Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Τζιαι ας μην μιλούμεν για φιλοζωίαν, ας μιλήσουμεν για αντροπήν



Κοντεύκουν οι εκλογές  τζιαι οι επικοινωνιολόγοι των πολιτικών ευαισθητοποιηθήκαν τζιαι για την ευημερίαν των ζώων. Άγγια ολάν! 

Σιγά που τα αρπαχτικά ήταν να αφήκουν τους φιλόζωους. Αυτοί δεν θα αφήκουν κουέλλαν να τους φύει που το στόχαστρον, όι τους φίλόζωους που κατά βάσην εν πλάσματα καλοπροαίρετα.

Το κολάνιν με τα « ΘΑ » επιάσεν τζιαι τα ζώα. Ωσπολλάται. Τουλάχιστον γίνεται δημόσιος διάλογος. Ας είναι, έναν πρώτον βήμαν, ας εν τζιαι στην σφαίραν του ΘΑ. Τελικά έσιει κάποιον αποτέλεσμαν που εγίνην κόμμαν των ζώων στον τόπον. Κόμμαν των οικολόγων τζιαι των περιβαλλοντιστών πότε θα γινεί, πέρκι μπει τζιαι το περιβάλλον στην πολιτικήν ατζιένταν; Αυτόν βέβαια είναι άλλον θέμαν. Πίσω στα ζώα.

Δεν θα φκει βέβαια πολιτικός να πει τι έκαμεν για την ευημερίαν των ζώων, θα πουν ούλλοι τι ΘΑ κάμουν. Αν είχαν κάμει άλλωστε ήταν να το ξέρουμεν, δεν θα εχρειάζετουν τζιαι επικοινωνιολόγον να σου το πει.

Μετά τα fake news οι επικοινωνιολόγοι εφέραν τζιαι τες fake ευαισθησίες.



Ας παραβλέψουμεν την γλώσσαν του σώματος που για έναν πλάσμαν που έσιει μιαν ελάχιστην σχέσην με έναν ζώον, που ένοιωσεν έστω τζιαι έναν ίχνος επικοινωνίας με κάττον, είναι πασιφανές το στήσιμον του επικοινωνιακού μασκαραλλικκιού. Ας δούμεν τες δηλώσεις τζιαι τες προτάσεις αν ιστέκουν καλλύττερα που το επικοινωνιακόν μουσκουρούιν που εστήθην για την μούστραν.

« Ο κυπριακός λαός έσιει ευαισθησίαν για τον συνάνθρωπον του » είπεν ο νεοφώτιστος που έπιασεν το μικρόφωνον να μας μιλήσει για την φιλοζωίαν. Ενεκατωθήκαν τα σώβρακα με τες φανέλλες, τόσην επαφήν έσιει με το θέμαν για το οποίον τον εβάλαν να ποζάρει! Διερωτούμαι αν οι Περδικαίοι που θα έχουν σε λλίες ημέρες εσσωτερικήν ψηφοφορίαν να αποφασίσουν να τον στηρίξουν για « πρόεδρον της οικολογίας τζιαι του περιβάλλοντος », σικ, έχουν το ελάχιστον σιεητταννίκκιν να καταλάβουν πόσον τους κρατεί στο μαϊττάππιν.

Έβαλεν για illustration την σϊερκάν της κλούβας που κρατεί φυλακισμένον το σσιυλλίν που τον εσυγκίνησεν, υποτίθεται, να γράψει τες προτάσεις για τα ζώα. Η σϊερκά της κλούβας μες την οποίαν ενιώθην το σιοιρίν που ψήννει στην φωτογραφίαν του άλλου σεναρίου με « το παιίν του λαού », εν τον συγκινεί; Ερώτηση είναι… Όι πους καρτερά κανένας απάντησην.



Ας μιλήσουμεν για ευημερίαν των ζώων.


Το σιοιρίν που εσφάην για να καταστεί σουβλάκιν να το ψήσει ο προστάτης των ζώων μπροστά στην κκάμεραν, δεν έσιει δικαίωμαν να παρπατήσει, παρά μόνον πάνω σε έναν τετραγωνικόν μέτρον βόρβορα, που θα το μοιραστεί με 30 άλλα σιοιρκά μες στην ίδιαν μάντραν, δίπλα που δεκάδες άλλες μάντρες σε μιαν παράγκαν με πάνω που σσίλια άλλα βασανισμένα χτηνά για να μπορέσει να προσφερτεί στους πρίγκιπες της οικονομίας της αγοράς από 2.89 έως 6.00€ μάξιμουμ το κιλόν.



Η όρνιθα πον να γεννήσει το αβγουλλάκιν πον να τσουγκρίσει ο προεδρικός υποψήφιος μπροστά στες κκάμερες του άλλου έργου με « το παιίν το σπιθκιάσιμον », δεν επάτησεν πας σε χώμαν, ούτε είδεν ποττέ τον ήλιον. Μοιράζεται μαζίν με άλλες 20 όρνιθες ολόκληρα 550 cm2, μιαν ολόκληρην κόλλαν Α4 στ΄αππάιν της, σε "πενταώροφον ξενοδοχείον πολυτελείας" όπως το διαφημίζει ένας ομοϊδεάτης του παραγωγός που μπορεί να ττοκκάρει για να ποζάρει στο επόμενον έργον με την « πονεμένην αγροτιάν ». Εκόψαν της την μούττην της για να μεν μπορεί να καννιβαλλίζει (πολλά) κουκκουφώντας τα άλλα τέρατα που εστηβάσαν μες το εργοστάσιον που παράγει 30 000 αυγά ημερησίως για να του προσφέρουν αυτόματα χωρίς να τα ντζίσει σιέριν σεσημασμένα « EU κατηγορία Α αυγό κλωβοστοιχίας » 0.79€ τα έξι σε τρελλήν προσφοράν.


« Απαγόρευση της ευθανασίας υγειών ζώων » λαλεί το σημείον 6.2 των προτάσεων του προγράμματος της υποκρισίας, τζιαι διακυρίττει το κείμενον με τουπέ τζ̆ιαι στόμφον« Η ευθανασία δεν είναι μέτρο ελέγχου του πληθυσμού των ζώων ». Αντίστοιχα με τες 30 000 όρνιθες που συζούν μες την ίδιαν « πρότυπην φάρμαν » που παράγει τα αβγουλλάκια των φλαούνων της θείας με την οποίαν σ΄εφωτογραφίσαν, εκακοθανατισαν, ούτε καν τα ευθανατισαν, 30 000 πετειναρούθκια μόλις εφκήκαν που το αυκόν, διότι δεν έχουν αγοραστικήν αξίαν κύριε υποψήφιε. Μαρτυρίες λαλούν ότι για να κερδίζουν χρόνον τζιαι να βελτιώννεται η παραγωγικότητα να κάμνει τους νεοσσούς ανταγωνιστικούς στην Αγίαν Αγοράν, έσιει παραγωγούς που δεν τους κόφκουν πιλέ τα λεμούθκια τους τζιαι πετάσσουν τα ζωντανά. Η ράτσα όρνιθας που γεννά 300 αυκά τον χρόνον δεν νιώννεται αρκετά για να φκάλλει κιλόν στες 20 μέρες. Δεν κάμνουν να νιωθούν σαν ανταγωνιστικόν κοτόπουλλον τζιαι θανατώννουν τα αρσινικά μόλις ηφκούν που τ΄αφκόν. Έτσι ελέγχουν τον πληθυσμόν, με την πιο βρώμικην κακοθανασίαν, όι καν με ευθανασίαν. Τζιαι τα πουλλούθκια  εν υγιέστατα. 

