ηλεκτρικήν εκτόνωσην απόλαυσης να διαχέεται μες το είναι του. Ετσίλλησεν πας το σταυρούιν πάνω δεξιά του εξέλ τζ̆ι έστειλεν τους αριθμούς εις τ΄ανάθθεμαν. « Are you sure to quit without saving ? », αρώτησεν τον το εξέλ. « Yes » έκαμεν κλικ εκνευρισμένος, τζ̆ι εδιπλοκλίκκαρεν πας την εικόναν με το αρχείον των φωτογραφιών. Έγραψεν πας την αναζήτησην «παιδική ηλικία», τζ̆ι έφκαλεν του ούλες του τες φωτογραφίες που ήταν μιτσής. Ομπρός ήρταν κάτι φωτογραφίες που τον εκράτεν η μάνα του τζ̆ι εποζάρισκεν να δείξει το έργον της.  Εμετροφύλλησεν γλήορα-γλήορα ούλες τες φωτογραφίες που του έφκαλεν η έρευνα, ώσπου να δώκει πάνω σε τζ̆είνην πάνω στην οποίαν τον οδήγαν το μυρώιν της τιτσιρίας. Έκαμεν κοντρόλ+διπλόν κλικ τζ̆αι η φωτογραφία εγέμωσεν πόλα-σέλα την οθόνην.

Ήταν πάνω ο παπάς του 32 χρονών τζ̆αι τζ̆είνος τεσσάρων. Ο παπάς του εκάθετουν μπροστά που την καρβουνι̮άν τζ̆ι έκαμνεν σούβλαν. Το μωρόν εκαπάρτιζεν δίπλα που τον ήρωαν του όπως το ιντιανούιν δίπλα που τον Μπλεκ μες στα παιδικά του κόμικς. Ομπροστά τους η καπνι̮ά της σούβλας εθόλωννεν κάπως το κάδρον με την θάλασσαν φόντον. Ήταν 5 καλοτζαίρκα μετά την εισβολήν, τότες που τ΄αρνίν ήταν ακριβόν, καθαρόν της βοσ̆σ̆ής, με δίχα αντιβιοτικά τζ̆αι ορμόνες. Ο τζ̆ύρης του εκράτεν μεταξύν του δείχτη τζ̆αι του μηαλιόνα έναν κομμάτιν βακλούν τζ̆ι εφύσαν της να ποριφάνει, να του την αλατίσει με άλας του Κάβο Γκρέκo τζ̆αι να του την κοττίσει κρυφά που τους άλλους. Για χρόνια, μιτσής, ενόμιζεν ότι μόνον τζ̆είνον εκαλοβαΐλιζεν πατέρας του, ως που να ανακαλύψει, ενήλικας πλέον, ότι η βακλού ήταν μεν ιδιαίτερη μεταχείριση, αλλά όι εις βάρος της αρφής του ή του αρφού του που ήταν πιο μεγάλοι που λλόου του. Σε άλλες φωτογραφίες, κάποιος θα εμπόρηεν να τσακκώσει σε στιγμές γλυτζ̆ές τον αρφόν του τον Πανίκκον να κρυφοαπολαμβάννει έναν κομμάτιν βλαμαντζερούιν, ή την αρφήν του την Στάλων με μιαν μούττην του βλαγκουθκι̮ού. Ο παπάς του εθεώραν ότι ο σοσιαλιστής ο άθρωπος αρκέφκει να εφαρμόζει τες αρχές της ισότητας πρώτα στα κοπελλούθκι̮α του, ακόμα τζ̆αι στην ιδιαιτερότηταν. Εμίσαν τον συναγωνισμόν, τζ̆αι προκειμένου να έσ̆ει να διαχειριστεί την αζούλαν των κοπελλουθκι̮ών του, επροτίμαν την μυστικότηταν σε κάτι τέθκοι̮ες στιγμές τρυφερότητας.

Ρουφημένος που την οθόνην να μετροφυλλά τες φωτογραφίες με το τράκπα, έφερεν μηχανικά το λαδερόν σάντουιτς̆ στο στόμαν του, προσέχοντας να μεν του ππέσουν τα μπέικα πας το λάπτο. Εδάκκασεν με προσοχήν στα τυφλά ότι λούντζες, ότι τυρκά εκρέμμουνταν, τζ̆ι ερούφησεν διακριτικά τες μαγιονέζες να μεν τρέχουν πόξω όταν θα δακκάννει το ψουμίν. Όταν εκαθάρισεν ότι έρεμπεν που τη βραντζ̆όλλαν, εσφόντζ̆ισεν το αριστερόν του σ̆έριν με το χαρτομάντηλον τζ̆ι έφερεν το πιατούιν μπροστά που το κκομπιούτερ να μπορεί να τρώει τζ̆αι να δουλεύκει ταυτόχρονα. Όταν εχόρτασεν ο νους του τζ̆ι εχαλάρωσεν, έκλεισεν το αρχείον με τες φωτογραφίες τζ̆ι άννοιξεν ξανά το εξέλ., κλείοντας έναν παράθυρον που την ζωήν του τζ̆αι αννοίοντας άλλον. Χωρίς να του ππέσει έναν ψιχούιν που το σνακ του, εδάκκασεν μονοβούτσ̆ιν το 25% που το σάντουιτς̮̆. Ήταν σκόπιμα που εσύγκοψεν τ΄αμμάτιν του με τόσην ακρίβειαν το 1/4 της φραντζ̆όλλας. Αν την εμέτρας με την ρίγαν ή αν την εζύαζες με την πιλάντζούαν ακριβίας του χρυσού, θα έβρισκες 25.0%. Έθελεν να συνειδητοποιήσει με ακρίβειαν πόσα εκατομμύρια έκατσεν βούκκον μονοφάτσ̆ιν όταν έππεσεν το ρούβλιν 40%. Ο μάστρος του δηλαδή, ο Ρώσσος, του οποίου εδιαχειρίζετουν τες όφσ̆οαρ.

Η τελευταία πτώση του ρωσικού νομίσματος ήταν βάλσαμον πας την αγωνίαν που τον έκρουζεν για το μέλλον της Κόμκολουμ, για το μέλλον το δικόν του. Που την ημέραν που εκουρέψαν την Τράπεζαν Κύπρου, ο μάστρος του εκαρτέραν την ευκαιρίαν να χαλαρώσουν οι περιορισμοί τζ̆αι ελοάρκαζεν πότε εν η καλή ώρα για να συνάξει τα ππουρτού του τζ̆αι να ρίξει πέτραν πίσω του. Παρά την φορολογικήν αμνηστείαν που έδωκεν ο Πούτιν να πάρουν οι Ρώσσοι πίσω τα λεφτά που εφκάλαν έξω, ο Ρώσσος της Κόμκολουμ έφκαλεν τους λοαρκασμούς, εζύασεν τα δεδομένα που του ετοίμασεν ο Κυπραίος υπάλληλος του, τζ̆αι αποφάσισεν ότι είσ̆εν λλιόττερον ρίσκον να πάρει λλία μόνον λεφτά για δείγμαν πίσω, τζ̆αι τα πολλά να τα αφήκει στην Ολλανδίαν ή φυλακισμένα στην Τράπεζαν Κύπρου ως που να ρτει η ώρα τους. Υπολόισεν ότι οι Αμερικάνοι δεν θα κηρύξουν την λήξην τούτου του νέου ψυχρού πολέμου  πριν να ρίξουν ή να αποδυναμώσουν τέλλι̮α τον Πούτιν, όπως εκάμαν του Μιλόσεβιτς̆ ή του Άσσαντ.

