Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Ο βιότοπος της Κλερ-Λίζ

 Η Κλερ-Λίζ εν μια κυρία 83 ετών που στέκει σαν το τζ̆υπαρίσσιν, νέα τζ̆αι ωραία όπως ήταν μες την δεκαετίαν του 70 τζ̆αι του 80, αεροσυνοδός της Σουισέαρ. Είναι μοντέλλον ανθρώπου για μέναν, όι μόνον για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται το νεανικόν της σώμαν (πρόπερσυ εσ̆ιαίρετουν να μου διηγήται πως έκαμεν πρώτην φοράν στην ζωήν της Tirolienne να περάσει που την μιαν όχθην του φαραγιού στην άλλην κρεμμασμένη που έναν σ̆σ̆οινίν) αλλά τζ̆αι για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται την φύσην, αρκέφκοντας που την αυλήν της τζ̆αι φτάννοντας στον κόσμον ούλλον.

Τες 97 φωλιές που συντηρά γυρόν που το σπιτούιν της άρκεψεν να τες βάλλει που τον τζ̆αιρόν που ήταν αεροσυνοδός της Σουισέαρ τζ̆αι ανάγιωσεν γενιές τζ̆αι γενιές πουλιών, ντόπιων τζ̆αι αποδημητικών. Κάθε χρόνον καθαρίζει τες πριν να ξαναφουλιάσουν μέσα οι μουσαφήρηδες της, τζ̆αι βάλλει δακτυλιδούθκια πάνω στα αποδημητικά για να ενημερώννει τζ̆αι την επιστήμην πού π άσιν τζ̆αι που έρκουνται τα ταξιδιάρικα. Εδήλωσεν στες καμπάνιες καταγραφής τζ̆αι προστασίας πουλιά που ήρταν που το Μαρόκκον τζ̆αι που την Νότιαν Αφρικήν να φουλιάσουν πας τα δεντρά της στους πρόποδες των Άλπεων.

Έχει χρόνια που αγωνίζεται στην οργάνωση διάσωσης των λιβαδιών με ναρκίσσους που η μόντέρνα γεωργία απειλεί. Αν δείτε το βίντεο "οι 4 εποχές" μέσα στο καλοτζ̆αίριν θα δείτε ότι πολλής κόσμος, μεταξύ τζ̆αι εμού, πάμεν εθελοντικήν εργασίαν τζ̆αι θερίζουμεν στο σ̆έριν τα ορεινά λιβάδια, όπως εγίνετουν παλιά, για να την βοηθήσουμε να διασώσει τζ̆αι να επαναφέρει τους ναρκίσσους που τζ̆ειαμέ που εξιλειφτήκαν.

Που την ευτυχίαν της Κλερ-Λίζ, ευτυχούν σ̆σ̆υλιάες ζωές, μικρές τζ̆αι μεγάλες όπως θα ανακαλύψετε αν δείτε το βίντεο. Δεν ιχρειάζετε pet να καταστρέφεις την ανθρωπότητα τζ̆αι να συμβάλλεις στην εργοστασιακήν κτηνώδην κτηνοτροφία που βασανίζει άλλα ζώα να ταΐζει σ̆ς̆ύλλους τζ̆αι κάττους. Μπορείς να έχεις να έχεις χαρούμενα ζώα γυρόν σου που έρκουνται μόνα τους να σ΄έβρουν. Τζ̆αι τα σκαθθάρκα, τζ̆αι τα στρουφούθκια, οι σ̆ελεντρούνες, οι κουρκουτάες, οι αλουποί, τα γεράτζ̆ια τζ̆αι οι κουκκουφκιάοι, τα σ̆ελιόνια που θα έρτουν να φουλιάσουν πας το σπίτιν σου είναι συντροφκιά άξια αγάπης. Φτάννει να σκεφτείς τί χρειάζεται ένα άγριον ον τζ̆αι να του αφήκεις λλίον τόπον, έρκεται μόνον του. 