Ξα τα πετειναρούθκια δεν είναι ζώα;

Ας μιλήσουμεν τζιαι για ευθανασίαν.

Το αρνάκιν με το οποίον αποθανατίζει ο προεδρικός υποψήφιος μιαν στιγμήν συγκίνησης τζιαι ευαισθησίας με "απλόν άθρωπον" τζιαι την παράδοσην, ευθανατίστην; Μπορεί η φωτογραφία που βρίσκει κάποιος πας το ίντερνετ με τα κακοθανατωμένα αρνιά τζιαι δαμάλια να εν πριν θκυο-τρία χρόνια, όταν ελειτούργαν το σφαγείον της Κοφίνου, σήμμερα επήεν να δει τι γίνεται στα ιδιωτικά σφαγεία πριν να μιλήσει για ευθανασίαν; Μπορεί ένας πολιτικός, που έσιει τζιαι ευθύνην για την κατάστασην με τόσην συγκέντρωσην θανατώματος σε έναν σφαγείον στην Χώραν, πάλε η ανταγωνιστικότητα, να έσιει μούτρα να μιλά για συνθήκες θανάτωσης των ζώων; Τζιαι που κακοθανάτωσην να μεν εψόφησεν το σιοιρίν που έδωκεν την κοτολέτταν της πάνω φωτογραφίας, ή το αρνίν που έδωκεν της σούβλαν της κάτω, επικοινωνά με τι του γράφουν ο προεδρικός υποψήφιος όταν λέει στο σημείον 6.2 του προγράμματος του « απαγόρευση της ευθανασίας υγειών ζώων »; Δηλαδή τζιείνα που βάλλει μες το πιάτον του εν άρρωστα; Οξά ζώα εν μόνον οι σσιύλλοι τζιαι οι κάττοι να δικαιούνται αξιοπρεπήν ζωήν τζ̆αι αξιοπρεπές θανάτωμαν με όσον το δυνατόν λλιόττερον βάσανον;

Πόσην υποκρισίαν θεέ μου οι Χριστιανοί. Εν εναντίον της ευθανασίας για τον πληθυσμιακόν έλεγχον των σσιύλλων τζιαι των κάττων, σαν προέκτασην της ανθρωπομορφικής κατάταξης της σχέσης που έχουν μαζίν τους, αλλά ποζάρουν να ψήννουν πτώματα που τα εκατομμύρια χτηνά που σφάζουν κάθε χρόνον για να καλοβαϊλίσουν τες σκεμπέες τους.

Οι χριστιανομορφικοί συμβούλοι που σας εγράψαν τες θέσεις σας για τα ζώα εν εναντίον της ευθανασίας σαν μέσον πληθυσμιακού ελέγχου των ζώων. Να σας ρωτήσω εσάς που τα τρώτε τζιόλας: είναι η ευθανασία μέσον για να τερματιστεί το μαρτύριον τζιαι η άθλια ζωή στην οποίαν υπόκεινται η πλειοψηφία που τους ανάμισι εκατομμύριον κάττους που κατοικούν την μισήν Κύπρον τζιαι τους εκατοντάδες σσιλλιάδες βαρελλόσσιυλλους που περνούν μιαν ζωήν διμμένοι δίπλα που έναν βαρέλλιν στες συνθήκες που ούλλοι γνωρίζουμεν; Όι πέτε μου. Πόσον θράσος πρέπει να έχετε να εκφέρετε γνώμην για την ευθανασίαν των σσιύλλων, κύριε υποψήφιε, ενώ δεν λέτε τίποτε για τες συνθήκες θανάτωσης των σιοίρων;





Το δίπατον φορτηκόν που παίρνει τον τελευταίον περίπατον καμιάν εκατοστήν σιοίρους για σφαήν στον αυτοκινητόδρομον Λάρνακας - Λευκωσίας εφωτογράφησα το μετά την διακήρυξην των προτάσεων για "απαγόρευσην της ευθανασίας υγειών ζώων".

Το υγιέστατον σιοιρίν που θωρεί με δέος τον πολιτισμόν των ανθρώπων για πρώτην φοράν έξω που το 5 αστέρων σιοιροστάσιον στο οποίον ενιώθην ξέρει ότι αυτόν το ταξίδιν εν έναν ταξίδιν του κακού. Να του κάμω ζούμ να δείτε τ΄αμμάτιν του κύριε προεδρικέ υποψήφιε, να δείτε αν εν ζώον υγειές που πάει με χαράν να σας δώκει 14 ζευκάρκα κοτολέττες να βάλετε πας την γραδέλλαν.




Η λύπη που εκφράζει τζιείνον το μμάτιν δεν είναι για τα περιττώματα μες τα οποία εν βουττημένον. Έτσι τζιαι αλλιώς άλλα που τούτα δεν είδεν για λάσπην στην ζωήν του ούλλην για να ασκήσει το ένστιγκτον του να σγάφφει το χώμαν να βρίσκει φαΐν πουκάτω που την γην τζιαι να τζοιλιέται μες τες λάντες με καθαρήν λάσπην για να καθαρίζει τα παράσιτα που το δέρμαν του τζιαι να δροσίζεται. Πόσην ειρωνείαν θα έβρισκεν το ανώνυμον σιοιρίν που υπόκειται στον βουννισμό του φορτηκού που το μεταφέρει, το βάσανον της μεταφοράς, τα περιττώματα που ππέφτουν πουπάνω του που τον δεύτερον πατόν, την αγωνίαν τους άλλους σιοίρους που συνταξιδεύκουν μαζίν του; Τι θα ελάλεν άτζιαπα αν είσιεν ανθρώπινην αντίληψην τζιαι έμπορεν να θκιαβάσει το σημείον 6.16 του προγράμματος σας για τα ζώα.



Ξέρετε κύριε υποψήφιε ότι ο σιοίρος εν κατά πολύ πιο ευαίσθητον ζώον που τον σσιύλλον. Ότι με όποιον συνδεθεί, σιοίρον ή άνθρωπον, διά ζωήν, σέβεται τον, δεν τον ποχωρίζεται, μαραζώννει άμαν τον χάσει; Ξέρετε κύριε υποψήφιε ότι η λόττες του κυρίου Αντρέα, ποτζιείνες που ζιούν όπως στες κλούβες της πρώτης φωτογραφίες τζιαι άλλην κίνησην που να κάθουνται τζιαι να σηκώννουνται δεν μπορούν να κάμουν μες τα κλουφκιά που τους εσχεδίασεν ο αγρονόμος της εντατικής τζαι προσοδοφόρας εκτροφής, δεν δέχουνται να τες βατέψει κάπρος άλλος που τζιείνον πον να ερωτευτούν;

Ποιάν εν η λογική του διαχωρισμού των συνθηκών θανάτωσης των σσιοίρων που τους σσιύλλους; Το ότι πρέπει να τον φάτε φτηνόν;

Μιας τζιαι έφερεν το η περίσταση τζιαι οι επικοινωνιολόγοι σας εφέραν σας σε επαφήν με την ευαισθησίαν για τα ζώα, σκεφτείτε το σοβαρά. Για να σας δώκουν δίπλωμαν δικηγόρου, ως τζιειαμαί θα πρέπει να πααίννει ο νους σας. Αν έβρετε απάντησην, πέτε μου τζιαι μέναν που δεν ήβρα: Πως είναι δυνατόν να σεβαστείς την ευημερίαν των ζώων μέσα στην μαζικήν παραγωγήν κρέατος που επέβαλεν η αγορά τζιαι τα νέα ήθη των αθρώπων να θέλουν να τρώσιν κρέας φτηνόν θκυο φορές την ημέραν; Πως είναι δυνατόν να παράξεις για να ταΐσεις τες 700 000 Κυπραίους δύο γεύματα την ημέραν με κοτόπουλλον 2.97 € το κιλόν αν δεν υποβάλεις τα ζώα σε βάσανον τζιαι άθλιες συνθήκες διαβίωσης; Για να μεν μιλήσουμεν για τα 7 000 000 000 αθρώπους πας την γην ούλλην…



Εγώ έτσι εξίσωσην τόσα χρόνια που το ψάχνω για τον προσωπικόν μου λοαρκασμόν δεν εμπόρεσα να λύσω.