Ήταν σπουδασμένος στο Λένινγρατ. Όσον τζ̆αι αν επροσπάθαν, η γλώσσα του έν εγύριζεν να πει Σαντ Πέτερσμπουργκ, τζ̆ι ενευρίαζεν τζ̆αι τον Ρώσσον όποτε ελάλεν Λένινγρατ. Την ημέραν που εγίνην το κούρεμαν επήεν του καννίν ότι ετέλλειωσεν το ππάρτιν. Για μιαν στιγμήν εφαντάστην τον εαυτόν του ξανά άνεργον απόφοιτον της νομικής του Λένινγρατ στο σοσιαλιστικόν δίκαιον τζ̆ι εμάρκωσεν το γαίμαν του. Εσκέφτην τα χρέη του, εσκέφτην την ώραν που ήταν να του πουλούν το σπίτιν του στα Λιβάδκια τζ̆ι εστάλωσεν η ψυσ̆ή του που τον φόον. Πως να δικλήσει να δει την Μάρων του μες τα μμάθκι̮α; Έβαλεν της υποθήκην τζ̆αι το περβόλιν του παπά της στο Τζ̆ίτιν για να κουρτίσει οκέλλαν 350 τετραγωνικά. Υποθήκεψεν τζ̆αι το χωράφιν της αρφής του να πκιάσει φαινάνς να γοράσει το Πιεντάπλουγιου ογδονταέξι σ̆σ̆ιλιάες. Αν του εκόφκετουν ο μισθός πεντέμισι σ̆σ̆ιλιάες τον μήναν, άτε να κόψει τα άσκοπα κίττα-κέλι για τες πεζίνες. Τες θκυόμισι σ̆σ̆ιλιάες τον χρόνον ασφάλειαν είνταλοϊς ήταν να τες πκι̮ορώννει; Εφκαρίσταν τον θεόν που δεν επίστευκεν για το ότι ο Ρώσσος εκατάπκι̮εν την αρχικήν πικρίαν του, τζ̆αι είδεν το μακροπρόθεσμον σσυφφέρον του τζ̆αι δεν έκλεισεν την εταιρίαν. Αλλά που τζ̆είνην την ώραν ένωθεν μιαν ππάλαν να αιωρείται πουπάνω που την κκελλέν του τζ̆αι δεν τον άφηννεν να ησυχάσει.

Όπως εγίνην ξεφτέριν με την αριθμητικήν, δακκάννοντας τζ̆αι μασώντας το σάντουιτς ελειτούργαν ο νους του ταυτόχρονα όπως την υπολογιστικήν. Τα 65 εκατομμύρια ευρό που εμείναν που το κούρεμαν, αν τα άλλασσεν τωρά που έππεσεν το ρούβλιν 40%, θα του έφκαλλεν σήμμερα ρούβλια ισοδύναμα με 91 εκατομμύρια ευρώ του περασμένου μήνα. Τα 15 εκατομμύρια που είσ̆εν σε ρούβλια στο Λένινγκρατ για να τζ̆υλά η επιχείρηση εμείναν 9 μετά την ανατίμησην. Τα άλλα 6 εγινήκαν σταχτός. Τα μαθηματικά του ποτέ εν τζ̆αι ήταν σπουδαία, αλλά σαν καλός πωλητής, την αριθμητικήν έξερεν να την παίζει που γεννήσ̆ος του. Συν 26 εκατομμύρια κέρδος στην Κύπρον, μείον 6 εκατομμύρια ζημιά στην Ρωσσίαν, το ότι εμείναν τα λεφτά στην Τράπεζαν Κύπρου, που άσχετην ανάγκην, αφήκαν του τελικά 20 εκ. καθαρόν κέρδος. 20 εκατομμύρια κέρτος που αρχικήν περιουσίαν 80, εν το έναν τέταρτον.  25%.

Την ώραν που εκατάπι̮εν το σάντουιτς̆ εστάθην πας το καταπιννίν του τζ̆αι δεν ετζ̆οίλαν να πάει κάτω. Έπιασεν την κοκακόλα ζέρο τζ̆ι εστήλλωσεν την να το κουντήσει να πάει κάτω. Εσφίχτην να μεν ηξεράσει το σάντουιτς̆ πας το λάπτο τζ̆αι να γινεί ρεζίλιν μες τον κόσμον. Ετρέχαν τα μμάθκια του, αλλά επροτίμαν να καταπιεί την ψυσ̆ήν του παρά να τα φτύσει μες τον κόσμον. Η μαλαχτή φροντζ̆όλλα εξηστοτσ̆ιάστην τελικά, αλλά έσ̆σ̆ισεν του τον βούρκουραν όπως ισ̆σ̆ίζει το κιρτάριν τον λαιμόν της παπύρας που στοτσ̆ιάζει ο Γάλλος να της κάμει το βλαντζ̆ίν της φουά γκρα.

Ο παπάς του ποτέ εν τον άφηννεν να πκι̮ει κόκακολαν που ήταν μωρόν. Εδίαν του κλεφτάτα-κλεφτάτα η μάνα του που την δικήν της. Ο κύριος Μιχάλης ελάλεν του ότι η κοκακόλα ήταν μια καταραμένη πολυεθνική τζ̆αι δεν έπρεπεν να την υποστηρίζουν οι σοσιαλιστές. Όποτε εστήλλωννεν την κοακόλαν εθώρεν ομπρός του που την μιαν την μάναν του να του λαλεί να γινεί οικονομολόγος να προκόψει τζ̆αι που την άλλην τον πατέραν του να το θεωρεί δεδομένον ότι θα κάμει σοσιαλιστικόν δίκαιον για να υπηρετήσει την κοινωνίαν τζ̆αι την τάξην του, τιμώντας τες ιδέες που τον εκάμαν άθθρωπον.

Ανάπνευσεν τζ̆αι πήεν τελι̮ά κάτω η φραντζ̆όλλα με τα μπέικα τζ̆αι τα τυρκά. Ως πολλάτε που εμείναν τζ̆αι λλίες μαγιονέζες τζ̆ι έγλι̮ασεν το αμάσιτον φαΐν τζ̆ι επήεν κάτω. Αν εμείνισκεν αλλό μισόν λεπτόν, ήταν να πνιεί τζ̆αι να φκει η ψυσ̆ή του. Εσφόντζ̆ισεν τα μμάθκι̮α του πας το αριστερόν του μανίτζ̆ιν, κρατώντας ακόμα το 75% του σάντουιτς̮̮̆ που έμεινεν. Αναλύοντας τα νούμερα του εξέλ, άκουεν μες τα φκι̮ά του τον παπάν του να σαλαβατά το ίδιον τροπάριν που εσαλαβάταν που τον Ιούλην του 11, ότι ο κόσμος ούλλος, τζ̆αι η Κύπρος μαζίν, θα καταστραφεί που εκόλλησεν σύφφιλην που τους Αμερικάνους. Η φωνή εμίλαν με το ίδιον δασκαλίστικον ύφος που έκαμνεν την θεωρίαν της κοκακόλας τζ̆αι των πολυεθνικών.

Με τον δεξιόν του δείχτην εδακτυλογράφησεν κάτι νούμερα. Η έννοια του να δει το αποτέλεσμαν έφκαλεν τον που τες σκέψεις για τα σόγια του. Εθώρεν τα νούμερα σαν να τζ̆αι εκαρτέραν το αποτέλεσμαν του ματς με το ΑΠΟΕΛ πας την Οθόνην.