Αν δείτε το βίντεο θα δείτε ελάφκια τζ̆αι αρκοκάτσικα μες της Κλερ-Λίζ. Πράσινα Λιβάδια τζ̆αι βουνά. Τζ̆αι μες την πόλην υπάρχει ζωή. Θυμούμαι το Βαρώσιν μου, με τον κουκκουβκιάον που ήταν κάθη νύχτα πας τον στύλλον της ηλεκτρικής, τους κουρκουτάες πας το σιμιντίριν, τες μέλισσες μιλιούνια, τους μυλωνάες, τους ζίζζιρους... Όσοι δε ζ̆είτε σε χωρκόν, η ξερή μεσογειακή φύση είναι το ίδιον άξια λόγου με τα πράσινα λιβάδια τζ̆αι τα βουνά δακάτω.

Στο πρότυπον της Κλερ-Λίζ εδιαμόρφωσα τζ̆αι γω τον βιότοπον γυρόν που την δικήν μου φουλιάν. Φέτη ήρτασην τζ̆αι μέναν τα ελάφκια, τα βορτακούθκια, κάτι σπάνιες όσ̆εντρες του νερού. Σχεδόν ότι θωρείτε στης Κλερ-Λίζ σε λλία χρόνια που εμετάτρεψα το πρώην γρασίδιν τζ̆αι κήπον από εξωτικά φυτά σε πραγματικόν βιότοπον, ήρταν που μόνα τους. Δεν έχω 97 φωλιές, έχω 9, αλλά κάθε χρόνον κάμνω αλλο 2-3. Ελπίζω πον να γινώ τζ̆αι γώ 97 χρονών να έχω την νεότηταν τζ̆αι την χαράν της Κλερ-Λίζ να ζ̆ιώ σε αρμονίαν με τα άγρια μου πετ, τζ̆αι έν πειράζει αν μαλλώννω τζ̆αι λλίον μαζίν τους άμαν έρκουντα τα ελφάκια τζ̆αι τρών μου τες τριανταφυλιές τζ̆αι τα λάχανα, οι μαυρότζ̆ικλες τος σταφύλιν τζ̆αι οι σκίουροι τα καρύθκια. Φέτη έβρεσ̆ιεν μιαν εφτομάδαν που έπρεπεν να συναχτούν τα καρύθκια τζ̆αι εσυνάξαν μου εκατόν κιλά οι σκίουροι που το δεντρόν τζ̆αι τα ελάφκια που πουκάτω τζ̆αι δεν μου αφήκαν ούτε έναν. Χαλάλιν τους. Τούτα είναι που μου γεμώννουν την ζωήν μου ζωντάνια, τούτα είναι που με αποτοξινώννουν που ότι τοξικόν μπαίννει μες την ζωήν μου που το ίντερνετ τζ̆αι τα μέσα.

Να ζήσεις Κλερ-Λίζ. Τα νούφαρα που μου έδωκες αγγονίν, φέτη εγεμώσαν τον υδροβιότοπον. Εν τζ̆ειπάνω που κάθουνται οι Λιβελούλες για να πιούν νερόν.



Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020

Έφκαλλεν τζ̆αι ο ποταμός του Λιοπετριού κυκλάμινα.

 Ήταν τότες που έκλαια μόνος μου. Τωρά θωρώ τους που κλαίσιν ούλλοι τζ̆αι δεν μου έρκεται καν συμπάθεια. Μάλλον μια πικρία να τους πώ “φάτε τα τζ̆αι σεις τωρά”, αλλά ούτε τζ̆αι για τούτον έν έμεινεν ενέργεια. Εγινήκαν ούλλα σταχτός. Επέθανεν τζ̆αι η δυνατότητα μου να μαραζώννω. Έμεινεν στην θέσην της μια πλάκα κουγκρίν. 

 

Επήαμεν γύρω στο 2004 ή 2005 την Δευτέραν της Καθαρής να κόψουμεν την μούττην της στον Ποταμόν του Λιοπετριού. Μόλις εκατέβηκα που το διπλοκάμπινον τζ̆αι είδα τες πληγές που άννοιξεν η ανάπτυξη πας το κορμίν του τόπου του άγριου, ήταν σαν να τζ̆ι εσ̆σ̆ίζαν το σώμαν τον δικόν μου με το μασ̆αίριν. Μόλις ένωσα την πτωματίλλαν της ανάπτυξης μες την βιοποικηλότηταν που πεθάνισκεν, αισθάνθηκα να πεθανίσκει έναν κομμάτιν του εαυτού μου. 