Αν η παρέμβαση σας κύριε υποψήφιε δεν εν υποκριτικά επικοινωνιακά τσιαλιμούθκια για να σύρετε σταχτόν στα μμάθκια των κομματικών του Περδίκη τζιαι κανενού κουτσόφτερου φιλόζωου ψηφοφόρου, αν υποθέσουμεν έτσι για να πούμεν ότι εγίνην θαύμα τζιαι που ασυνείδητος ψήστης των ζώων, ρόλος που τον οποίον οι παραπάνω μας λλίον πολλά επεράσαμεν, ας πούμεν ότι έτσι που το τίποτε άννοιξεν σας τα μμάθκια σας έναν άγιον πλάσμαν για τα ζώα, αντέχετε το πολιτικόν κόστος να ζητήσετε που το φιλέυσπλαχνον σας κοινόν να κόψει το κρέας το πολλήν; 

Αντέχετε να τους πείτε την αλήθκειαν ότι για να παράξεις 100 αφκά την ημέραν με όρνιθες ευχαριστημένες θέλεις θκυο σκάλες χωράφιν, θέλεις γουμάν μεγάλον που να τες προστατεύκει την νύχταν που τους αλουπούς, θέλεις πετεινούς, θέλει να νιώννεις τα αρσινικά κοτόπουλλα που θέλουν 10 μήνες ταήν να κάμουν θκυόμισι κιλά κρέας ελεύθερα τζιαι θα γοράζει τ΄αφκά 7.90 € την τουζίναν τζιαι το πετεινάριν που δεν εβασανίστην 12 € το κιλόν; Το πετεινάριν ελαλούσαν οι παλιοί, διότι τες πουλλαούες εκραείζαν τες για τ΄αυκά τζιαι τα πετεινάρκα εσφάζαν ,τα αφού εζιούσαν ότι τους αναλογούσεν να ζήσουν ελεύθερα τζιαι κοντά στα φυσικά τους ένστιγκτα σαν ζώα τζιαι δεν τα επετάσσαν ζωντανά για την ανταγωνιστικότηταν της τιμής των νεοσσών.

Αντέχετε να τους πείτε ότι μια λόττα θέλει μιαν σκάλαν χωράφιν να θκιανέφκεται μέσα για να νιώσει καμιάν δεκαπενταρκάν σιοιρκά τον χρόνον τζιαι ότι αν την εσεβούμαστιν σαν πλάσμαν που αισθάνεται, όπως εβάλαν πρόσφατα στην νομοθεσίαν της Γαλλίας, το κρέας έπρεπεν να το γοράζουν 12 με 15€ για να ζήσει αξιοπρεπώς τζιαι ο παραγωγός που την ηφροντίζει;

Αντέχετε να ζητήσετε που τους φιλεύσπλαχνους και ελεήμονες ψηφοφόρους σας, αντίς να τρών τον ούτσιαλίν 55 κιλών σιοίρου ανά κεφαλήν τον χρόνον, 36 κιλών πουλλιού, 15 κιλών αρνιού, 10 κιλών ψάρκού τζιαι να φκάλλουν ζίλικουρτιν που την πολυφαΐαν, τζιαι να αρρωστούν που την ακινησίαν τζιαι την χολιστερόλην, αν φάσιν τζιαι κανέναν όσπριον, ή κανέναν βαζάνιν, μπορούν να πληρώσουν την τιμήν του κριάτου του οποίου η παραγωγή σέβεται την ζωήν των χτηνών σαν όντα που διαθέτουν αίσθησην τζιαι του παραγωγού σαν αξιοπρεπούς άθρωπου που τα αγαπά για να τα αναγιώσει;

Δεν θέλω να μηδενίσω τα καλά που εσκεφτήκαν οι συμβούλοι σας για τους σσιύλλους τζιαι για τους κάττους. Μακάρι εσείς ή όποιος εκλεγεί να πετύχει έστω τα μισά τζιαι κάτι θα είναι να αποφευχθεί το μισόν βάσανον που τραβούν τούτα τα θκυο είδη χτηνών, αλλά για να μεν περιπαιζούμαστιν, κάποτε πρέπει να μιλήσουμεν τζιαι για την ευημερίαν των ζώων κύριε υποψήφιε.




Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Ο google map της αντροπής, ο χάρτης μιας διαπλεκόμενης διαφθοράς.


Τον θεμέλιον λίθον του Δημαρχείου Λευκωσίας έθεσεν τον ο Δήμαρχος Μιχαλάκης Ζαμπέλλας πριν πολλά πολλά χρόνια. Την επομένην, στο οικόπεδον ευρέθην συνεργείον του τμήματος αρχαιοτήτων τζιαι που τότες ξηθάφκει αρχαία με το φρουτσούιν, φκάλλοντας στο φως τρεις πόλεις πάνω στ΄άλλου. Ακόμα δεν έχουμεν δημοσιεύσεις για να ξέρουμεν λεπτομέρειες, αλλά από ότι ακούεται, έχει πάνω που θκυόμισι σσιλιάες χρόνια ιστορίαν ξηθαμμένην τζιειαμαί. Κατ΄ακρίβειαν εν 4 πόλεις πάνω στ΄άλλου που ευρεθήκαν, η τέταρτη ήταν κάτι σπίθκια Τούρτζικα που την αρχήν του αιώνα μέχρι τζιαι το πεήντα όπου τα πλιθθάρκα ενεκατώννουνταν με τα κουγκριά, τα τζιεραμίθκια, τα Λευκωσιάτικα μωσαϊκά της μοντέρνας εποχής, τους τσίγκους, αλλά τούτα δεν τα πεϊντίζει η κουλτούρα των ειδικών για την ιστορικήν κληρονομιάν τζιαι επήαν μες τα μπάζα. Τούτα βέβαια εν το μικρότερον κακόν.

Πας τον χάρτην που έφκαλα που τον Γκούγκολαν μπορεί κάποιος να δει το αρχαιολογικόν πάρκον (με μαρκαδόρον πράσινον), που πιάννει περίπου τα 2/3 του οικοπέδου που ήταν προορισμένον για το δημαρχείον. Που το 1/3 στο οποίον εδέχτην το τμήμαν αρχαιοτήτων να γινεί επέμβαση, στο 1/6 πάνω-κάτω εχτιστήκαν κτίρια πάς τες κολόνες, αφήννοντας ανέπαφα τα αρχαία που αναδεικνύονται σαν συνέχεια του αρχαιολογικού πάρκου πουκάτω που το δημαρχείον (περιοχή με μαρκαδόρον πρασινοτζίτρινον). Το πάρκον θα διασχίζει ένας περίπατος όπου ο δημότης υποτίθεται θα σιαίρεται τες διάφανες τζιαι δημοκρατικές δημοτικές αρχές του να δουλεύκουν πίσω που τα φωτεινά μεγάλα παράθυρα της σύχρονης αρχιτεκτονικής, θα σιαίρεται τον δημόσιον του χώρον μες τον οποίον διαχέεται το πνεύμαν που τόσες στρώσεις της ιστορίας του, δίπλα που την πράσινην γραμμήν που σφάζει την πόλην. Το άλλον 1/6, αφέθην εις τον Δήμον να χτίσει πάνω, κάμνοντας χρήσην ενός κανόνα της Ουνέσκο που ζητά που τους αρχαιολόγους να μεν πειράζουν έναν ποσοστόν ενός αρχαιολογικού τόπου, τζιαι να τον αφήνουν ανέντζιστον για 100 χρόνια, να τον εξερευνήσουν οι επόμενες γενεές, που θα έχουν πιο μοντέρνες τεχνικές τζιαι στο φως τζιουνούρκων ιστορικών γνώσεων που θα εξηγούν τα ευρήματα. Τζιειαμαί εψαχτήκαν μόνον οι θεμελιοί τζιαι το υπόλοιπον δεν επειράχτηκεν. Εν σε τούτον το έκτον του οικοπέδου που εν χρωματισμένον με πιο βαθύν πράσινον που εκτιστήκαν τα 4 κτίρια του δημαρχείου, στριμώχνοντας τες οικοδομές πας τον δρόμον μεταξύ του παλιού ΕΚΑΤΕ τζιαι της οδού Ισαάκιου Κομνηνού.

