Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Επέστρεφε

Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Πρώτη ανάρτηση στο μπλόγκ ενός θαλασσαιμικού



Εγεννήθηκα τον Μάιο του 1981. Ο λόγος που υπάρχω είναι μια λάθος διάγνωση του νοσοκομείου. Μια νοσοκόμα ενεκάτωσεν τες εξετάσεις της μάνας μου με τες εξετάσεις μιας άλλης. Τη ζωή μου τη χρωστώ σε μιαν ατζιαμήνα νοσοκόμα. Αν δεν ήταν τζιείνη, ήταν να με σκοτώσουν εμέναν μες την τζιοιλιάν της μάνας μου, αντίς που σκοτώσαν έναν μωρόν καλόν. Επήεν για θαλασσαιμικόν. Ήταν η ατυχία του να κάμει ανάλυσην η μάνα του την ίδιαν ημέραν με την δική μου. Ήταν η τύχη μου να ζήσω την θαλασσαιμίαν.

Ήμουν πολλά μικρός για να αθθυμούμαι την οδύνην των γονιών μου, όταν ανακαλύψαν το λάθος του νοσοκομείου. Δεν έσιει όμως τζιαι πολλήν σημασίαν, διότι τζιείνη η στιγμή, έτσι τζιαι αλλιώς, εγράφτηκεν μες το DNA της σχέσης μας. Είμαι η οδύνη τους. Φοούνται τον δικό μου θάνατον παραπάνω που τον δικόν τους. Εμέναν δεν μου το είπεν ακόμα κανένας ότι είμαι θαλασσαιμικός. Εκατάλαβα το μόνος μου όταν επροσπάθησα να βάλω λέξεις πάνω στο μαρτύριον της μηνιαίας μετάγγισης, των εξετάσεων, των αναλύσεων τζιαι κόντρα αναλύσεων. Το κορμίν μου εγίνην έναν μαξιλαράκιν της ράφταινας που το εσσιλιοτρυπήσαν βελόνες άπειρες.

Ζιω που το γαίμαν των αθρώπων που δέχουνται να δώκουν μιαν πότσαν για να με συντηρήσουν στη ζωήν. Έναν ανθρώπινο λάθος, εκτός που εστοίχισεν την ζωήν ενός μωρού, που κανονικά θα έπρεπεν να ζήσει, στοιχίζει τζιαι δύο πότσες γαίμαν τον μήναν για να με κρατεί εμέναν στη ζωή. Όσους μήνες ζήσω, θα στοιχίσει τζιαι τόσες πότσες γαίμαν επί δύο. Μέχρι σήμμερα εκατάλυσα εξακόσιες εβδομήντα δύο.

Πολλές φορές που γίνουμαι κακός με τους γονιούς μου νομίζω ότι εν που μου βάλαν γαίμαν που άθρωπον κακόν. Στην αρχήν ενόμιζα ότι δεν μπορεί να έσιει πλάσμαν κακόν που να πααίννει εθελοντικά να δώκει το γαίμαν του για τον άλλον. Ύστερα όμως, έμαθα για την κόλασην τζιαι για τον παράδεισον. Εκατάλαβα ότι μπορεί να έσιει κόσμον που διά το γαίμαν του, ελπίζοντας ότι εν να τον συχχωρήσει ο θεός για τες αμαρτίες που έκαμεν. Προχτές είδα στην τηλεόρασην πολιτικούς που εδιούσαν γαίμαν. Ως τζιαι που τον πρώην μουχτάρην της ενορίας μου μπορεί να έχω γαίμαν μέσα μου να τζιυλά. Εκαταδικάστηκεν έξι χρόνια φυλακήν για σεξουαλικήν παρενόχλησην της κόρης του. Όποτε είσιεν καμπάνιαν αιμοδοσίας, επήαιννεν τζιαι εκόρτωννεν πρώτος να ππέσει πας το κκάμπερ.