 

Είδα το κυκλάμινον που έχασκεν που του βράχου την σχισμάδαν τζ̆ι έλυσεν το η μίλλα μου. Ήταν η τελευταία του γρονιά.


 

Η μηχανή που σ̆σ̆ίζει αυλάτζ̆ια να περάσουν τα καλώδια της οπτικής φίμπρας να πάει το ίντερνετ πας τα κάκκαφα του ποταμού ήταν να περάσει πουπάνω του που ευτομάδας, μετά τες αργείες. Έφκαλλεν τζ̆αι ο Ποταμός κυκλάμινα. Έφκαλλεν πόλα-σέλα. Τωρά αν ιβλαστά τίποτε, θα ένι μες τα περιθώρια όπου δεν περνά στράτα, όπου δεν εχτίστην πάγκαλλο, όπου δεν εκουγκρώθην αυλή, που δεν επιχωματώσαν να βάλουν γρασίδιν, όπου δεν εψεκάσαν με Ρούνταπ να σκοτώσουν τα ζιζάνια γινεί το χόρτον όπως τους αρέσκει.


Ήταν έτσι τζ̆είνην την ημέραν. 


Τωρά εν κάπως έτσι.


Κάπου τζ̆ειαμαί που δεν εχτίστην κόμα, αλλά που εν οι δρόμοι τζ̆αι καρτερούν την ανάπτυξην, παζαρεύκει ο ατζ̆έττης του κοτσ̆ινοχωρκάτη Ντιβέλοππερ του Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι φαντάζεται έναν Μάρριοττ, βέρρι γκουτ Μάρριοτ, σέβεν ρέστοραν, γιου μπάι τττεν μίλιον το χωράφιν, ττουέντι φάι περσέντ φορ ας, μέιπι φίφτι φίφτι… Ακούω την Φαραντούρη να τραουδά τον εφιάλτην της Περσεφόνης τζ̆αι σηκώννεται η τρίχα μου. Οι καλλιτέχνες εν προφήτες. Για τες εικόνες του Ατζ̆ιαζίρα έκλαιεν ο Χατζ̆ιδάκης που το 1973 τζ̆ι ελάλεν της Περσεφόνης να τζ̆οιμηθεί στη αγκαλιάν της γης να μεν δει στου κόσμου το μπαλκόνιν τι θα εκάμναν οι αθρώποι.


Τσ̆ιμέττα, χαβάρες, βρωμιές τζ̆αι κατράες,



Κουγκρίν, θανατίλλα, να τρώ το δρουμπίν.



Φυτά πατημένα, όνειρα ψέμαν,

η γκάγκεα ΄θθίζει, για τελευταίαν φοράν.


Αυλάτζ̆ια επαύλεις, πισίνες τζ̆αι στράτες,

 

Μαζ̆ιά σκοτωμένα χωράφκια χαμένα.


Περβόλια σκαμμένα, σκουπίθκια θαμμένα



Σπουρτούλλες που χάσκουν, αξίες που πάσχουν.


Κουγκρίν του θανάτου, ανάπτυξη πάτου.



Αναθρίκες ψυχομαχούν, αθρώποι καυλομαχούν.



Είσ̆ιεν τζ̆αι ορχιδέες ο Ποταμός.


 

Το γλέντιν ακόμα εν είσ̆εν αρκέψει. Τα καλαμάρκα, τα πλοκάμια του οχταποθκιού, οι καραόλοι εσαυλαρίζαν πας τα κάρβουνα.