Ως δαμαί καλώς. Με έτσι έργον, ανάθθεμαν τζιαι τα δέκα χρόνια καθυστέρησην που έπιασεν η οικοδόμηση του δημαρχείου, ανάθθεμαν τζιαι τα κόστη που επήαν στα ύψη. Η ποίηση τζιαι η ομορκιά που έπιασεν τούτον το έργον άθελα του, αξίζει τες δυσκολίες τζιαι τα κόστη τα οποία κάποτε θα ξηχαστούν τζιαι θα μείνει η αξία του έργου. Οι επόμενες γενιές Λευκωσιατών νομίζω θα νοιώθουν περήφανοι για τον πολιτισμόν μερικών ανθρώπων της γενιάς που έφερεν σε πέρας έτσι έργον με έτσι σέβας προς την κληρονομιάν της πόλης, με έτσι αισθητικήν ευαισθησίαν, με έτσι σέβας προς το περιβάλλον τζιαι την οικουμένην, που θα είναι κτίρια σχεδόν μηδενικής ενέργειας, με έτσι σέβας προς τα πλάσματα με ειδικές ανάγκες που θα μπορούν να έχουν πρόσβασην σε κάθε άκρην του δημοτικού δημόσιου χώρου τζιαι των γραφείων, με έτσι κουλτούραν διοίκησης, που εκφράζει μέσα που την αρχιτεκτονικήν την διαφάνειαν τζιαι την απουσίαν στεγανών. Όποιος επαρακολούθησεν το έργον, θα δει ότι οι συνεδρίες του δημοτικού συμβουλίου θα γίνονται σε έναν είδος μοντέρνας έκδοσης της εκκλησίας του Δήμου, όπου ο δημότης θα μπορεί να παρακολουθεί διάφανα ότι τον αφορά που τα κοινά. Στην Λευκωσίαν πάει να γεννηθέι ένας νέος πολιτισμός, άξιος της ιστορίας της.

Η σούππα όμως της χρηστής διοίκησης ξινίζει, όταν δει ο δημότης τι γίνεται πίσω που τους τσίγκους που την άλλην πλευράν της Ισαάκιου Κομνηνού. Η αρχιεπισκοπή, η εκκλησία του Θεού, έσκαψεν τρεις ορόφους βάθος να χώσει τους θεμελιούς του υπόγειου ππάρκιν πον να έσιει πουκάτω που τον γιγάντιον καθεδρικόν ναόν τζιαι το τμήμαν αρχαιοτήτων δεν ήβρεν ούτε έναν κουζίν. Ούτε έναν. Νο αρχαία γράφει πας τον χάρτην. Ούτε μιαν που τες τέσσερις στρώσεις πόλεων που ήβρεν τρία μέτρα πάρα τζιει που την Ισαάκιου Κομνηνού. Το 2117, αν γινεί ο κόσμος που βόλου, τζιαι οι αρχαιολόγοι πάσιν να ψάξουν πουκάτω που τα χαλάσματα του νέου δημαρχείου όπως επρόβλεψεν μέσα που τους κανόνες της η Ουνέσκο, στο διπλανό οικόπεδον θα έβρουν μόνον τα ερείπια της ματαιοδοξίας ενός παπά που την Τάλαν, θα έβρουν την σσιωπήν ενός διεφθαρμένου κράτους όπου ο ένας εθνικόφρονας καλύφκει τον άλλον, κάμνει πους εν ιξέρει, βάλλει τα κομματικά της παράταξης του πάνω που την ηθικήν της δουλειάς του, ακόμα τζιαι του πάθους που εσπούδασεν τζιαι αφιέρωσεν την ζωήν του (ας πούμεν της αρχαιολογίας, της χρηστής δημόσιας διοίκησης, της αρχιτεκτονικής του αστικού χώρου, της αισθητικής, της ιστορίας...). 


Αντρέπουμαι που η ευρωπαΐζουσα ελίτ της πρωτεύουσας της χώρας μου ετσούλλωσεν τζιαι άφηκεν να γινεί τούτον το έγκλημαν αμάθειας, έγκλημαν έλλειψης πολιτισμού τζιαι πολιτιστικής αναισθησίας, έγκλημαν υποκρισίας, αφήννοντας έναν κουτοπόνηρον άσχετον να γράψει την τάτσαν του πας την πιό όμορφην πόλην της Κύπρου. Δεν εβρέθην ένας αρχαιολόγος, ένας οικολόγος, ένας φιλελεύθερος Λευκωσιάτης δημότης, ένας αρχιτέκτονας, ένας ιστορικός, ένας Έλληνας, ένας Κυπραίος, ένας πολεοδόμος, ένας δεξιός, σοσιαλιστής, φιλελεύθερος δημοτικός σύμβουλος, ένας δημοσιογράφος, να μπορέσει να σταθεί αποτελεσμάτικά μπροστά σε μιαν τέθκοιαν χοντράδαν, μιαν τέθκοιαν διαπλοκήν, μιαν τέθκοιαν διαφθοράν. Οι Λευκωσιάτες θα έχουν καθεδρικόν ναόν πριν να έχουν δημαρχείον. Έτσι κκελλέ, έτσι ξιουράφιν θέλει. 

(με έναν κλικ πας τες εικόνες κάμνει ζουμ να δεις καλλύττερα)


Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Αισιέ, Ζαλιχέ, Ντελιβάζ, Γκιουλντανέ



Μαράθα, Σανταλάρης, Αλόα
Muratağa, Sandallar Atlılar
14 Αυγούστου 1974

την ώραν που εφέφκαμεν εμείς που το Βαρώσι μας, λλία μίλια πάρα τζιει εσσιέπαζεν ο σιοίρος την Αισιέν, την Ζαλιχέν, την Ντελιβάζ, την Γκιουλτανέ...

εγίνηκα 40 χρονών να μάθω πως είσιεν χωρκόν που το αλαλούσαν Μαράθαν.


Aceras Anthopophorum. Μάρτης 2009.

Η εξομολόηση της κυρίας Πετρούλλας.