— Yes! Αναφώνησεν, μπαίννοντας ξανά σε άλλους κόσμους. Που τα 20 εκατομμύρια ευρώ κέρτος που έφκαλεν ο Ρώσσος του, τα 2.8 ήταν χάρη σε τζ̆είνον που τα εκέρδισεν. Λλίες ημέρες πριν, είχασιν 22 εκατομμύρια ευρώ στες τράπεζες του Λένινγκρατ σε ρούβλια τζ̆αι 58 στες τράπεζες στην Κύπρον τζ̆αι στες θυγατρικές αλλού σε ευρό. Μιαν εφτομάδαν πριν να ππέσει το ρούβλιν, εκατάφερεν να φκάλει 7 εκατομμύρια έξω για μιαν πληρωμήν στην εταιρίαν στην Ολλανδίαν  τζ̆αι εμείωσεν τα ρούβλια σε 15 εκατομμυρια. Η διαίσθηση του ελάλεν του ότι η ιστορία με το πετρέλαιον που έππεφτεν κατακόρυφα τζ̆αι με τες κυρώσεις να σφίγκουν, εβρώμεν άσ̆σ̆ημα. Τόσα χρόνια αντι-ιμπεριαλιστικήν διαπαιδαγώγισην κάτι εκόλλησεν, έστω τζ̆αι διαισθητικά. Ίσως να ήταν τζ̆αι που το σαλαβάτημαν του κυρίου Μιχάλη που επηρεάστηκεν. Οι μόνιμες ενοχές που του εδημιούργαν ο τζ̆ύρης του, χωρίς να το κάμνει καν τζ̆αι σκόπιμα, εφκήκαν του τζ̆αι που μιαν άποψην τελικά κερδοφόρες. Όι πους του ελάλεν τζιαι τίποτε τζ̆είνου προσωπικά. Που το 91 που εσ̆σ̆ίσαν τα δευτέρκα τους πολιτικά, ο κύριος Μιχάλης επόφεφκεν ν΄αννοίξει κατευθείας κουβένταν πολιτικά μαζίν του για τα κόμματα. Δεν έθελεν να δυσαρεστήσει το ποσπόριν του. Όσον όμως δεν άννοιεν το στόμαν του για κομματικά, τόσον εσαλαβάταν γεννικόλοα, μαλλώννοντας με τους τοίχους, για την γεωπολιτικήν κατάστασην του κόσμου τζ̆αι τον ιμπεριαλισμόν.

Κυρίες και κύριοι, η πτήση για το Άμστερνταμ είναι έτοιμη για αναχώρηση, είπεν το μεγάφωνον. Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες...

Επέρασεν η ώρα τζ̆αι δεν το επήρεν χαπάριν. Έπρεπεν να βουρήσει τωρά ως την πύλην. Εδάκκασεν αλλο έναν πιο μιτσίν κομμάτιν φραντζ̆όλλαν μασόντας το τούτην την φοράν να μεν ηξαναπνιεί. Ήπκι̮εν βιαστικά αλλό δκυ̮ό βρόκκους κόκακολα ζέρο τζ̆αι άφηκεν τα υπόλοιπα πας το τραπεζάκιν. Εσύναξεν τα λάπτο τζ̆αι τα κινητά τζ̆ι έβαλεν τα βιαστικά μες την βαλίτσαν. Φέφκοντας άρπαξεν ξανά το σάντουιτς̆ τζ̆αι εξαναδάκκασεν αλλό έναν κομμάτιν προσέχοντας πάλε. Την ώραν που εφόρτωννεν το σακκίδιον πας τον νόμον του έπεξεν το τηλεφωνούιν.

— Kypros « Είσαι ακόμα στο αεροδρόμιον;” αρώτησεν τον ο Ρώσσος σε ρώσσικα με προφοράν της Πετρούπολης βέραν.

Μόλις άκουεν προφοράν του Λένιγκρατ ένωθεν μιαν ευχαρίστησην ξαναζ̆ώντας τα είκοσι του πρωτοετής να μαθαίνει γλώσσαν στο πανεπιστήμιον. Ήταν τότες που επίστεφκεν ακόμα τες θεωρίες του τζ̆ουρού του, ότι ο άθθρωπος είναι κατά βάθος καλός, τζ̆αι άγριον κάμνουν τον οι ταξικές σχέσεις, η βία της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπον, η σκλαφκι̮ά της σκέψης που την φυλακίζει η θρησκεία, ο φόος του ιμπεριαλιστικού πολέμου που υποτάσσει τα κράτη τα αδύνατα να υπηρετούν τζ̆αι να παρέχουν εργατικήν δύναμην τζ̆αι πρώτες ύλες μούχτιν στα κράτη τα ισχυρά. Παρόλον που τωρά υιοθέτησεν το homo hominis lupus, με το οποίον ο κύριος Μιχάλης εθεώραν ότι οι Ρωμαίοι εκαταφέραν να κάμουν την περίληψην του καπιταλισμού σε τρεις λέξεις πριν ακόμα να υπάρξει, άμαν τον επιάνναν οι νοσταλγίες, άρεσκεν του η επανάσταση που έζησεν μες την φαντασίωσην του. Ονειρεύτην την ημέραν που θα έπκι̮αννεν την εξουσίαν η εργατική τάξη της Κύπρου τζ̆αι θα εξαλίφουνταν οι αδικίες προς όφελος των πλουσίων τζ̆αι τα προνόμια των δεξ̮̆̆ιών, που εκάμαν το κράτος μέσον να καταχράζουνται τα πάντα, που είχαν την προτεραιότηταν σε ότι κοινωνικόν αγαθόν έμπορεν να παράξει η κυπριακή κοινωνία, που είχαν την εξουσίαν να αποκλείουν ούλλους τους αριστερούς, τζ̆αι τζ̆είνον τον ίδιον, που κάθε δουλειάν στην κυβέρνησην, που κάθε κρατικόν αξίωμαν, η όφελος που το κράτος. Εφαντάστην τότες τον κόσμον που θα έκαμνεν ειρήνην, με τους Αμερικάνους τζ̆αι τους Εγγλέζους να εν ίσοι με τους Ζιμπαπουάνους. Εφαντάστην τζ̆αι την Κύπρον ελεύθερην τζ̆αι ενωμένην, τζ̆αι ετραούδαν άμαν εμέθκι̮αν “η δική μου η πατρίδα, έχει μοιραστεί στα δυό”.

Η προφορά του Λένιγκρατ ενέπνεεν του όι μόνον μιαν ρομαντικήν ουτοπίαν στο φαντασιακόν, ενέπνεεν του τζ̆αι μιαν ασφάλειαν. Παρόλον που η ΕΣΣΔ ήταν που χρόνια μακαρίτισσα, η κουβέντα του παπά του να σαλαβατά άμαν ενευρίαζεν με τες ατασθαλείες των δεξιών “πον να ρτ΄ η αρκούα κάτω...” εγράφτην πολλά βαθκει̮ά μες το σύστημαν ασφαλείας του.

— Ναι Boris. Τρέχω στην πύλην, απάντησεν του ο Κύπρος σε άπταιστα ρώσσικα κυπριακής προφοράς.
— Kypros Timotheou μεν βουράς » είπεν του ο Ρώσσος. “Στράφου πίσω στην Κύπρον τζ̆αι δεν χρειάζεται να πάεις στην Ολλανδίαν.” Αποφάσισα να κλείσω τη εταιρίαν στην Κύπρον τζ̆αι να μεταπατρίσω όσα λεφτά μπόρω στην Ρωσσίαν. Το ρούβλιν δεν θα ππέσει άλλον, ξέρω το που σίουρες πηγές. Η Ρωσσία ήβρεν τα με τους Αμερικάνους, τζ̆αι με τούτην την οικονομικήν κρίσην, όποιος επενδύσει τωρά στην Ρωσσίαν θα φκάλει πολλά λεφτά. Η Κριμαία θα γινεί για τους Μοσκοβίτες τζ̆είνον πον η Αγιάνναπα για τους Λευκωσιάτες. Η ώρα να κάμω ξενοδοχειακές επιχειρήσεις είναι ακριβώς τωρά. Πως βρίσκεις το πρότζ̆εκτ μου;

Ο Κύπρος έμεινεν χάσκοντας παλαβά πας την πωλήτριαν του διπλανού σουβενίρσ̆οπ.

— Τέλειον ! Έγώ όμως μες τούτα ούλλα ; εκατάφερεν να αρθρώσει στα εγγλέζικα λες τζ̆αι εχαθήκαν τα Ρώσσικα που τον ορίζονταν του.
— Η συνεργασία μας τελειώννει φιλικά τωρά. Αυτήν την στιγμήν. Εγώ θα σου πληρώσω τρεις μήνες μισθόν όστι να έβρεις άλλην δουλειάν. Δεν θα σε αφήκω έτσι. Είπεν του κοφτά τζ̆αι με κάποιαν πατρικήν στοργήν ο Μπορίς.
— Σπασίπα. Είπεν του περίλυπα ο Κύπρος, τζ̆ι έκλεισεν.