— Ξέρεις παπά ότι μια ορχιδέα ποτζ̆είνην πον πουκάτω που την φουκούν θέλει οχτώ γρόνια να κάμει αθθόν;

— Έ;

— Έν τζ̆αι βλαστά όπου τζ̆αι να ναι. Θέλει τόπον παρθένον πολλά γρόνια για να βλαστήσει. Η ορχιδέα εν έναν φυτόν του οποίου ο σπόρος εν τόσον μιτσ̆ής τζ̆αι φτωχός που δεν ημπόρει να ταΐσει βλαστόν να αναγιώσει. Άμαν ησπορκάσει έναν φυτόν, φκάλλει εκατομμύρια σπόρους σαν την σκόνην. Ένας που τζ̆είνους θα κάτσει πάνω σε έναν ειδικόν μύκηταν. Στην αρκήν τρώει ο μύκητας τον σπόρον, αλλά ως που να τον φάει τέλλια ο σπόρος, βλαστά. Αρκέφκει να ζ̆ει τζ̆αι τρώει το φυτόν που τον μύκηταν τζ̆αι κάμνει ρίζούες. Εν τζ̆είνες οι ριζούες πον να γινούν σαν τ΄αρτζ̆ιούθκια τ̆ζαι εφκάλαν την ορχιδέαν. Τζ̆αι να την φυτέψεις μες τον κήπον σου, εν θα  κάμει, διότι το οικοσύστημαν δεν έσ̆ει τον μύκηταν του.

— Ούλλα ξέρεις τα.

— Εν αλήθκεια. Επολοήθην η μάνα μου. Ξέρεις πόσα έφκαλα που πααίνναμεν εις τ΄αγρέλλια τζ̆αι φύτεφκα τα; Κανέναν δεν εβλάστησεν γυρισόντα γρόνου.

— Πράο σου άμμα. Εν έξερες ότι εν προστατευμένα;

— Είνταν πον να πάθουν; εν να φκάλει άλλα; Δαμαί εν προστατεμμένα; Θώρε το τζ̆είνον! Ετσίλλισεν το ο σ̆οίρος

— Κανένας δεν σέβεται, με τα φυτά με την άγριαν φύσην.

— Είνταν που θέλεις να κάμουν; Να μεν δουλέψει ο κόσμος για να μεν σου πατήσουν τα φκιορούθκια;

 

Η μοναξιά με τους αθρώπους που λατρεύεις εν τζ̆είνη που κρούζει περίτου.

 

Η Μαργαρίτα ήταν μωρόν, τζ̆αι έπαιζεν με τα φκιορούθκια πάρα τζ̆εί. Ετράβησα τζ̆αι γω τζ̆είττε μέρου που την φουκούν.  


Έχω δικαίωμαν εγώ να διεκδικώ να μεν ισκοτώσουν την φύσην; Τί αξίαν έχει έναν άγριον κυκλάμινον μπροστά στο μεροκάματον ενός βιοπαλαιστή; Τούτες οι χωματουργικές εργασίες εν ένας μήνας μεροκάματον για έναν μικροεργολάβον. Μπορεί ο Ντιβέλοπερ να κάτσει πούγκαν εκατομμύρια, τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα που θα αφήκει στους αρκάτες τζ̆αι στους υποεργολάβους εν έναν μεροκάματον. Πρέπει να ζήσει το κυκλάμινον εξά ο κόσμος;

 

Το κυκλάμινον όμως εν σ̆σ̆ιλιάες γρόνια πον τζ̆ιαμαί. Με είντα δικαίωμαν έρκεται ο άλλος να το ξορατίσει για να πιάσει μεροκάματον, κέρδος ή ρευστόν, πον να μοσχοπωλήσει το χωράφιν καρτζ̆ίν της θάλασσας;

 

Είσ̆ιεν τζ̆αι ο Ποταμός τταουσ̆άγκουλα. Έτσι ελάλεν τα κυκλάμινα η γιαγιά μου που χωρκόν του πενταδακτύλου πον η μάνα τους.

 

 

— Σύναξε τα Μαργαρίτα μου. Εν τα τελευταία. 

— Όι θείε! Εν κρίμαν! Είπεν μου το μωρόν.