Η κυρία Πετρούλλα θα κοντεύκει  τα ογδόντα. Κάθεται μπροστά που τον πάτερ Γεώργιον τζιαι εξομολογείται με  φωνήν κρυάν όπως τον πάον. Κρατεί το πρόσωπον της σκλερόν σαν το ξύλον τζιαι έσιει τα σιέρκα της δημμένα μες την ποθκιάν της. Ο παπάς ακούει την μαγνητισμένος.
«.Έμπηκα μέσα στην κάμαρην τζιαι είδα τα ρούχα του βουννημένα χαμαί βουνάριν.  Είπεν μου να τα πλύννω, γιατί εξημαρίσαν που εσφάξαν σιοίρον εις του Μανώλη τζιαι έθελεν τα επείγον. Εσυνάουνταν κάθηνύχτα σε τζιείνον το περβόλιν που την ημέραν του πραξικοπήματος. Στην αρκήν εγλέπαν καμιάν δεκαρκάν Μακαριακούς τζιαι κουμμουνιστές που εκρατούσαν μες την αποθήκην, ως που να τους δικάσουν. Ύστερα που εγίνην η εισβολή τζι επέψαν τους ούλους εις τον Βουφαβέντον, τζιείνοι εσυνεχίσαν να συνάουνται τζιει κάτω να κάμνουν σούβλες, για να περνά η νύχτα που εγλέπαν το χωρκόν που τους Τούρκους.
Μόλις είδα τα ρούχα τα ολομάτζιελλα ήρτεν μου αναουλιατός. Ανακάτσιουν τα γαίματα που μιτσιά. Που ήμουν 17 γρονών, εζήτησεν με ο Κκολός ο κασάπης τζιαι είπα όι. Η ιδέα να πλυννίσκω τες ποδκιές του τες ξημαρισμένες με τα γαίματα απόθαν με, τζι ας ήταν το πιο όμορφον λεβεντόπαιδον του χωρκού.
Στην αρκήν εμάχουμουν να διπλώσω σιγά - σιγά τα ποινάρκα του παντελονιού τζιαι τα μανίτζια του πουκαμίσου της παραλλαγής, προσέχοντας να μεν ιντζίσω πας τες τάτσες με το γαίμαν. Ήταν αδύνατον. Είσιεν τόσον γαίμαν πας τα ρούχα, παντές τζι ήτουν τζιείνον που σφάξαν. Διπλώννοντας το πουκάμισον, παρόλον που πρόσεχα, έντζισεν ο μιαλιώνας μου πας σε μιαν τάτσαν γιαίμαν πηχτόν που τράβησεν το παννίν του μανιτζιού.
Εβούρησα σαν την πελλήν εις την φουντάναν να θκιακλίσω το σιέριν μου να φύει η ξημαρισιά του γαιμάτου. Το νερόν ήταν κομμένον. Έπιαεν με πανικός. Βουρώντας να βρω την βάτταν με το νερόν, ένωθα το δαχτύλιν μου σαν να τζι εβούττησα το μες το ασίτ της παταρίας τζι εκατάτρων μου το. Έρκετουν εις τον νουν μου το χτηνόν την ώραν που του έμπηεν ο γιος μου το μασιαίριν μες τον βούρκουραν. Εθώρουν το να σπαρταρά νώθοντας το κορμίν του να φτζιερώννει που το γαίμαν του. Εθώρουν το γαίμαν να πυτά που το κόψιμον του λαιμού τζιαι να πιτσυκλιάζει το χώμαν τζιαι τα ρούχα που έπρεπεν να πλύννω. Εκόφκουνταν τα πόθκια μου που το ανακάτσιασμαν. Εθώρουν το χτηνόν να τρεμολοά τζιαι να πορτοκλωτσά παλεύκοντας με τον θάνατον, τσυλλημένον χαμέ που τέσσερις αδρώπους. Ένόμιζα πους ήταν να φκει η ψυσιή η δική μου. Οι εικόνες εβουρούσαν μες τον νουν μου αλλά δεν εκολλούσαν η μια με την άλλην.
Η βάττα ήταν όφκαιρη. Που την ημέραν που ερίξαν πόμπες οι Τούρτζιοι πας το τιπόζιτον του χωρκού, το νερόν εν εξανάτρεξεν τζιαι οι οικονομίες ελείφκαν η μια μετά την άλλην. Η ξημαρισιά πας τον μιαλιώναν μου έκρουζεν παραπάνω. Έπαθα σαν την άρρωστην. Δεν έξερα που εν να βρω νερόν να καθαριστώ. Εσκέφτηκα την ποτίστραν των όρνιθων. Εξαπόλυσα την κούζαν τζι εβούρησα μες την αυλήν. Εκουτσούβλησα πας το κατώβλιον τζιαι έππεσα χαμαί. Εκατάχταρα τα γόνατα μου τζιαι τρέχαν γαίμαν. Εφοήθηκα να τα σφοντζίσω, άμπα τζιαι νεκατώσω το γιαίμαν το δικόν μου με το γιαίμαν που ήταν πας τα ρούχα. Μόλις εκόντεψα του γουμά ετσιππώσαν οι όρνιθες πας την πόρταν τζι εκακκαρίζαν, σαν να τζιαι κόλλησα τους την πελλάραν την δικήν μου. Ενομίσαν πως τους έφερνα νερόν να τες ποτίσω που εκαγιάσαν τα χτηνά που την δίψαν.
Έπιαεν με παραπάνω πανικός. Εν έξερα τι μου εσυνέβαιννεν. Ήταν σαν να τζιαι ένωθα τα πράματα που γινήκαν πριν να τολμήσω να τα σκεφτώ. Δεν έξερα που εν να βρω νερόν. Εβούρησα στο εικονοστάσιν. Είσιεν μιαν ποτσούν μπλε με αγίασμαν, ποτζιείνες που εν μπλεγμένες σαν το καλαθάκιν με σύρμαν πλαστικόν. Εκρέμμετουν δίπλα που την εικόναν του Άι Γιωρκού, δοξάζω τ΄όνομάν του. Έφερεν μου την η στετέ μου η Πετρού που τον Άιν Τάφον τζιαι φύλαα το για καμιάν περίστασην ανάγκης. Που τον σιασιαρισμόν μου εκουτούκλησα το ούλον. Το μόνον που σκέφτουμουν ήταν να ξορκίσω την ξημαρισιάν που ένωθα κολλημένην πας το σιέριν μου. Άμα εσυνήρτα, ήμουν πολλά θυμωμένη που εκατάριψα ούλλον τ΄αγίασμαν τζιαι εν εφύλαξα τζιαι λλίον για την περίστασην, έτσι μέρες πολέμου που επερνούσαμεν.
Εστράφηκα μες την κάμαρην τζι εφόρησα δκυο κλάτσες πας τα σιέρκα μου, πέρκι καταφέρω να συνάξω τα ρούχα τα ματζιελλωμένα που χαμέ με χώρις να τα ντζίσω. Άμαν τζι έππεσεν η αγωνία μου, αρκέψαν οι σκέψεις να γυρίζουν μες τον νουν μου. “Γιατί τόσην βιασύνην να πλυθθούν τα ρούχα;” Τζιαι κλεψιμιόν να ήταν το χτηνόν, κλεψιές εκάμαν εκατόν τζιαι εν εφοηθήκαν να τους πιάουν. Το σπίτιν ήταν γεμάτον τηλεοράσεις, χρυσαφικά, ράδια κλεψιμιά. Ακόμα τζιαι μιαν ξώπορταν καρυθκιάν εφέραν μου έσσω οι γιούδες μου που τα τούρτζικα. Γιατί ήταν τόσον επείγον να πλυθθούν τα ρούχα;