Άμαν με έπιαννεν παλιά η απελπισία, έρκετουν μου να πκιάω μιαν λεπίδαν τζιαι να κόψω την φλέβαν που μου τρυπούν κάθε πρώτην τζιαι κάθε τρίτην τετάρτην του μήνα για να μου βάλουν γαίμαν. Ύστερα εσκέφτουμουν ότι η ξημαρισιά του γαιμάτου που τρέσιει μέσα μου εν μπορεί να καθαρίσει. Τζιαι να το φκιερώσω μέχρι την τελευταίαν σταξιάν, τζιείνη που αφομοιώθηκεν που τα κύτταρά μου μες τους μυς μου, μες τα νύσια μου, πας την πέτσαν μου, μες τους ιστούς των οργάνων μου, μες τα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μου, τζιειαμαί εν να μείνει, με το νεκρόν μου το κορμίν το άψυχον. Εσκέφτουμουν την ψυσιήν μου με δίχα σώμαν τζιαι έτρεμα που τον φόον παραπάνω που τους γονιούς μου άμαν τους πκιάννει η αγωνία πως εν να με θάψουν εμέναν πρώτα. Εν άδικον πράμαν ένας γονιός να θάφκει το παιδίν του.

Τζιαι μόνον για τούτον, εν λόγος αρκετός για να θκιώχνω τες ιδέες τες μαύρες που μου σκοτεινιάζουν την ζωήν τζιαι κάμνουν με να θέλω να τελειώννω μαζίν της. Δεν αξίζει στους γονιούς μου έτσι αδικία. Μπορεί να εμίσησα τες πράξεις τους, μπορεί να εμίσησα τα γούστα τους, μπορεί να εμίσησα τες ιδέες τους τζιαι τα θέλω τους, τζιείνους αγαπώ τους τζιαι τους θκυο. Όταν όμως με πκιάννουν στα όπα - όπα, σαν να τζιαι είμαι μελλοθάνατος, άμαν δέχουνται έναν καπρίτσιον μου που φόον άμπα τζιαι εν το τελευταίον μου τζιαι πάω στεναχωρημένος, τζιείνες τες ώρες έρκεται μου να τους μουντάρω τζιαι να τους πνίξω να πολεφτερωθώ που την αγάπην τους. Όταν ήμουν πιο μιτσής, έκαμα τα πάντα για να με στενοχωρήσουν έστω τζιαι μιαν φοράν. Έτσι όπως θα εκάμναν με έναν κανονικόν ατίθασον έφηβον. Στον πολλύν τον τζιαιρόν, εκατάλαβα ότι άμαν ένας γονιός βαρεθεί πραγματικά το παιδίν του, όταν δεν αντέχει πκιον να πα να θκιακονήσει άλλην πότσαν γαίμαν για μετάγγισην, όταν βαρεθεί να παραμονεύκει την πόρταν του να μεν του κατεβεί ο Χάρος Κυριακήν, πρωτοχρονιάν ή Πάσκαν, δεν μπορεί να τολμήσει να δείξει την δισπύρκασην του, όσον τζιαι να τον έσιει σπάσει το κοπελλούιν του. Θα φοάται πάντα άμπα τζιαι καταλάβει πως πραγματικά το εβαρέθην. Είσιεν στοισιειώσει μέσα μου η ιδέα ότι τούτη ούλλη η καλοσύνη ήταν για να καλύψουν οι δικοί μου τες ενοχές τους, που κατά βάθος ελυπηθήκαν που οι γιατροί εσκοτώσαν λάθος μωρόν.

Τωρά εν εγιώ που κουβαλώ ενοχές που τους έψησα το ψάριν στα σιείλη. Μιαν ημέραν που δεν άντεχα το βάρος της ζωής, είπα τους ότι τζιείνοι φταίσιν που εν να πεθάνω. Τζιείνοι τζιαι τα καταραμένα τους τα γονίδια. Μιαν άλλην ημέραν είπα τους ότι μισώ τους όσον μισώ τη ζωήν μου. Είπα τους τζιαι ότι εν ανεύθυνοι. Ότι άμα είσαι στιγματικός εν παντρεύκεσαι ένα στιγματικόν. Τζιαι αν τον παντρευτείς δεν κάμνεις κοπελλούιν.