 

Έτα τωρά. Δείχνει τα το Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι εξηγά πως θα πωληθεί το επόμενον κομμάτιν. Πως επωληθήκαν τα προηγούμενα που δεν ήταν κανένας τζ̆ειαμαί να δει;

 


 

Ο επίλογος βρωμεί όπως ο βιασμός της φύσης τότες. Ο βιασμός της φύσης ζαττίν πάει πάντα με τον βιασμόν κάποιας κοινωνίας.

 

Η Μαργαρίτα σήμμερα εν άνεργη. Εδίαν της ο μάστρος της 600€ να δουλεύκει τζ̆αι Σάββατον τζ̆αι Κυριακήν πρωίν, διότι εν μαθητευόμενη είπεν της, αλλά τζ̆είνη αηδίασεν την αχορταΐαν τζ̆ι εξαπόλησεν του τα τζ̆ι έφυεν. Ο παπάς μου που υπερασπίζετουν το μεροκάματον της ανάπτυξης εν 80 χρονών, τζ̆αι ζ̆ει με σύνταξην περί τα 1000€ για δύο. Τα 450 διά τα για την κοπέλλαν που φροντίζει την γεναίκαν του με βαρύν Αλτσχάιμερ.

 

Θωρώ πας το γκούγκολ μαπς τον καρκίνον της ανάπτυξης. Η Αγία Θέκλη επήεν. Ο πύργος που εχτίσαν τζ̆αι σκατώννει το τοπίον δεν είναι για τα νεαρά ζευγάρια των κοκκινοχωρίων. Είναι για τους γκάνξτερ με νεοαποχτηθέν κυπριακόν διαβατήριον που τα πληρώννουν το έναν δέκα για να πιάννει ο άλλος φίφτι-φίφτι. Η οικοδομική βιομηχανία δεν ασχολείται με οικιστικά. Τα οικιστικά δεν αφήνουν κέρδος. Δεν αφήννουν ιδίως φίφτι-φίφτι για τους άρπαγες. Οι νέοι μεινίσκουν πλέον με τους γονιούς τους ως τα 25, 30, 35. Πως θα κάμει η Μαργαρίτα σπίτιν με έναν μισθόν των 800 τζ̆αι έναν των 900 όταν θα πάρει δίπλωμαν; Μόνον σαν προσωπικόν θα μπορεί να μπεί μες τον πύργον της Αγίας Θέκλης να σερβίρει κανέναν γκάγκστερ. 

 

Θωρώ την φωτογραφίαν του σατελίτη που το Λιοπέτριν ως τον Ποταμόν. Ο προσφυγικός συνοικισμός που εστέγασεν τόσον κόσμον μετά τον πόλεμον εν το κουκκουπούιν το τζ̆ίτρινον. Εχτίσαν το μικροαυτοεργοδοτούεμενοι τεχνίτες, χτιστάες, καλουψήες, σιεράες, πογιατζ̆ήες. Ο καθένας είχε την επιχείρησην του. Η οικοδομική βιομηχανία που το 70 ως το 90 έδωκεν δουλειάν τζ̆αι στέγην στον κόσμον. Σήμμερα ποιοί την δουλεύκουν τζ̆αι για ποιού τες ανάγκες δουλεύκει το σύστημαν που διοικεί η συμπαθής υπουργός εργασίας σπονσοράροντας τους χαμηλούς μισθούς τζ̆αι βάλλοντας τον κόσμον να δουλεύκει τζ̆αι Κυριακήν για ναν η οικονομία της ανταγωνιστική; Ποιός επλούτισεν τζ̆αι τί θα επιβιώσει τούτης της ανάπτυξης;

 

Δεν ηξέρω πόσα έκατσεν πούγκαν ο αγρότης που επούλησεν το χωράφούιν του πας την θάλασσαν που έβαλλεν παλιά πατάτες πρώμες να μεν τες κρούζει το σ̆ιόνιν. Δεν ιξέρω επίσης τί τα επένδυσεν τούτα τα ριάλλια, που εκαταλήξαν. Έναν εν σίουρον. Το αγγόνιν του δεν θα την έχει τούτην την γήν. Την έχει ο γκάνκστερ ή στην καλλύττερην περίπτωσην ο συνταξιούχος εύπορος εύρωπαίος που ήρτεν να ζήσει στον ήλιον. Το δε μεροκάματον να καταστρέφεις τον τόπον, μιαν ημέραν τελειώννει επίσης, όταν δεν έχει άλλον τόπον να καταστρέψεις.