Το ανακάτσιασμαν που τα γιαίματα ανακούτρευκεν μου τα στομάσια μου τζιαι έβαλλεν μου ιδέες που μ΄εκάμναν να νομίζω πως επέλλανα. Εθώρουν τα γαίματα του γεννόπαννου που ετύλιξεν η μαμμού τον Κωστήν μου, μόλις εγεννήθην, τζι άκουα το  κλάμαν του μωρού να χάννεται μέσα σε κρότους που πόμπες τζιαι ττουφετσιές του πολέμου. Η ώρα που εγέννησα τον Κωστήν μου ήταν η πιο όμορφη ώρα της ζωής μου. Έρκετουν τζιείνη η στιγμή στον νουν μου, αλλά έρκετουν την ίδιαν ώραν τζιαι η έννοια του Μιχάλη μου, που εν έμεινεν στο χωρκόν τζι επήεν να πολεμήσει στον Πενταδάκτυλον. Εθώρουν εφιάλτες όξυπνη.
Έβαλα το πουκάμισον τζιαι το πεντελόνιν τα ολογαίματα μες σε μιαν τσεντούν νάυλον να μεν τα νεκατώσω με τα άλλα ρούχα τζιαι να τα πλύννω ξεχωριστά. Εσύναξα τζιαι τες κλάτσες, τες  βρωμισμένες των αρβύλων τζι έπιασα τες να τες βάλω μες το καλάθιν με τα ρούχα τα κανονικά, να τες πλύννω άλλην ώραν. Έπιασα που χαμαί τζιαι το σώβρακον το ξημαρισμένον. Επήα να το πιάσω άνεννοια, όπως εσύναα πάντα τα σώβρακα που χαμαί που την ημέραν που τους έφκαλα τες πάννες τζι εμάθαν να ντύννουνται μόνοι τους. Μόλις το εσήκωσα που το λάστιχον, είδα μιαν κότσινην τάτσαν πας την δρακοθηλιάν.»
Η κυρία Πετρούλλα έσσιυψεν κάτω να μεν την θωρεί ο παπάς μες τα μμάθκια. Αντρέπετουν να την δει να κλαίει. Πριν να φύει που έσσω της, υποσχέθην εις τον εαυτόν της να κάμει την καρκιάν της πέτραν να τα εξομολοηθεί ούλλα, χωρίς ούτε να δειλιάσει, ούτε να κλάψει. Άπαξ τζι εράισεν η φωνής της, εν εμπόρηεν πιον να κρατηθεί. Στην αρκήν ετρέχαν μόνον τα μμάθκια της. Εσιώπησεν να πάρει ανάσαν τζιαι να καταπιεί τον κόμπον της πίκρας που έκατσεν μες τον λαιμόν της. Άμαν τζι εφτάσαν τα μμάθκια τζι ετρέξαν, το κλάμαν εγίνην νεκάλιον. Η ογδοντάχρονη σκλεράδα εμεταμορφώθην σε τρυφεράδα μιας κορούας των πέντε χρονών. Εσυνέχισεν να μιλά με λυγμούς στην φωνήν της κλαίοντας.
“ Με δίχα να το θέλω έμπηξα μιαν τσιριλιάν σαν να τζιαι βιάζαν με οι Τούρτζιοι εμέναν. Επήρα άνεσην τζιαι επαρακάλεσα τον Γριστόν να με βοηθήσει ν΄ αντέξω το κακόν που μου έμπην μες την ιδέαν πως εγίνην. Έβαλα τζιαι το σώβρακον μες την τσεντούαν με τες παραλλαγές τες γαιματωμένες. Έπιασα τα ρούχα τζιαι ίσιωσα βουρητή στον παπάν. Εφοήθηκα ότι αν ήταν γαίματα πλασμάτων, τζιαι επλύννισκα τα τζιαι πηαίνναν μες τον λάκκον με τους βόθρους, πως είσιεν να στοισειώσει το σπίτιν μου. Η μάνα μου έμαθεν μου πως εν αμαρτία να πετάσσεις ψιχούθκια του ψουμιού μες τα ποσκούπια, όι να πετάξω άθαφτον γαίμαν του πλασμάτου. Εφοούμουν ότι αν εμείνισκεν γαίμαν άθαφτον, ήταν να γυρίζει η ψυσιή των πλασμάτων αδέσποτη τζιαι να μου κατατρέσιει το σπίτιν μου ως που να έβρει το κομμάτιν που της λείπει. 
« Περίμενε να σου φέρω λλίον νερόν να πάρεις ανάσαν θεία.». Είπεν της ο παπάς τζι εσηκώστην τζι έφερεν της έναν ποτήριν νερόν κρυόν. Ήπιεν έναν βρόκκον τζι εσυνέχισεν.
“Ψυσιήν του θεού εν είσιεν μες τες στράτες. Έδυεν ο νήλιος τζιαι οι χωρκανοί εδιπλοβαώννουνταν να φάσιν γλήορα – γλήορα, ως που είσιεν φως να μεν τους πιάσει η συσκότιση. Εσβήνναν τα φώτα που τους βομβαρδισμούς.
Τσα πριν να φτάσω στου παπά, εποτυλίχτην μουγγαριστόν έναν λαντρόβερ που το στενόν τζι έκοψεν μου την στράταν. Επεταχτήκαν τρεις στρατιώτες τζι εστήσαν τα καλασνίκο πάνω μου. Στην αρκήν ενόμισα πως εν Τούρτζιοι τζιαι ώστι να μου μιλήσουν εκόπην η ψυσιή μου.
«Πού πάεις κυρία μες το κκέρφιου»; αρώτησεν με ένας καστρίσιης.
« Ρέξε που ομπρός μου τζιαι πρέπει να πάω γλήορα στον παπάν πριν να νυχτώσει». Είπα του.
«Απαγορεύεται η κυκλοφορία μετά το δύμμαν του νήλιου», είπεν μου τζιείνος, ψία τζι ήτουν στρατηγός.
«Άκου γιε μου», είπα του με το μαλακόν. «Είμαι η μάνα του Κωστή τζιαι πρέπει να πάω επείγον στου παπά».
« Εν ηξέρουμεν κανέναν Κωστήν», είπεν μου τζιείνος. «Δείξε μας τι κουβαλείς μες την τσεντούν».
Είπα του να με αφήκει να ρέξω τζιαι είμαι η μάνα του Κωστή που γλέπει το χωρκόν που τους Τούρκους. 
« Ποιους Τούρκους », λαλεί μου τζιείνος. «Τους Τούρκους εφάαμεν τους ως τον τελευταίον. Το χωρκόν εμείς το γλέπουμεν τζιαι εν ηξέρουμεν κανέναν Κωστήν».
Μόλις μου είπεν έτσι επαράλυσα. Ήταν σαν να επαληθεύκετουν ότι εφοούμουν. Μετά άρκεψα να τσιριλλώ σαν την άρρωστην να με αφήκουν να περάσω να πάω γλήορα στου παπά.
« Φερτην τσεντούν πρώτα να την εξετάσουμεν». Εδιάταξεν με ο άλλος με το όπλον.
Αρπάξαν μου την τσεντούν, γιατί μίσσιη μου είσιεν μέσα στρατιωτικόν υλικόν. Εμούνταρα τον τζιείνον τον καστρίσιην να του την πάρω, αλλά πριν να προλάβω να την πιάσω πίσω, εβούννησεν την του άλλου του μούζουρου. Εχαριεντίζουνταν, όπως παίζουν τα μωρά με μιαν μάππαν. Επήα να αντιδράσω αλλά έδωκεν μου μιαν κοντακκιάν ο καστρίσιης πας τον νόμον τζι έππεσα χαμαί. Επιάαν τα ρούχα τζιαι φύαν.”
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας εξαναπνίην μες τους λυγμούς σαν να τζι έκλαιεν δικόν της πλάσμαν. Ο παπάς μη ξέροντας πως να αντιδράσει, έμεινεν βριχτός τζιαι άφηκεν την να κλάψει να ξαλαφρώσει την συγκίνησήν της. Ήπιεν αλλόναν βρόκκον νερόν τζιαι εσυνέχισεν μισομιλώντας, μισοκλαίοντας.