“Που να σπάσεις σκατόρωσσε. Εγώ έφκαλα σου 2.8 εκατομμύρια με μιαν πράξην, τζ̆αι συ διάς μου πόρταν με 16.5 σ̆σ̆ιλλιάες ευρώ αποζημίωσην. Που να τα φάεις στην αρρώσκι̮αν σου, σκατοκαπιταλίστα.” ... εκατάφερεν να σκεφτεί πριν να σβήσει η σκέψη του.

— Κύριε, κύριε ! σας συμβαίνει κάτι; εσυνέφερεν τον σε ελληνικά μολδαβικής προφοράς η πωλήτρια του απέναντι σουβενίρ. « Ντέν σας μπλέπω καλά »
— Καλά, καλά, sorry. Είπεν της χωρίς να καταλάβει γιατί του έφκηκεν αυθόρμητα το συγνώμην.

Εσύναξεν μηχανικά τα ππουρτού του τζ̆αι τράβησεν ζόμπι προς το γκισ̆έ της Αιτζ̆ίαν να πκι̮άσει εισιτήριον πίσω.

Ο νούς του επαράλυσεν να μεν ηζήσει πάλε το κούρεμαν, να μεν ησκεφτεί ξανά το υποθηκεμένον χωράφιν του πεθθερού του, να μεν ξαναδεί το φάντασμαν του επιδότη του εντάλματος να έρκεται να του χτυπά την πόρταν.

Δκυό χρόνια μισθούς που το κούρεμαν τζ̆αι δα, έδωκεν τους κυρίως πας το σπίτιν να ρίξει το χρέος. Έκοψεν τες διακοπές στα νησ̆ιά, έκοψεν τα σαββατοκυρίακα με την Μάρων στο Μιλάνο τζ̆αι στο Λονδίνον για σ̆όππιν, έκοψεν τα Ντίσνει Λάντ των μωρών στο Παρίσσιν. Έκοψεν τζ̆αι τα άιππα, τζ̆αι τα άιφο να τα αλλάσσει κάθε νέον μοτέλλον, επήαν τζ̆αι οι γάμοι οι πολλοί, τζ̆αι τα βαφτίσ̆ια. Όσον όμως έριξεν το χρέος ανάμισι χρόνον στέρησην να πληρώννει διπλές δόσεις, ήρτεν η ανατίμηση του ελβετικού φράγκου τζ̆αι επεταξεν του το πάνω πολλαπλάσια. Ο υπνωτισμένος εγκέφαλος να κρατεί μες το αεροπλάνον τες σκέψεις σε προσωρινήν νάρκην, εξηππάστηκεν όταν ξαφνικά έπαιξεν το μεγάφωνον με την γλυτζ̆άν φωνήν της αεροσυνοδού. «Κυρίες και κύριοι, στα αριστερά σας μπορείτε να δείτε τη χερσόνησο του Ακάμα».

Άννοιξεν τα μμάθκια του τζ̆αι είδεν την γνώριμην μορφήν της μούττης του νησ̆ιού του. Που την πρώτην φοράν που την είδεν, πρωτοετής φοιτητής να στρέφεται το πρώτον καλοτζ̆αίριν που το Λένιγκρατ, έμεινεν του μια δροσερή αίσθηση ότι επιστρέφει διψασμένος στην πηγήν να τζ̆οινωνήσει αγάπην. Τούτην την φοράν εθώρεν την πηγήν τζ̆ι εκαρτέραν την να φκάλει λαμπρόν να τον κρούσει. Ο νους του έτσι παρσαμωμένος άλλασσεν την μορφήν του νησ̆ιού τζ̆ι εθώρεν την τέρας τρομερόν, έτοιμον να κάτσει βούκκον το αεροπλάνον. Η ψυσ̆ή του για κάποιαν στιγμήν ετόλμησεν να εποσ̆σ̆επάσει που το παραθυρούιν του αεροπλάνου να δει την πραγματικότηταν, αλλά αντικρίζοντας τον τρόμον σε ούλλες του τες διαστάσεις, εξαναδίκλεισεν ξανά μέσα να μεν θωρεί. Στην απειροελάχιστην στιγμήν που εκατάφερεν να νοιώσει κάτι, είδεν την αντροπήν της αποτυχίας να τον διαπομπέφκει, είδεν την εγκατάλειψην που την σύντροφον του, που τους φίλους του, που τον πατέραν του, να τον τζ̆υνηά τζ̆αι το ταμπού της αιμομιξίας να τον τιμωρεί που ξανάππεφτεν σαράντα χρονών άθθρωπος μες τ΄αγκάλλια της μάνας του, απροστάτευτον τιτσίρικον μωρούιν, να βυζάσει ασφάλειαν. Είδεν όσους άντρες ενίκησεν για να αννοίξει λλίον ζωτικόν χώρον να επιβιώσει σαν άνδρας, με γεναίκαν, αυτοκίνητον, σπίτιν τζ̆αι κοπελλούθκια, να μεταμορφώννουνται τζ̆αι να γίνουνται καούροι καουροφάες, να τον καννιβαλλίζουν αδύναμον τζ̆αι απροστάτευτον τζ̆αι να του αρπάσσουν ότι εκατάφερεν να κάμει ιδιοκτησίαν.

— Όι, όι, όι, εμουρμούρησεν ασυναίσθητα σαν να τζ̆αι ήταν μες τον εφιάλτην.
— Φοάστε τζ̆αι σεις το αεροπλάνον; Αρώτησεν τον μια κυρία που εδάκκαννεν τα σ̆είλη πάρα δίπλα, τζ̆αι στην οποίαν εμετέδιδεν την αγωνίαν.
— Ε, λλίον, είπεν της για να κόψει η κουβέντα τζ̆ειαμαί
— Χαλόου! Εχαμογέλασεν του χαζοχαρούμενα ένας Κινέζος που εκάθετουν δίπλα του μεταξύν της γεναίκας τζ̆αι τζ̆είνου.
— Χαλόου. Εχαμογέλασεν του ευγενικά τζ̆αι πεθαμμένα τζ̆αι τζ̆είνος.

Η κουβέντα της κυρίας, ο Κινέζος δίπλα, εφέραν τον πίσω στον κόσμον τον πραγματικόν. Ο τρόμος εδούλεψεν σαν το τσακμάτζ̆ιν που έαψεν την λογικήν τζ̆ι έβαλεν την ομπρός.

“Δεκαεξέμισι σ̆σ̆ιλιάες μισθοί, αν τα τζ̆ιέψω, διά μου έξι μήνες αβάντζον.” Δεν πρέπει ούτε να βιαστώ, ούτε να βάλω την Μάρων ή τον παπάν μου μες την αγωνίαν τζ̆αι μες το δράμαν. Θα σηκώσω μόνος μου τον σταυρόν, όσον τζ̆αι αν εν επώδυνον”.

Εξαναχαμογέλασεν του Κινέζου κάπως πιο αθρώπινα λες τζ̆αι έθελεν να του σσυχχωρήσει το προηγούμενον πεθαμμένον χαμόγελον.