 

Ποιός την εσχεδίασεν, ποιός την υλοποίησεν, ποιός εκέρδισεν τζ̆αι πόσα που την ανάπτυξην τούτην;



 


Τότες έκλαψα μόνος μου. Τωρά ο Αλτζ̆ιαζίρα ξ̆ει τες πληγές της ψυσ̆ής μου. Νοιώθω τζ̆αι μιαν τέθκοιαν προσβολήν ψία τζ̆αι ήμουν συνένοχος σε τούτα ούλλα. Μπορεί τζ̆αι να ήμουν. Από τι σε απαλλάσσει η αδυναμία να σταματήσεις τον σ̆οίρον μπροστά που έναν κυκλάμινον; 




Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Η τσούρα μου η πατσάλα

 

Ήμουν 13 χρονών το 76. Ήταν θκυό σ̆ειμώνες μετά τον πόλεμον. Έσπασα τον κουκουμάν μου τζ̆αι με όσα εσύναξα εγόρασα μιαν τσουρούν πατσαλούν. Ράτσα μπαστάρτικη αλλά ανθεχτική στες αρρώσκιες. Εκατέβαζεν χαζίριν 2 κιλά γάλαν κάθε γάλεμαν τζ̆αι έκαμνεν 3 ρίφκια κορμαλιάτικα κάθε γένναν.

 

Επούλησα την του μακαρίτη του Αντρεή. Θα ήταν το 83 που έφυα που το χωρκόν να πα να σπουδάσω. Η πατσάλα έναν χρόνον ύστερα επήεν για οφτόν κλέφτικον. 10 χρόνια ζ̆ιούσιν τα αιγοπρόβατα, αλλά ο Αντρεής άφηκεν αγγονίν την πατσαλούν που είσ̆ιεν παρόμοια χαραχτηριστικά με την μάναν της. 40 χρόνια που τον πόλεμον ο Αντρεής εμακαρίστην. Το κουπάϊν συνεχίζει το ο γιός του ο Κώτσ̆ιος που εν έπαιρνεν τα γράμματα. 


Ο Κώτσ̆ιος είναι που τους λλίους επαγγελματίες χτηνοτρόφους που ξιμαντρίζει. Σήμμερα τα χτηνά είναι κατά σ̆σ̆ιλιάες στηβασμένα μέσα σε εργοστάσια-βασανιστήρια, μονόρατσα, ούλλα τα χτηνά εν καλιμπραρισμένα να διούν το μάξιμουμ γάλαν, να τρώσιν μεταλλαγμένην σόγιαν εισαγωγής που την Βραζιλίαν, καταδικασμένα να ζιούν πας την κοπριάν τους με δίχα να πατήσουν πάνω σε χώμαν καθαρόν, ώστι να αποφασίσει μιαν ημέραν έναν λογισμικόν ότι πρέπει να αλλαούν με πιο παραγωγικόν χτηνόν. Ο Κώτσιος μπορεί να μεν έπαιρνεν τα γράμματα, αλλά λατρεύει τα χτηνά που του άφηκεν ο τζ̆ύρης του. Ξέρει τα το καθέναν με τ΄όνομαν του. Ξέρει τα χούγια τους, ξέρει τα προτερήματα τους. Ξέρει πως εν να συντύσ̆ει στο καθέναν με τον τρόπον του. Ξιμαντρίζει τα κάθη μέρα. Τραουδά τους όοο, όο, ο, ο, κάθε μεσομέριν που τα φέρνει που την βοσ̆σ̆ήν πουκάτω που την τερατσ̆ιάν να τα ποτίσει.

 

Επήα εχτές μετά την διαδήλωσην για την Αμμόχωστον να πιάσω χαλλούμια που τον Κώτσ̆ιον. Ήταν τζ̆εικά΄ στην μάντραν. 