 Έθελα να τα πάρω που παπά να τους θκιαβάσει τζιαι να τα θάψουμεν, όπως θάφκουνται τα πλάσματα. Έστω τζιαι αν εν τούρτζικα, ο Θεός δεν ημπόρει να δεχτεί να χωρίζεις το πλάσμα που τα γαίματα του τζιαι να τα αφήννεις άθαφτα. Έκατσα τζιειαμαί χαμαί που ήμουν τζι έκλαια. Έκλαια τα πλάσματα. Έκλαια τζιαι τον γιον μου. Επαρακάλουν την Παναΐαν που εν μάνα να με πονήσει τζιαι να μου δώκει κουράγιον να ζήσω το κακόν που έππεσεν πάνω μας. Εσκέφτουμουν άλλα πράματα για να μεν ησκεφτώ τι έκαμεν ο Κωστής μου. Δεν εμπόρηα να πιστέψω ότι το πλάσμαν που έφκην που το κορμίν μου ήταν δυνατόν να κάμει έτσι κακόν. Εσκέφτηκα ότι τούτα ούλλα ήταν πελλάρες που εγέννησεν η ιδέα μου. Ότι έτο, «οι ροκόλοι επήαν τζι εκλέψαν κανέναν σιοίρον που χωρκανόν τζιαι εσφάξαν τον να κάμουν ζιαφέθκια να γιορτάσουν που ερίχτην τούρτζικον αεροπλάνον». Η ιδέα τούτη επαρηγόρησεν με, εσηκώστηκα τζιαι στράφηκα έσσω.
Με έφαα με ήπια. Επήα τζιαι έππεσα πέρκι ποτζιοιμηθώ να μεν ισκέφτουμαι. Ούλλη νύχτα εν έκλεισα μμάτιν. Επαρακάλουν τον Θεόν να γλέπει τα παιθκιά μου που τον πόλεμον. Ο Μιχάλης μου έφυεν εις τες είκοσι του Ιούλη τζιαι νέα του δεν είχαμεν που τες δέκα του Αούστου. Ώρες - ώρες έτρεμα. Εσκέφτουμουν ότι τούτα τα γαίματα δεν ήταν για καλόν.
Εσηκώστηκα που τες τέσσερις. Εξημέρωννεν δεκαπεντάουστος. Ίσιωσα τζι επήα παρπατητή στο περβόλιν να φέρω κανέναν παούριν νερόν που τον λάκκον. Που στρέφουμουν αντάμωσα την Αντώναν του Σαλέπι με την κόρη της. Εσιαιρέτησα τες τζιαι αντίς να μου απαντήσουν εφτύσαν χαμαί τζι εμπήκαν έσσω. Είπουν ότι εν που ήταν Μακαριακές τζιαι ήτουν φανατισμένες. Στην ακρίβειαν όμως εν έθελα να ξέρω γιατί εφτύσαν. Εν ιξέρω αλλά επήεν πάλε η ιδέα μου πας τον Κωστήν μου. Εβούρησα τζιαι έμπηκα έσσω να μεν θωρώ κανέναν.
Ήταν κατά τες εννιά όταν άκουσα το ξωπόρτιν ν’ αννοίει. Εβούρησα να δω. Μπορεί να έξερα ότι ο Κωστής μου ήταν εις το χωρκόν, αλλά πάλε έτρων με η έννοια όσον τζιαι για τον Μιχάλην μου. Μόλις τον είδα να μπαίννει της αυλής εκατάλαβα ότι κάτι κακόν εγίνην.
« Σύντυσιε, είνταν που γίνην». Είπα του.
Εν μ’ εθώρεν μες τα μμάθκια τζιαι ήταν να σπάσω.
«Σύντυσιε γιε μου, πε μου».
Ήρτεν τζιαι έπιαεν με μες τ’ αγκάλια του τζι ελούθην του κλαμάτου. 
«Ο Μιχάλης μας...», είπεν μου κλαίοντας τζι εκόπην η φωνή του.
Εφύρτηκα μες τα σιέρκα του.
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας εσκλέρινεν διαμιάς τζι εγίνην σαν την πέτραν πάλε. Σαν να τζιαι ήπιεν αναισθητικόν να μεν νώθει άλλον.
Άμαν τζι εσυνέφερεν με, αρώτησα τον αν έξερεν τίποτε. 
«Τίποτε το συγκεκριμένον» είπεν μου. «Επέψαν απλά μήνυμαν που τον στρατόν ότι έππεσεν εις την Μιαν Μηλιάν».
Έτσι σαν μ΄εκράεν μες τ’ αγκάλια του τζι έκλαια, εξήσπασεν τζι άρκεψεν να φωνάζει.
« Βρωμότουρτζιοι, εφάετε τον αρφόν μου. Πόψε εν να σκοτώσω άλλο εκατόν να πάρω το γαίμαν του πίσω».
« Γιατί πόσους εσκότωσες ως τωρά τζιαι να σκοτώσεις άλλο εκατόν »; αρώτησα τον.
Έμεινεν βριχτός τζιαι εν απάνταν. Τζιειαμαί εκατάλαβα πως ό,τι εφοήθηκα εγίνηκεν.
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας πάλε εράισεν τζι εγίνετουν πότε φωνή πότε νεκάλιον.
«Αμάρτησα πάτερ μου. Εκαταράστηκα το παιδίν μου, ημέραν της Παναΐας, να μεν χαρεί». Είπα του ότι τον Μιχάλην μας εν τζιείνος που τον εσκότωσεν τζιαι εν να μείνει άθαφτος όπως εμείναν άθαφτα τα γαίματα των πλασμάτων πας τα ρούχα του. «Εβλαστήμησα τζιαι προς τον Θεόν πάτερ μου». Είπα του, «ποιος εν τούτος ο Θεός που μου έπεψεν τέρας να γεννήσω αντίς παιδίν»;
«Θέλω να ζητήσω συχχώρεσην πάτερ μου που τον Θεόν, που εν εσεβάστηκα το όνομαν του. Θέλω να του ζητήσω συχχώρεσην τζιαι που εν ήβρα ακόμα την δύναμην να συχχωρήσω του Κωστή μου τζι ας εκλειδώθηκεν που τότες σε μοναστήριν».
«Ο Θεός εσυχχώρεσεν σε κυρία Πετρούλλα, διότι έδωσες παιδίν για την πατρίδαν», είπεν της παρηγορητικά ο παπάς.
Μόλις άκουσεν τα λόγια του παπά η κυρία Πετρούλλα, εξαναγίνην πάλε η καρκιά της πέτρα τζιαι εξαναήβρεν την αναισθησίαν της γεροντίσιμης φωνής. Ο παπάς αμήχανος, είνταν πον να της πει άλλον, άρκεψεν να της θκιαβάζει κάτι προσευχές. Η κυρία Πετρούλλα εσηκώστηκεν πάνω που την καρέκλαν. Πριν να του γυρίσει την πλάτην της τζιαι να πιάει τη στράταν να φύει, έσφιξεν τα σιείλη της σαν να εδίσταζεν να ανοίξει το στόμαν της να του πει τζιείνον που θελεν να του πει. Το πρόσωπον της εσυννέφκιασεν με τον ίδιον σιχχαμόν, όπως πριν 35 χρόνια στο θέαμαν του γαιμάτου.
Γυρίζοντας να φύει, έκοψεν τον παπάν που τους ψαλμούς του τζιαι είπεν του με δίχα να τον θωρεί:
«Αν εν για μέναν που ψάλλεις παραίτα πάτερ. Εσού εν τον πόλεμον που μ’ έκρουσεν  που λουτουρκάς, εν τζι έν τον Θεόν».
Έπιαεν το παστούνιν της τζιαι ίσιωσεν μόνη της κατά τζιεί.
Ο Παπάς εσυνέχισεν να ψάλλει τζιαι να παρακαλεί τον Θεόν να την συχχωρήσει.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Επιστροφή