“Δεκαεξέμισι σ̆σ̆ιλιάες έξι μήνες…” Ο ορθολογισμός έπιασεν τα ρέτινα της ύπαρξης του, εξαπόστειλεν τα κακά συναισθήματα πίσω που μιαν αριθμόμορφην κουρτίναν με λοαρκασμούς. «Δεκαεξέμισι σ̆σ̆ιλιάες έναν εξάμηνον είναι ετήσιος μισθός τριαντατρείς. Ποιος πληρώννει σήμμερα μισθόν τριαντατρείς σ̆σ̆ιλιάδες στην Κύπρον; Κανένας. Άρα η λύση δεν μπορεί να είναι μισθός. Τζ̆αι οι 33 είναι για την συντήρησην στο μίνιμουμ. Ούτε κατά προσέγγισην μια ζωή άνεννοι̮ας όπως πριν.» Ο υπολογισμός της απόσβεσης των 420 000 ελβετικών φράγκων έπαιξεν μες το τύμπανον του κεραυνός που διά πας το σπίτιν με δίχα αλεξικέραυνον. Οι 420 000 φράγκα με ισοτιμίαν 1.5 ήταν 280 000 €, τα δύο τρίτα του όσα του εστοίχησεν το σπίτιν. Τωρά που η ισοτιμία εγίνην κοντά έναν προς έναν, οι 280 εγινήκαν 420. Οι 420 000, με επιτόκιον 2.5% φκάλλει 10 500 τον χρόνον μόνον για τους τόκους. Τζ̆αι το ελβετικόν φράγκον μόνον πάνω θα πάει πόι τζ̆ι όι. 40 χρονών άθθρωπος, τζ̆αι στα 80 να το αποσβέσει, πρέπει να ττακκουρά άλλα 10 500 για την απόσβεσην. 21 000 τον χρόνον, τον μήναν 1750 για να ξοβλήσει στα 80. Η σύνταξη του γέρου εν 856 τον μήναν τζ̆αι το επίδομαν νοικοτζυράς της κοτζ̆άκαρης 325. Ούτε οι γέροι δεν μπορεί να σώσουν το σπίτιν τζ̆ι ας εθυσιάζαν ούλλον το εισόδημαν να τρώσιν πέτρες.»

Το αεροπλάνον επέρναν πουπάνω που την αλιτζ̆ήν του Ακρωτηρκού.

«Αχ θεέ μου, πως μπορεί να εγελάστηκα έτσι. Ότι λοαρκασμούς έκαμα για τον Ρώσσον εγεννήσαν του σατέ ευρώ, τζ̆αι μέναν σατέ πάττισμαν. Τζ̆αι να πουλήσω το σπίτιν, δεν κανεί να τα αλλάξω σε φράγκα να πληρώσω την τράπεζαν»

Εθώρεν πας την αντανάκλασην του παραθυρουθκιού την νοσ̆σ̆ιά του Κινέζου. Ένας Κινέζος ψηλός. «Θα είναι της Βόρειας Κίνας», εσκέφτην.

«Άκου να σκεφτώ «θεέ μου»! Πόθθεν εβλάστησεν τζ̆αι τούτον;» εδιερωτάτουν μόνος του με τες σκέψεις του.

Πο ούλην την οικογένειαν, μόνον η μάνα του ελάλεν ότι επίστεφκεν. Τζ̆αι κανένας δεν έξερεν αν επίστεφκεν πραγματικά. Ελάλεν όμως συχνά τούτην την κουβένταν. «Αχ θεγέ μου» ελάλεν κατ΄ακρίβειαν. Τζ̆αι ελάλεν το ψας τζ̆αι ο θεός της το εχρώσταν να την ηφκάλει που την δυσκολίαν.

— Είσαι από την Κύπρον; Αρώτησεν έτσι άρπα ο Κινέζος σαν να τζ̆αι ήταν ο θεός τζ̆αι πολοήθην.
— Yes. Απάντησεν του με ευγένειαν, τζ̆ι εξαναδίκλεισεν έξω να λοαρκάζει τζ̆αι να θωρεί το άλας που εγιάλλιζεν στον απογευματινόν νήλλιον.

«Τζ̆αι διορισμός να έππεφτεν που το υπερπέραν, να σπάσει η πέτρα 1500 καθαρά να διά η κλίμακα Α8» εξανάππεσεν μες τους στροβίλους τους λοαρκασμούς.

«Αχ θεγέ μου» ήρτεν του ξανά σαν να τζ̆ι εκουβάλεν την κυρίαν Τασούλλαν μέσα του.

— Κυρίες και κύριοι, τελευταία ευκαιρία να προμηθευτείτε με αφορολόγητα. Είπεν η ευγενική φωνή της αεροσυνοδού.

«Εκαταντήσαν τους τζ̆αι τούτους πλανόδιους να σου συνάξουν τζ̆αι το τελευταίον σεντ» εσκέφτην θωρώντας την μουζουρούν ομοφονιάν που κούνταν το καρροτσίν.

Στην διπλανήν γραμμήν μια Κυπραία κοτζ̆άκαρη εσταμάτησεν την κοπελλούαν. Ο γέρος δίπλα της εζήτησεν μιαν πότσαν ουίσκιν, τζ̆αι ενώ εμάσ̆ετουν να φκάλει την πιστωτικήν κάρταν, η κοτζ̆άκαρη εζήτησεν της τα φουλάρκα τα Σ̆ιανέλ να θκιαλέξει σχέδιον.

Επαρακολούθαν την όλην σκηνήν με μιαν παράξενην κυπραίικου τύπου περιέργειαν.

«Μα θώρε. Έσ̆ει ακόμα τύπους τζ̆αι τύπισσες που πετάσσουν ρυάλλι̮α». Εσκέφτετουν τον τζ̆αιρόν που θκιακόσ̆ια η Μάρω καλλιντικά, εκατόν πεήντα ο Μιχάλης ηλεκτρονικά, εκατόν η Χριστιάνα παιχνίθκι̮α, εττακκουρούσαν πεντακοσ̆ιάριν πριν την προσγείωσην, να πιάσουν πεήντα ρέστα.

Επαρακολούθαν δήθεν αμήχανα τζ̆αι αδιάφορα την κυρίαν με τα φουλάρκα, αλλά κατ΄ακρίβειαν εψηλάφαν μέσα του να έβρει έστω τζ̆αι έναν ίχνος που τζ̆είνην την απόλαυσην που είσ̆εν να φκάλλει το πεντακοσ̆ιάριν να το ξοθκι̮άσει. Έθελεν να δει αν έμοιαζεν με το ηδονικόν ύφος της κοτζ̆άκαρης ή με το αυτοκρατορικόν καπάρτισμαν του γέρου με την κάρταν. Έθελεν να ξαναζήσει έστω τζ̆αι λλίον, έστω τζ̆αι δια μέσου άλλων, την στιγμήν που ξοθκι̮άζεις με δίχα έννοι̮αν, την στιγμήν που ξοθκι̮άζεις αλοάρκαστα. Έθελεν να παγιδεύσει ακριβώς τζ̆είνην την στιγμήν, σαν να τζ̆αι εκ των υστέρων έθελεν να καταλάβει τί ακριβώς θα έχαννεν για πάντα.

Όπως ήταν γυρισμένον το βλέμμαν του προς τα μέσα, εξηθάρρεψεν ο Κινέζος τζ̆ι εξαναχαμογέλασεν του.
— Έρκεστε για διακοπές»; Αρώτησεν τον Κινέζον ευγενικά διακόπτωντας τα εσσωτερικά του ταξίθκια.
— Business. Απάντησεν του ο Κινέζος, με μιαν ακαταλαβίστικην προφοράν που έτρωεν τα μισά σσύφφωνα τζ̆αι επαραμόρφωννεν τα φωνήεντα.
— Business ? αρώτησεν τον με κυπριακήν προφοράν να επιβεβαιώσει.
— Ye. Είπεν του χαριεντισμένος ο Κινέζος.

Μόλις άκουσεν business, εγιαλλούρισεν τ΄αμμάτιν του. Έφκαλεν μιαν επαγγελματικήν κάρταν τζ̆αι εκόττησεν του την. «Kypros Timotheou» έγραφεν πας την καρτούν στα εγγλέζικα, τζ̆αι πουκάτω «legal consultant». Που την άλλην έγραφεν τα ίδια στα ρώσσικα.

— Κυρίες και κύριοι, παρακαλούμε όπως τοποθετήσετε το κάθισμα σας στην όρθια θέση… άρκεψεν να λαλεί το μεγάφωνον.

Η αεροσυνοδός είσπραξεν γλήορα-γλήορα το φουλάριν τζ̆αι το ουίσκιν που τους γέρους τζ̆ι επροχώρησεν. Ο Κινέζος έκατσεν λλίον πιο στητός τζ̆αι ίσ̆ιωσεν την μαξιλάραν. Στητός έκατσεν τζ̆αι ο Κύπρος λες τζ̆αι επικοινώναν με τον Κινέζον την γλώσσαν του σώματος.