Τούτη η τελευταία κατζία ήρτεν μου όπως το μπούμερανγκ τζιαι επλήγωσεν με παραπάνω που τες σσίλιες βελόνες που μου ετρυπήσαν το κορμίν. Ήμουν δεκαεννιά χρονών όταν ερωτεύτηκα που τ΄αλήθκεια. Ετόλμησα τζιαι είπα της Μαρίας πως την αγαπώ μετά που ένα χρόνον πλατωνικής σκέψης. Εκαθούμαστιν στο κκαφέ απέναντι που την παραλίαν. Είπεν μου ότι δεν εν αδιάφορη για μένα. Επήρα πάνω μου τζι έπιασα της το σιέριν. Ετράβησεν το πίσω, Είπεν μου ότι «εν εν φρόνιμο». «Η αγάπη εν τζι εν αντροπή», είπα της προσπαθώντας να την καθησυχάσω. «Έν τζιαι εν τζιείνον», είπεν μου. Ο λόγος που μου επαρουσίασεν ότι δεν θέλει να προσωρήσουμεν είναι ότι « τζιαι η μάμμα της τζιαι ο παπάς της τζιαι τζιείνη έχουν το στίγμαν». «Φοάται» είπεν μου, διότι «αν τερκάσουμεν, μόνον 25% πιθανότητες θα έχουμεν να κάμουμεν μωρόν καλόν».

Ο πόνος του έρωτα που πνίεται που την λογικήν έκαμεν με να νιώσω την πκιο πικρήν τζιαι ταυτόχρονα γλυτζιάν αλήθκειαν που μου έμαθεν η ζωή: άλλη γεναίκα που την μάναν μου δεν θα μ΄αγαπήσει χωρίς αντάλλαγμαν. Εβάρτηκα έτσι που τα είκοσι μου να δημιουργήσω τα απαιτούμενα ανταλλάγματα. Για να δεχτεί μια γεναίκα την μυρωθκιάν του θανάτου δίπλα της τζιαι να μεν ανακατσιά, πρέπει να έσιεις να προσφέρεις κάτι που βαρεί πολλά παραπάνω που τον φόον του θανάτου. Πώς να έβρεις όμως έτσι αντάλλαγμαν την στιγμήν που είκοσι χρόνους ζωής δεν το ήβρες για σέναν τον ίδιον; Άλλον πράμαν να συνηθίσεις την σκιάν του χάρου τζιαι άλλον να μεν τον φοάσαι.

Εσταμάτησα να τρέμω στην σκέψην του που την ημέραν που εσκοτώθηκεν ο φίλος μου ο Σιαμανής. Εκράτεν τον σφικτά ολοζώνταντον που την μέσην η αγαπημένη του την ώραν που ήρτεν ο Χάρος τζιαι πήρεν της τον. Επέταξεν τους τζιαι τους θκυο η μοτόρα τζι έχασεν τον που μες τα σιέρκα της. Είκοσι χρόνια που τον εκαρτέραν η δική μου μάνα να ρτει να με πάρει, υπόφερεν για το τίποτε. Ήταν της Σιαμανούς να μαυροφορήσει. Όταν έπαψα να είμαι παράλυτος που την ιδέαν ότι μπορεί να πεθάνω, άρκεψα πραγματικά να ζιω. Όι πως πριν δεν έζιουν. Έζιουν όμως χωρίς να το ξέρω. Ήταν σαν να εσκοτώσαν το κορμίν του μωρού του καλού τζιαι την ψυσιήν την δικήν μου. Επήα τζιαι είδαν τον Σιαμανήν νεκρόν. Πριν να πάει τζιαι η ψυσιή του, εζήτησα του να πάρει μαζίν του την δικήν μου την σκοτωμένην τζιαι να μου αφήκει την ζωντανήν. Εδέχτηκεν. Που τότες δεν με πειράζει ούτε το γαίμαν το ξένον. Φτάνει να συντηρεί την ψυσιήν την ζωντανήν. Άμαν η ψυσιή σου εν ζωντανή, αγαπά σε ο άλλος γι΄ αυτόν που είσαι τζιαι όι γιατί είσαι μελλοθάνατος. Τζιαι άμαν σε αγαπά ο άλλος, έστω τζιαι με ανταλλάγματα, η ζωή εν γλυτζιά.

Πρώτη ανάρτηση στο μπλογκ. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα σας ξαναμιλήσω για θαλασσαιμία.

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

Cambia todo en este mundo ay ya yai

Violeta Parra.

Τρίτη, 03 Νοεμβρίου 2009

Σαν εγύρεφκα τον εαυτό μου...