— Έλα να δεις, λαλεί μου ο Κώτσ̆ιος. 


Επήρεν με μες την μάντραν. 

— Θωρείς την τούτην την τσουρούν την πατσαλούν;

— Εν η ίδια με την πατσάλαν μου ρε Κώτσ̆ιο.

— Εν εφτά γενιές αγγόνιν της.

— Ρε μα κρατείς παππογεννητικά του κάθε χτηνού;

 

Κάμνω τσας! Το ρίφιν το πατσαλίν εφήρτην που τα γέλια.

 — Ρε Κώτσ̆ιο μα γελά ρε!

— Θώρε είνταν που έσ̆ει κολλημένον πας τζ̆ειν την λαμαρίναν της μάντρας!

 

Η φάτσα του Αναστασιάδη σε προεκλογικήν αφίσ̆ιαν “Η Κύπρος θέλει ηγέτη” τζ̆αι το αγγελούιν να λαλεί “την πατρίδαν ούκ ελάττω παραδώσω”. Εσύναξεν την ο Κώτσ̆ιος που τον δρόμον μετά τες εκλογές τζ̆ι εππάτσ̆ιαρεν την μάντραν να στουππώσει μιαν τρύπαν που εφεύκαν τα χτηνά.

 

Γέλιος η τσουρού, γέλιος εμείς. 


“Την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω”

 

— Ε Κωτσ̆ιο αρκέψαν σύρμαν φέτη οξά κόμα;


Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2020

Βλαστημιές

 

Αθθυμάται κανένας τούτον το παιδίν;

Η φωτογραφία τούτη ήταν λλίες ημέρες πριν το ματζ̆ιελιόν. Αθθυμούμαι τζ̆είνην την ημέραν. Έφυα που την δουλειάν τζ̆αι επήα στην κεντρικήν πλατείαν. Στήβες τα φκιόρα. Ο κόσμος σσιοπιτός. Άλλοι είχαν τα μμάθκια τους καμμημένα, άλλοι εθωρούσαν στο πούποτε άλλοι είχαν την κκελλέν σ̆σ̆υφτήν κάτω.

Ήταν αργά. Ήρταμεν αργά. Εμιλήσαμεν αργά. Επήραν μέτρα τζ̆είνοι που έπρεπεν να πάρουν μέτρα αργά.


Το Σ̆αρλί Εμπτό άμαν μιλά για τον πατέραν,                                                                                                            τον υιόν τζ̆αι το άγιον πνεύμαν δεν μασά τα λόγια του.

Ούτε όταν προκειται να μιλήσει για τους προφήτες τζ̆αι ας φάει πόμπες που τους θιγμένους ισλαμοφασίστες



Τα χαφιεδότσουρμα τζ̆ιαι οι αρρωστημένες ψυσ̆ιές είναι σχεδόν παντού








Ο Σ̆ιαρλής εκατάντησεν ο ίδιος προφίτης τζ̆αι ας είναι άθεος



Πόσον σας αηδιάζω φασίστορθόδοξοι είτε ισλαμιστές, είτε χριστιανοί, είτε εβραίοι είσαστιν.


Ευτυχώς ο κατά Charlie θεός   υπάρχει


Έρκουνται βροσ̆ές που τον Ιανόν

Μόνον ο Ιανός μας σώζει

ο κύπριος τζ̆οιμάται











Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020

Βρωμεί ο νους;

Φανταστείτε την δεύτερην τζ̆αι τρίτην κατηγορίαν δεξιών όταν ο άριστος των αρίστων, πτυχιούχος του Χάρβαρντ, εν ο τύπος πας το βιτεούδιν. Εν απίστευτον. Ξισ̆ειλά ο νους από δεξιοσύνην τζ̆αι η γλώσσα πετάσσει αζίνες.

Λαμπρόν να κάψει την ιδεολογίαν που σας κάμνει έτσι, όι το δάσος.

post-scriptum: παρατηράτε τη γλώσσαν του σώματος των δευτέρας τάξεως δεξιών που περιγυρίζουν τον αρχηόν. Εν η πλειοψηφία των Ελλήνων που ψηφίζουν.