— Ότι χρειαστείτε μπορείτε να μου τηλεφωνήσετε. Είπεν του Κινέζου με ύφος πωλητή λες τζ̆αι εξήχασεν τον ανεμοχαλασμόν που εσυντελείτουν μέσα του.
— Ττενκιου. Είπεν του ο Κινέζος με το ίδιον κκόπι-ππέιστ χαμόγελον.

Την ώραν που εκάτσαν οι τροσ̆οί πας την γην ένωσεν ξανά τον σεισμόν να του ξηθεμελιώννει το σπίτιν του, την οικογένειαν του, ότι είσ̆εν τζ̆αι δεν είσ̆εν. Ένωσεν έναν πόνον να τον κατασ̆σ̆ίζει πουμέσα τζ̆αι να του κάμνει την ψυσ̆ήν του λουρούθκι̮α-λουρούθκι̮α. Μόλις εσταμάτησεν το αεροπλάνον ένωσεν έναν τόνον μολύβιν να κάθεται πας το στήθος του τζ̆αι να τον πουκουππίζει ξανά πουκάτω.

— Δόξασοι ο θεός. Αναφώνησεν μεγαλοφώνως η Κυρία με την κλειστοφοβίαν του αεροπλάνου.

«Έξι μήνες αβάντζον» είπεν του ξανά η σκέψη του προσπαθώντας να τον σώσει, να μεν βουλιάξει να πιάει πάτον. «Έξι μήνες αβάντζον» εσκέφτην ξανά τζ̆ι επήρεν άνεσην.

Μόλις έσταμάτησεν το αεροπλάνον έφκαλεν το κινητόν τζ̆αι ετσίλλησεν «Maro»

— Μάρω μου είμαι πίσω Λάρνακαν. Ετηλεφώνησεν μου ο Μπορίς που ήμουν Αθήναν τζ̆αι ακύρωσεν το ταξίδιν, δεν εχρειάστην τελικά να πάω Ολλανδίαν. Να έρτεις να με πάρεις; Σε κανέναν εικοσάλεπτον θα είμαι έξω να σε περιμένω στο πεζοδρόμιον μπροστά που την πόρταν του αεροδρομίου ακριβώς καρτζ̆ίν που το γλυπτόν με τα τριβίλλουρα. «Όλα εντάξει αγάπη μου» ήταν η τελευταία κουβέντα που έκλεισεν την συνομιλίαν με την γεναίκαν του.

Η φωνή του είσ̆εν τόσην υποκριτικήν σιουρκάν όσην εχρειάζετουν να κρύψει το σ̆όκ που έναν σεισμόν.

Έφκην ταπισόν του Κινέζου τζ̆ι εκοίταζεν την business class θέσην πίσω του, ιμίσς για να ελέγξει αν άφηκεν τίποτε πίσω του. Κατ΄ακρίβειαν όμως εκοίταζεν να ποσ̆αιρετήσει την παλιάν του θέσην 2Α που εθκι̮άλεεν στάνταρ. Εσκέφτην ότι ίσως να εν η τελευταία φορά που επέταν διακεκριμμένην θέσην.

— Bye bye εσ̆ερέτησεν τον ο Κινέζος


— Bye bye μάι φρεντ. Απάντησεν του με κυπριακήν εγκαρδιότηταν. And don’t forget αα! Whatever you need, you call me, I am here for you.








Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Σκαλαπούνταροι

Τιτσίν τιτσίν λουκάνικον, κομμάτιν ξεροτήανον, να φάμεν τζιαι να φύουμεν.
Έλα θκεια σκαλαπουντάρα να φάεις λουκάνικον!
Λάμνε ρε που δαμαί, που ΄ν να φάω αλλαντικόν, 148 γρονών πλάσμαν.
Η πέτσα της σκαλαπουντάρας εκρέμμετουν λετσιασμένη σαν να τζιαι ήταν πλάσμαν άρρωστον που μόλις ετέλειωσεν την θεραπείαν τζιαι έγιανεν που παθολογικήν παχυσαρκίαν. Είσιεν έναν μόνον βυζίν που κρέμμετουν σαν το βυζίν της αίγιας που πόβριξεν. Τα μαλλιά της ήταν φυτεμένα γραμμές-γραμμές της μεταμόσχευσης. Είσιεν πόθκια λόττας. Έβρισκεν τα πιο λεπτοκαμωμένα που τα βελονάκια που εφορούσαν οι γεναίτζιες που το πεήντα τζιαι ύστερα. Έκλεψεν τα που έναν κασαπιόν το 1955, ξουρισμένα για ζαλατίναν, τζι έδωκεν τους δεύτερην ζωήν. Που την ίδιαν λότταν έπιασεν τζιαι τον νούρον, τζιαι τζιείνον ξουρισμένον να πααίννει ασσορτίν. Έκοψεν τον χοντροκομμένον νούρον της γάρας που της εχάρισεν η θκειά της η γαουρότσουρα τα χριστούγεννα του 1885 στα δέκατα όγδοα γενέθλια της, τζι έβαλεν το ξουρισμένον νουρίν, πιο μοδάτον για ώριμην καλικαντζάραν τζιαι πιο ανακατσιαστόν για τους αθθρώπους πον να φοητσιάζει. 
Ήταν μια παρέα καλικαντζιάρων τζι επαρπατούσαν πουλούκκιν νύχταν προς το χωρκόν να κάμουν έφοδον σε σπίτιν. Η γεροκαλικαντζιάρα επαρπάταν το τζιουνούρκον της ξηχαρβαλλωμένον παρπάτημαν που υιοθέτησεν που την ημέραν που είδεν την Κέιτ Μος να παρπατά πασαρέλλαν μες σε μιαν τηλεόρασην.
— Τζιαι τί θα πάχεις τωρά εθκειά; Λαλεί της ένας καλικάντζιαρος που ποσιειλώσαν τα κανάτζια του τζιαι τα ποτζιοίλλια του, φάε-φάε ποσκούπϊα. Είντα, εν να σου τρυπήσει την τζοιλιάν;
Σιείρου-σιειρόττερα. Άμαν φάει σκαλαπούνταρος κρηάς που χτηνόν βασανισμένον, παθθαίννει όπως τους αθθρώπους τζιαι κληρονομά τα βάσανα του. Αύριον πον να σε πκιάννουν τα βόνατα σου, πον να κατσουνώσει η μέση σου, πον να καουρώσεις τζι εν να κινείσαι ζάου-ζάου, να με αθθυμηθείς. Να αθθυμηθείς τζιαι τους σιοίρους της φάρμας που βασανιούν οι αθθρώποι μες τα εργοστάσια να φκάλλουν κέρδος τζιαι να γεμώννει το πουντζίν τους σατέ ριάλλια. Σύρνουν σου τα μιλλοσφοντζίσματα που τα ξημαροκρηάτα τους ούλλον ορμόνες τζιαι αντιβιωτικά, τζιαι χαριεντίζεσαι ότι κάτι έφαες. Το τιτσίν, ηλήθιε αδρωποκάντζιαρε, μουσκομυρίζει σιοίρον χαρούμενον, ξαπόλυτον τζιαι ταϊσμένον του αλερκού, του νορού, τζιαι των πατατών των βρασμένων.
— Ππου ρεε! Κουβέντες κοτζιακαρίστικου ρομαντισμού. Επετάχτην μες την κουβένταν ένας παστόρεγγας με την κρεβάταν. Έκαμεν το πουλλίν του ζαβόν περμανά, τζι έννοιωθεν πολλά περήφανος που ξηχώριζεν έτσι που τους άλλους. Εκρέμμασεν την κρεβάταν να το δείχνει. Οι ψευτορομαντισμοί εθκειά, είναι αθθρωπίλλα του χειρίστου είδους. Εξήχασες είνταλος εβασανίζαν τα χτηνά στον τζιαιρόν σου, είνταλος εμνουσίζαν τα σιοιρκά με δίχα αναισθητικόν, είνταλος εδέρναν τα γαούρκα τους, είνταλος εβάλλαν τα βούθκια να γονατίζουν που τον κόπον; Εγιώ μιαν γραφικήν παράστασην της ανάπτυξης να πααίννει κάτω τους δείχνω τζιαι με δίχα κουρπάτζιν, βάλλω τον κόσμον ούλλον να τον πκιάννει η κρίση τζιαι να εν έτοιμος να δώκει ότι έσιει για να μεν τα χάσει ούλα. Αν δεν ήμουν εγιώ, έν ηξέρω είνταμπου ήταν να τρώτε που 8 τζιαι δά.