Άννοιξα την βαλίτσα μόλις έφτασα έσσω τζιαι ήβρα τα ενθύμια σπασμένα :(









Χωρίς ενθύμια τζιαι τζιαι χωρίς αγορασμένα δώρα είσαι αναγκασμένος να αλλάξεις στρατηγικήν για να κάμεις τα πλάσματα που αγαπάς να χαρούν.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Στο σταυροδρόμιν των πολιτισμών της Σκάλας.

Κάμε πάνω κλικ για να δεις καλλύττερα άμα χρειαστεί.

-Ρέεε φιλέεεε!

Επιάστήκαμεν μες τ΄αγκάλι̮α. 

- Πόσα χρόνια! 

Έσ̆ει πλάσματα που όσα χρόνια τζ̆αι να κάμεις να μεν τα δεις, οι καρκιές δεν ηξισυχρονίζουνται. Ο κύριος του εστιατορίου « Το Μαγκάλλιν » έμεινεν λλίον αμήχανος. Ετράβησεν πίσω για ναν διακριτικός. Άμαν εξιγιαλλίσαν τ΄αμμάθκια μας που την χαράν μας, εξανάρτεν ντροπαλά τζ̆αι μας ένεψεν να πιάσουμεν όποιον τραπέζιν θέλουμεν.

- Θα πάμεν δαμαί δίπλα τζ̆αι θα έρτουμεν σε τρία λεπτά.

Ο φίλος μας έπιασεν μας που τον νόμον με τον Κύπρον, τον τρίτον της παρέας, που ήταν ήδη τζ̆ιαμαί που λλίον πριν τζ̆αι μας είπεν ότι έθελεν να μας δείξει κάτι που θεωρεί σημαντικόν. 

Το Μαγκάλλιν είναι καρτζ̆ίν που τα ερείπια της Διανελλείου. Επαρπατήσαμεν πας σε κάτι μισοδότζ̆ιν ξηφτισμένα πεζοδρόμια τζ̆ι εφτάσαμεν 200 μέτρα πας το ράνταπαου της Μητρόπολης. Εσταμάτησεν πας την γωνίαν τέρα-τέρα που το καρτερίμιν της Διανελλείου τζ̆ι έδειξεν μας την διεύθυνσην δυτικά, όπως το άσπρον το τοξούιν πας τον χάρτιν.

- Δέτε ρε παιθκιά. Εν τούτος ο τόπος που εθέλαν να τον κάμουν Ελλάδαν. Ποδά ίσ̆ια πάνω, εν ο τουρκομαχαλλάς. Λλίον πάρα τζ̆ει που την Μητρόπολην εν το τζ̆ιαμίν τζ̆αι λλίον πιό νότια εν το Κάσα, που ήταν το σχολείον τους, που εγίνην μετά τον πόλεμον γυμνάσιον Δροσιάς. Εν τζ̆ειμέσα που εφυλακίσαν τα γυναικόπαιδα μέρες.

Δαμαί μες την αυλήν της Μητρόπολης, τζ̆ειαμαί πον η κυλίδα η κότσ̆ινη πας τον χάρτην, στες 15 του Ιούλη εσυνάχτην κόσμος τζ̆αι κόσμος με τα κυνηγετικά για να αντικόψει το πραξικόπημαν. Επολογιάσαν τους. Ποδά, ανατολικά που δείχνει το τόξον το κότσ̆ινον, εν ο Άης Γιάννης. Οι μάντηες επιάαν τα κυνηγετικά τους τζ̆ι εφκήκαν πας τα δώματα τζ̆αι δεν αφήκαν πραξικοπημαντίαν να μπει μες τον μαχαλλάν. 

Εγυρίσαμεν πιό ανατολικά, τζ̆ι έδειξεν μας προς τα βόρεια. 

- Θωρείτε την Φραγγοεκκλησ̆ιάν. Εν του 1842, αλλά αντικατέστησεν μιαν άλλην εκκλησιάν των Λατίνων που ήταν του σ̆σ̆ίλια εφτακόσ̆α , η οποία αντικατέστησεν μιαν ακόμα πιο παλιάν του σ̆σ̆ίλια εξακόσ̆α που εχτίσαν οι Φραγκισκάνοι μοναχοί για να υποδέχεται τους λατίνους προσκηνητές που πααίνναν εις τους Αγίους τόπους. Η φραγκογειτονιά ήταν πάρα μέσα προς την πόλην. Η Σκάλα της Κύπρου ήταν το σταυροδρόμιν του κόσμου που τους εφτά ορίζοντες. 

Αν πιάσεις τον δρόμον που πάει μες τον τουρκομαχαλλάν, εν να σε φκάλει ίσ̆σ̆ια πας το νεκροταφείον τους Αρμένηες. Αν πάεις ποδά που την αντίθετην κατεύθυνσην, τσάς πάρα κάτω, ανατολικά που δείχνει το τοξούιν το μωβ πας τον χάρτην, εν τα κυκλώπεια τοίχη, που εκάμαν οι κάτοικοι οι παλιοί να κόψουν την θάλασσαν που έρκετουν ως δαπάνω. Το Κίτιον, έφκαλεν τον Ζήνωναν, που εμετοίκησεν εις την Αθήναν νέος να μάθει φιλοσοφίαν, τζ̆ι εφάκκαν η γλώσσα του φοινικικά.

Οι μάντηες εν αφήκαν πραξικοπηματίαν να μπει μες τον Άην Γιάννην, αλλά τζ̆είνοι εφκήκαν. Που τον δρόμον τζ̆είνον, έδειξεν μας λλίον πάρα τζ̆ει, όπως δέιχνει η γραμμή η κότσ̆ινη πας τον χάρτην, εφκήκαν οι 6 με το αυτοκίνητον να φωνάξουν του κόσμου « ο Μακάριος ζεί ». Εκατατροπώσαν τους τζ̆ειαμαί καρτζ̆ιν που την Αλκήν τζ̆ι επεθάναν οι 4. Του μωρού του Εδονίτη, ελάλεν του η μάνα του « κάτσε γιέ μου, είσαι μιτσής εσού ». « Άης με άμμα, ο Μακάριος ζει, πρέπει να το μάθει ο κόσμος ». 14 χρονών, εφάαν τον.

Χάτε, πάμεν να παραγγείλουμεν τζ̆ι εν να μας καρτερά ο θείος. 

Επιάσαμεν τρεις μερίδες μισές, τζ̆αι αρτηρήσαν μας πιλέ. Με μιαν ποτσούν ζιβάναν της Λοέλ εξανακάμαμεν τον κόσμον που το ενενήντα τζ̆αι δά που σ̆ει να βρεθούμεν. Ετέλειωσεν η νύχτα μας πας την διχοτόμησην που μας εφορτώσαν, πνίοντας κάθε ελπίδαν, που πήαν τζ̆αι τα κάμαν σ̆ιόνιν τζ̆αι γαστρίν πας τα σιονισμένα τα βουνά της Ελβετίας.


Έσ̆ει τζ̆αι συνέχειαν γυρισόντα μέρα η ιστορία, πον να βρω λλίην ώραν να την ηγράψω.