Απασχολημένος να κοντρολάρω μέχρι τζιαι την τελευταία λεπτομέρεια της καθημερινότητας τζιαι του ζωτικού μου χώρου έχασα τον εαυτό μου. Θα το εκαταλάβατε ίσως από το ψυχοπλάκωμα των τελευταίων αναρτήσεων. Σας προειδοπειώ, μην βρεθεί κανένας να πει "κουράγιο", "υπομονή", "να είσαι δυνατός" τζιαι τα άλλα τετριμμένα που λαλούμεν ασυνείδητα άμαν θωρούμε κανένα που περνά μια στιγμή δύσκολη. Όποιος τολμήσει θα τον σφάξω ψηφιακά. (delete τζιαι στο trush το σχόλιο).

Άλλωστε η αίσθηση ότι χάννουμαι, ότι πνίουμαι τζιαι δεν ξέρω πόθθεν θα κρατηθώ να φκώ πουπάνω, δεν εκράτησεν τζιαι πολλά.
Τζιειαμαί που εγύρευκα τον εαυτό μου που έγινεν άφαντος φανταστήτε που τον ήβρα! Δεν τον ήβρα δηλαδή ακόμα ούλλον, αλλά φανταστήτε που ήβρα κρυμμένον έναν μέρος του;

Με σε μιαν τεράστιαν αίθουσαν γεμάτην με μηχανές, ισσκλίκκια (gadgets στα κυπριακά) γυμναστικής, τηλεοράσεις που δείχνουν τίτσιρους τζιαι τιτσίρες να γυμνάζουνται τζιαι να κάμνουν vulgaire κινήσεις τζιαι στάσεις του σώματος τζιαι του στόματος, καμπόσους αθρώπους μόνους τους να βουρούν πάνω σε κολάνια μονότοπα, να παλέφκουν με βάρη, με ποδήλατα που τζιυλούν επίσεις μονότοπα, σίδερα τζιαι σύρματα που τα τραβάς να σηκώννεις τζιαι να μετατοπίζεις βάρη. Μες τον χώρον που πάντα υποτίμησα σαν χαζότοπο για χαζοχαρούμενους ναρκίσσους ήβρα έναν μέρος του εαυτού μου.

Εθώρουν το μες τον καθρέφτην να γυμνάζεται τζιαι να σηκώννουνται οι ποντιτζιοί του οι ζωντανοί τζιαι να διούν φόρμες όμορφες στο σώμα. Ένωθα το μες την αδυναμίαν των μυών να κάμουν την εβδομηκοστήν κάμψην πας την στην μηχανήν που γυμνάζει τους κοιλιακούς. Ακριβώς όταν ο μυς αδυνατούσε να σηκώσει ακόμα μια φορά ένα βάρος, όταν έχει δώσει ότι μπορούσε τζιαι αρνήται να επαναλάβει μιαν κίνηση, τζιεινή τη στιγμή ένωσα την δύναμη της ζωής. Είδα μέρος του εαυτού που έχασα να στάσσει με την μορφή δρώματος γεμάτον αρσενικές ορμόνες τζιαι τεστοστερόνη ανακατωμένη μέσα να εξισιείλαν που το δέρμα μου. Άκουσα το στους παλμούς της καρκιάς μου που εφάκκαν 3 φορές πιό γλήορα τζιαι έκαμνεν την τζιοιλιά μου ακριβώς κάτω που το στέρνο μου να πάλλεται σαν την βαλβίδα. Ένοιωσα το ανακατωμένον μέσα στην επιθυμία συνεχίσω την άσκηση τζιαι να μην σταματήσω, να ξεπεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Χε χε !! έστησα την του εαυτού μου. Πως να ξεπεράσεις τον εαυτό σου αν δεν τον έβρεις πρώτα;

Μετά ετσάκωσα άλλον μέρος του μέσα στο σκοτάδι μόνο του στους 4 ξίλενους τοίχους μιας μικρής σάουνας να γίνεται δρώμα τζιαι να τζιυλά που το δέρμαν του γυμνού κορμιού μου. Έτριψα το, εχάδεψα το για να το νοιώσω καλλύττερα. Επήρεν την μορφήν απόλαυσης η οποία επολλαπλασιάστην επί 100 όταν υπόβαλα το δέρμα μου σε ένα θερμικό σόκ από αέρα 100 βαθμών στο νερό των 12. Εγέλασα του εγκεφάλου μου τζιαι εποτζιοίμησα τον να μεν αντισταθεί τζιαι να αποφύγει τη αλλαγή θερμοκρασίας. Όταν το κρύον εξίππασεν τα αισθητήρια όργανα του δέρματος εσηκώστηκεν η τρίχα μου εξύπνησεν ο εγκέφαλος τζιαι είδεν το μέρος του εαυτού μου που ενόμιζα χαμένο παρόλον που ήταν πάντα μέσα μου.