— Εσούνι ρε Κρίση ππαραοφά να μεν συντυχάννεις για αθθρωπίλλαν. Σπλίντζιη! Όσον εδέρναν τες γεναίτζιες τους, τα κοπελλούθκια τους τζιαι τους μισταρκούς τους, να φκάλλουν τα ριάλλια να τρώεις τζιαι σου, εδέρναν τζιαι τα χτηνά. Είσιεν το ο τζιαιρός της πατριαρχίας. Άλλον το Άουστβιτς των Γερμανών, που κάμαν τες φάρμες τωρά, τζιαι άλλον η κρεμμάλλες των εγγλέζων του τζιαιρού της αποικιοκρατίας. Ανιστόρητη γενιά που μόνον αριθμούς καταλάβετε τζιαι δεν ηξηχωρίζετε την ποιοτικήν διαφοράν. Η αθρωπίλλα φκαίννει που το παππουφιν σου, που το γεμώννεις εβρό τζιαι χαριεντίζεσαι ότι απολαββάννεις τζιαι κάτι.
— Τι βρίσκετε μες τούντες παλιομοδίτικες ιδέες εθκειά, εν ημπόρω να καταλάβω.
— Με εσού, 74 γρονών ξυλογάδαρος, μπορεί α καταλάβεις είνταν πον η χαρά των δεδεκαμέρων, με ο πασιόκωλος ο ρόκολος που παρτάρεις. Άτε να σου εξηγήσω τωρά την αξίαν να φοητσιάζεις τον άθθρωπον, να τον κάμνεις να σε σέβεται που του πάει καννίν, να κάμνεις το δικόν σου, αλλά να μεν του κάμνεις κακόν, με τζιείνου, με των άλλων χτηνών.
Τα άλλα χτηνά ξήαστα στέτα! Επολοήθην έναν καλικαντζιαρίν που εφόρεν google glasses που έκλεψεν που τα πέρσι που έναν Άην Βασίλην που ήταν φορτωμένος μες το σούπερμαρκετ. Οι κουέλλες, οι γαδάροι, οι τραούλλοι τζιαι οι λόττες δεν αποτελούν πλέον μέρος της καθημερινότητας των αθθρώπων. Τζιαι ο τζιαιρός που εφκαίνναμεν μες τα χωρκά υπό μορφήν νοσσιών, για να μπαίννουμεν μες την παραμορφωμένην αντίληψην του κόσμου να φοάται, επαρήλθεν που τότες που ανακαλύφτην το ρεύμαν τζιαι ο κόσμος ηφκαίννει έξω μες το σκότος τζιαι θωρεί την νύχταν όπως θωρεί τζιαι την ημέραν. Ακόμα να καταλάβεις ότι με τες ιδεολογικές σου αγκυλώσεις, έσιει 60 χρόνια να σε φοηθέι πλάσμαν εις τον κόσμον, να χαρείς τζιαι σού. Εκαταντήσαμεν να σε κουλιαντηρίζουμεν τζιαι μεις όπως κουλιαντηρίζουν οι τραπεζίτες τους παπάες. Ο Πασιόκωλος που ρατσιστικά υποτιμάς, εν 54 γρονών σκαλαπούνταρος, δεν είναι ρόκολος. Τζιαι δείγνεται του αθθρώπου μιαν βολάν τον γρόνον τζιαι φοητσιάζει τον τον γρόνον ούλλον να μετρά το φαΐν του τζιαι να το ζυάζει σαν τον ταραμένον. Κάμνει τον άθθρωπον να τρώει τα μαλλοτζιέφαλλα του σε δίαιτες, διατροφολόγους, ψυχολόγους, να κινά την αγοράν. Αν δεν είχαμεν την στρατιάν των πασιήων με τες δίαιτες, ποιός ήταν να μας πετάσσει τα ξεροτήανα του να μας συντηρεί; Είντα κακόν κάμνουμεν τους αθρώπους; Τα ζαχαρικά, τα λαδερά, τα αλατερά, ούλλον απόλαυσην τους διούσιν. Είναι τζιαι ελεύθεροι να φάσιν όσα θέλουν, όποτε θέλουν, τζιαι ότι θέλουν.
Ρε ανώμαλε παιδεραστή, τζιαι νομίζεις ότι οι ενοχές τζιαι η ψυχική οδύνη που φορτώννετε τον κόσμον εσείς οι νεοσκαλαπούνταροι, έννεν εν πόνος, τζιαι εν πόνος η δουλειά τζιαι την τάξη του παλιού τζιαιρού;
— Αν ήταν πόνος στέτα, οι οικογένειες δεν θα επροστατέφκαν τους παιδεραστές. Ο πόνος πας τους αθθρώπους που τους εβιάσαν μωρά, μετρά πιο λλίον που τον πόνον τους να τατσώσει το όνομαν της οικογένειας τους. Οι αθθρώποι που θέλεις να γλυτώσεις που την ψυχικήν οδύνην, μέχρι που εκτάτσαν να μετρήσουν με στατιστικές τα μωρά που επαρενόχλησεν ένας ενήλικας, τζιαι πάλε τίποτε δεν κάμνουν. Ήβραν 200 στα σσίλια μωρά να τα επαρενόχλησεν ένας πατέρας, ένας παππούς, ένας γείτονας, μια μάνα, ένας δάσκαλος τζιαι όι καλικάντζιαρος. Βάλλουν έναν φυλακήν τζιαι φήννουν 100 να θκιανέφκουνται άνεννοιας, τζιαι λαλούν τζιαι πουπάνω του πλασμάτου που του ετσαλαπατήσαν την ύπαρξην "ούσσου" να μεν τατσώσει το όνομαν. Άτε σιόρ, εν να με κόψει εμέναν που είμαι η νοσσιά του φόου τους; Μεν τους κλαίεις τζιαι καλά περνούν. Θέλουν μας, όπως σας εθέλαν τζιαι σας οι προπάπποι τους.
— Καλά σου λαλεί ο γιαλλάκιας θκειά. Έτσι που τους κάμνουμεν, ο μισός κόσμος ξοθκιάζει μιαν φάουσαν ριάλλα να τρώει τον ούτσιαλην του, τζιαι ύστερα που λλιες ημέρες ξοθκιάζει τα διπλά να γοράζει δίαιτες τζιαι να πκιορώννει διατροφολόγους. Όσον κινείται το χρήμαν, παράγει χρήμαν τζιαι γράφει ανάπτυξην. Έν ηξέρω αν τους κάμνουμεν κακόν να τους φοητσιάζουμεν έτσι, αν ήταν κακόν, οι μισοί αθθρώποι εν θα επιλέγαν να εν  υπέρβαροι, ούτε θα εταΐζαν τα μωρά τους σαν τα ταυρούθκια. 
— Τα ταυρούθκια να μεν τα βάλλεις μες το στόμαν σου πριν να πάεις να δεις πως τα έχουν μες τα κάντζιελλα. Εξίκκος σου για ανάπτυξη.
— Μα είνταν που συγκινήσαι τζιαι δακρύζεις τωρά; Δακρύζουν τζιαι οι καλικατζιάρες;
— Δακρύζουν ναι. Έσιει 60 γρόνια να δω μητροπολίτην να πιστεύκει σε καλικάντζιαρον τζιαι να έρκεται σαν τον κέρβερον να μας παντήσει με την γρουσαφένην του ματσούκαν. Που τον τζιαιρόν που εγινήκετε όργανα της αγοράς τζιαι εργαλεία του ππαρά, εγώ δεν εξαναείδα μητροπολίτην να αγαπήσω. Ανάπτυξη, ανάπτυξη... Έσιει η ανάπτυξη ψυσιήν;
—Θέλεις να σου δείξω καμιάν φωτογραφίαν που το φέιζπουκ; Ότι θέλεις ηβρίσκεις τζιείπάνω. Έλα τα γυαλλιά που αγγονίστηκα να τους θωρείς τζιαι τρισδιάστατους.