Όταν μου είπεν ο γυμναστής ότι δεν πιστεύκει ότι η τελευταία φορά που έκαμα γυμναστικήν ήταν όταν ήμουν 16 χρονών, αναγνώρισα το μέρος του εαυτού μου που ενόμιζα ότι έχασα. Εξεπρόβαλεν ντροπαλά σαν αυταρέσκεια. Α! τι γλυκόν πράμαν η αυταρέσκεια που δεν βλάφτει κανέναν.

Επιστρέφοντας σπίτιν, αντζελόσσιασεν με άλλον μέρος του εαυτού μου που εξεπετάχτηκεν μέσα που μιαν
m&ms που ετσάκρισεν μες το στόμα μου. Είχεν την γεύση κασιανιστού ανακατωμένης με σιοκολάτα τζιαι μάλτου. Φτάνοντας στον σταθμό του τραίνου στο χωρκό, μόλις αντίκρυσα τον διανομέαν στιγμιαίας απόλαυσης, έβαλα του 2 φράγκα μέσα τζιαι έφκαλεν μου έναν σακκουλλούιν κίτρινον των 150 γραμμαρίων. Ακολούθησα το ένστιγκτο μου χωρίς να σκεύτουμαι υγειής διατροφές τζιαι διατροφικές διαστροφές. Που να φανταστώ τι θα ελευθέρωννεν η πρώτη πονηρήν ππιριλλούα που θα έσκαγε κάτω που το δόντι μου. Την απόλαυσα μέχρι τέλους τζιαι άφησα την γλύκα να διαχυθεί τζιαι να αγκαλιάσει τους γευστικούς μου αδένες, μέχρι τζιαι τον τελευταίον. Εσκέφτηκα ότι καμιά μάτσα βιολογικά σπανάσια δεν έχει την δύναμην μιας m&ms.

Μην νομίσετε ότι ήβρα τον εαυτόν μου όλον. Ήβρα έναν μέρος του. Το άλλον κρύφκεται κάπου μες την φύση. Ίσως μες την φύση μου. Τωρά που εγεύτηκα την γλύκα της αντάμωσης με έναν μέρος του, είμαι σίουρος ότι βρίσκουμαι καθ΄οδόν για να βρώ τζιαι το υπόλοιπον. Νοιώθω το ότι του κοντεύκω παρόλο που παραμένει άπιαστο. Έρκεται μου σε μορφή φαντασίωσης από λάβα, θάλασσα, φωθκιά. Το ότι όλες τούτες οι λέξεις είναι θυλικές η σκέψη μου ερεθίζεται τζιαι ετοιμάζεται για μιαν μεγάλην αντάμωση.

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Για τα παιθκιά του Μανώλη



Το Σάββατο 17 τ΄Οκτώβρη έκοψα Κύπρον. Ήρτα στη Φανερωμένη να σας δώ. Ένωθα όμοφρα. Η ατμόσφαιρα εμύριζεν κάτι που έρωτα. Δεν ετόλμησα να σας κοντέψω. Εθώρουν σας που μακρυά. Είσαστιν πολλά διαφορετικοί που μένα. Όμως εθώρουν σας τζιαι εκαμάρωννα σας. Παρόλον που δεν εχόρευκα μαζί σας ο ρυθμός σας με εσυνέπαιρνεν. Παρόλον που δεν έπινα μαζί σας εμεθύσετε με. Μου έφτανεν να σας θωρώ.

Τέσσερεις μέρες πριν είχα γράψει μιαν κραυγήν αηδίας με προβοκατόρικον τίτλον "Δεν νοιώθω πκιόν Κυπραίος". Τζιείνην τη στιγμήν εθώρουν σας τζιαι εκαμάρωννα που είμαι Κυπραίος. Δεν έξερα γιατί.

Το γιατί, εθκιάβασα το στο μπλογκ της Χριστιάνας Βονιάτη.

Αντί για ανάρτηση σήμερα σας παραπέμπω στης Χριστιάνας.