— Στους αθρώπους να τα πουλάς τούτα. Εγιώ τους μητροπολίτες μου αγάπουν τους με τα χρυσαφικά τους, με τα ζαφυρούθκια τους, με τα μεταξωτά τους τα χαϊμαλιά. Εκαταντήσετε ούλλοι ψηφιακές νοσσιές να φοητσιάζεται τον κόσμον να κινεί τες αγορές. Για είντα απόλαυσην;
— Τζιαι ήταν καλλύττερα εσείς που είσασταν όργανα των παπάων να θωρεί νοσσιές ο κόσμος μες το σκότος τζιαι να φοάται να τους πιστέφκει τζιαι να τους δοξάζει; Εσείς δεν εκινούσετε την αγοράν, εκινούσετε την δουλείαν, να δουλέυκει ο κόσμος ο πολλής σαν το χτηνόν για έναν κομάτιν ψουμίν για να πλουτίζουν τρεις τσιβλικάες;
— Τζιαι τωρά πώς δουλέυκει ο κόσμος ρε τίτσιρε με τον τσουναροδείχτην; Επειδή δουλεύκουν σε άλλες χώρες τζιαι εισάγουν την δυστυχίαν πακκετταρισμένην με τα φτηνά προϊόντα; Τον τζιαιρόν μας εμάς, που το σιτάριν εσπέρναν το οι ίδιοι αθθρώποι που εκάμναν τα ξεροτήανα, εσέβουνταν το, τζι εσέβουνταν τζιαι τα ξεροτήαναν που μας εσύρναν βραστά. Το ξεροτήανον το βραστόν είσιεν μιαν αγάπην μες τον φοον που τα έκαμνεν γλυτζιά. Εδοκίμασα τα πέρσι τα ποταξαρωμένα σας τα γορασμένα του φούρνου, εν κανεί που ήταν ψοφησμένα, μαύρα τζι ανάφεντα, αντάν τζι έντζισεν το παλιόλαον της σιταροπούλλας της μεταλλαγμένης πας τ΄αντερούιν μου, αντάν τζι εμυρίστηκα το σιτάριν το ξένον της Μοσσάντο, ανταν τζι εκατάπκια το ζάχαριν το ασπρισμένον του χλωρίου, έπιασεν με μια σουρτάρα του τουρίστα τζι επήαιννεν μου καννίν που τες ζαμπούες μου κάτω. Εμεταλλαχτήκετε ούλοι σαν τες σιταροπούλλες τους. Μεταλλαγμένοι. Ε μεταλλαγμένοι σκαλαπούνταροι.
— Ο κόσμος αλλάσσει θκιεια. Αν εμεινίσκαμεν η νοσσιά της θρησκείας, είσιαν να χαθούμεν μαζίν της. Δεν θα επιβιώνναμεν.
— Ναι, τζιαι τωρά που επιβιώννετε εικόνες μες τες οθόνες τζιαι σε λόγια μες τες εφημερίες εν ζωή;
— Τζιαι οι εικόνες νοσσιές είναι. Τζιαι τα γράμματα τα τυπωμένα έναν ψέμαν είναι, μια ιδέα. Ότι φόον εκάμναν τους αθθρώπους οι νοσσιές μες το σκότος, έτσι κάμνουν τζιαι οι εικόνες μες το φως. Μια γραφική παράσταση εν σσίλιες νοσσιές.
— Εμείς είμαστιν νοσσιές φυσικές, νοσσιές των δεντρών, νοσσιές των πυθαρκών, νοσσιές των σπιθκιών τζιαι των χτηνών. Δεν μας εκατασκεύαζεν άθθρωπος.
— Άθθρωπος σας εσυντήραν όμως στέτα. Άθθρωπος τζιαι δη ιερωμένος. Με ποιόν ερωτέφκεσουν είπες; Άκου να σας λιβανίζουν για να σας φοητσιάσουν να φύετε που τον κόσμον. Άτε, έλα να φάεις κανέναν ξεροτήανον να γλυκάνει το δόντιν σου.
— Τα ποσκούπηα τους να τα φάτε μόνοι σας. Εγώ δεν αλλοτριώννουμαι για να υπάρξω όπως με θέλουν οι αγορές.
Ο τίτσιρος με την κρεβάταν, ο μιτσής με το iPod τζιαι τα γυαλλιά τζι ο παχουλλός με τα κανάτζια αρκέψαν να χορεύκουν γύρου-γύρου της κοτζιάκαρης τζιαι να μάχουνται να της κάμουν κκέφιν. Ρέ εκατουρούσαν της που πάνω ούλλοι με το γυρίν, ρέ επεϊκλώνναν την όπως τον παλιόν καλόν τζιαιρόν, τίποτε. Έμεινεν τζιειαμαί μια μουλλωτή νοσσιά, έξω που το πρώτον σπίτιν που ήβραν ομπρός τους, να καρτερά πέρκι φκει κανέναν πλάσμαν τζιαι αντζιελοσσιαστεί. Οι άλλοι αφήκαν την τζιειαμαί τζι επήαν να υπάρξουν λλίον μες τους φόους των αθθρώπων. Επερικυκλώσαν το σπίτιν τζι αρκέψαν να το πολιορκούν να μπούσιν μέσα. Οι αθθρώποι δύσκολα φκαίννουν πκιον την νύχταν έξω που τα κτίρια ή που τα αυτοκίνητα.
Πάει ο Αη ππάς να μπει που το 3G, τίποτε. Ξαπολά το 3G, πιάννει το 4G, τίποτε, απενεργοποιημένον. 2G, στάνταρ, τίποτε. Μουντάρει ο σπλίντζιης με τον πεοδείχτην να γινεί ποπ απ πορνοσελίδα, το δίκτυον ήταν κομμένον. Γίνεται δείχτης της ανεργίας, τίποτε. Πετά ο παχουλλός σελίδα δίαιτας να γλυάσει σε περιοδικόν ππίπολ, περιοδικόν γιοκ μες το σπίτιν. Έμεινεν σφηνωμένος πας σε μιαν βιβλιοθήκην που μόνον βιβλία με γράμματα είσιεν. "Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός", Karl Polanyi έγραφεν πας το βιβλίον μες το οποίον εσφήνιασεν. Όπως ενεκατώννουνταν οι καλικάτζιαροι μες τα σύρματα, εκάμαν κόντακ τζι αρκέψαν να φκάλλουν αζζίνες.
Αννοίει η πόρτα του σπιθκιού, έφκην ένας γενάς με το μούσιν πλεμένον βρουλλούιν. Ασκοπά ποτζιεί, ασκοπά ποδά, εν εθώρεν τίποτε. Οι αζζίνες εσβήσαν. Η νοσσιά της καλικαντζιάρας έπαθεν σαν την κορασιάν που λαχτά το κουτσίν της. Ετάρασσεν ποτζιεί, εκλόννετουν ποδά. Ο ασπρομάλλης βρουλλογένης εσσιάστην την. Παραπάνω με παλαιομαρξιστήν όμως εφαίνετουν να μοιάζει παρά με μητροπολίτην. «Ασσέν τζιαι κουμπούνιν» εσκέφτην η νοσσιά. 
Ο γενάς έμπην μέσα ξανά. Η νοσσιά που την απογοήτευσην της έθελεν να άψει φως τζιαι να την εξαφανίσει. Έν επρόλαβεν όμως να τελειώσει την σκέψην της, ο γενάς εστράφην με έναν δεφτερούιν τζιαι με έναν μολίβιν μες το σκότος με δίχα να άψει τα φώτα. Η καλικαντζιάρα παρ΄ολίγον να έρτει σε οργασμόν που την χαράν της. Ο γενάς έκατσεν πας το ππεριβάζιν της πόρτας του τζι άρκεψεν να την ηζωγραφίζει.