Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

Ξερανίσκεις τα τζ̆αι τρώεις τα.

30% των ποσκουπήων είναι φαώσιμα πεταξούμενα. Το να είσαι σφιχτός όταν ψουμνίζεις τζ̆αι να μεν γοράζεις αλοάρκαστα αχρείαστα ή μεγαλλύττερες ποσότητες είναι η βάση. Το να μεν πετάσσεις ότι μείνει τζ̆αι να το βάλλεις στο ψυγείον τζ̆αι να το αξιοποιείς μετά είναι επίσης συστατικόν της βάσης. 

Ακόμα τζ̆αι να κάμνεις τα βασικά με σχολαστικότηταν, άμα αναλύσεις τα ποσκούπηα σου θα έβρεις έναν σωρόν φαώσιμα που τα πετάσσεις όι διότι έν έχουν καλήν γεύσην, όι γιατί εβρωμίσαν, αλλά γιατί εν άσ̆σ̆ημα. Κάτι φίλοι μου, εβάλαν μου στην ιδέαν μιαν άλλην στρατηγικήν εξοικονόμισης που την βρίσκω διασκεδαστικήν αλλά τζ̆αι παραπάνω αποτελεσματικήν από ότι φαίνεται.

1. Ότι λαχανικόν πλήννεις πληννίσκεις το καλά πριν να το καθαρίσεις. Ότι καθαρίσεις τζ̆αι εν σκλερόν, λλίον τατσομένον, άνοστον, κόφκεις το χώρκα τζ̆αι δεν το πετάσσεις κατ΄εύθείας στο κομπόστον. Σύρνεις το μες σε μιαν κουππούν δίπλα. Άμαν τελειώσεις βάλλεις το στην κατάψυξην. Όποτε έχεις φύλλα βάλλεις τα χώρκα τζ̆αι προσθέτεις τα όστι να τα πολλύνεις.

Επολλύνασην λλίες ημέρες ύστερα. Νουρκά της πάμιας, κρομμυόφυλλα, καρροτόφυλλα, μαϊτανοί (όι πολιτικοι, ποτζ̆είνους που βάλλεις στο φαϊν), νούροι του μαϊτανού, ξόφυλλα του μαρουλιού, ακόμα τζ̆αι τα όξινα κόφκω τους το πόξω τους με το άρωμαν τζ̆αι σύρνω τα ούλα μέσα.

Όποτε εν έχεις τίποτε να μαειρέψεις φκάλλεις τα ξόφυλλα που τον θάλαμον τζ̆αι σύρνεις τα μες σε μιαν μαείρισσαν. 


Φακκάς τους καμπόσους χόγλους όστι να ξαπολύσουν τα αρώματα τους. Ότι αρωματικόν έχεις που επάλ̆λ̆ι̮νεν σύρνεις το μέσα, Δαμαί έβαλα ριγανόξιλα που εμείνασιν που έτριψα την ξερήν ρήγανην, κάτι παλιά μπαχάρκα, κάτι παλιά πιπέρκα του Σιτσ̆ουάν, δάφνην, έναν κλωνίν λασμαρίν που τον κήπον.



Άμα χογλάσουν καλά κατεβάζεις τα τζ̆αι κουλιάζεις το ζουμίν. Έσ̆εις έτσι έναν τέλειον ζωμόν (που λαλούν τζ̆αι στες διαφημίσεις οι καλαμαράες) όι Μάντζ̆ι αλλά μαγικόν.


Τα φύλλα χώρκα

Στο κομπόστον με τα ταμπουρόφυλλα τζ̆αι άλλα που εν έχουν καλήν γεύσην για ανακύκλωσην. Τωρά θα μου πείτε, πού ξέρεις αν δεν πάσιν τζ̆αι τα ταμπουρόφυλλα μες την σούππαν. Δεν το δοτζ̆ίμασα για να είμαι ειλικρινής.


Τζ̆αι στον τελικόν τους προορισμόν πας το κομπόστον. Πριν να τσιππώσουν πάνω τους οι γεωσκόληκες, οι μύκητες, τα βακτηρίδια να φάσιν τζ̆αι ν΄αφήκουν το κομπόστον, αφήκαν πίσω τους ένα τέλειον τζ̆αι εύγευστον ζουμίν.


Η βάση για έναν τέλειον ριζόττο, μιαν σούππαν, έναν πουρκούριν, μιαν φατζ̆ήν...


Ριζόττον με πάμιαν του φούρνου


Τζ̆αι ότι εν παραπάνω στο καππακλίν της ΙΚΕΑ για την δουλειάν την επόμενην ή μιαν επόμενην να περιμένει μες τον θάλαμον.


Τα νουρκά της πάμιας εβραστήκαν φρέσκα μαζίν με τα παλιά τα κατεψυγμένα. Έτσι ζουμίν εύγευστον δεν έχει να σου πουλήσει ούτε η Νεστλέ, ούτε η Κνόρ.

Όι πους εν να σώσεις τον κόσμον, αλλά τζ̆αι η διάθεση καθορίζει μιαν στάσην ζωής. Βρίσκεις μιαν χαράν μες την οικονομίαν παρά μες την σπατάλην. Ο άνθρωπος σαν είδος, σαν θυλαστικόν, εκατάφερεν τα να διαχειριστεί την στέρησην (λέμεν τωρά...) αλλά έκαμεν τα μαμμούριν στην διαχείρησην της αυθονίας. 

Όπως έγραψα τζ̆αι στην προηγούμενην ανάρτησην, έκοψα το φέιζπουκ, οπόταν, άν θέλεις κάμε το σ̆έαρ εσύ που είσαι ακόμα μπλεμένος ή μπλεμένη τζ̆ειμέσα. Τα μπλόγκ ελάχιστοι  τα γυρεύκουν πκιον. Έβαλα τα κουμπούθκια πουκάτω για να το κάμεις σ̆έαρ με ένα κλίκ.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Facebook Πιττίν

—  Δεν θέλω να είμαι εν γνώσει ή εν αγνοία μου μέρος ενός αλγόριθμου.

—  Δεν θέλω να λαμβάννω κοινοποιήσεις από μιαν ομάδαν ανθρώπων που αποφασίσαν, σαν μέρος κάποιουαλγόριθμου, ότι μια πληροφορία με ενδιαφέρει.

—  Δεν θέλω να συλλέγουν τα προσωπικά μου δεδομένα, τες προτιμήσεις μου, το πού συχνάζω στο διαδίκτυο, ή στον κόσμον, το τί ξέρω τζ̆αι τί ψάχνω στους research browsers τζ̆αι να τα πουλούν σε εμπόρους, πολιτικούς ή διαχειριστές της εξουσίας για να πετύχουν καλλύττερες πωλήσεις, εκλογικά αποτελέσματα, κρατικές ή άλλες επιβουλές…

—   Δεν θέλω να ξοδεύκω άσκοπα τον χρόνον μου, ούτε καν τα πέντε λεπτά στον απόπατον, ττίππι-ττίππι πας το τηλεφωνούιν.

—  Δεν θέλω να είμαι αντικοινωνικός όταν είμαι με κάποιον πλάσμαν τζ̆αι βαρκούμαι λλίον, τζ̆αι κλεφτοκοιτάζω το τηλέφωνο για να περνά η ώρα. 

—  Δεν θέλω να σκοτώννω τες ώρες της procrastination(να αφήννω τα θέρη μου τζ̆αι να ξηκανναουρίζω) με τόσον βλακώδη τρόπο, φρου-φρου να κάμνω σκρολ μιαν οθονούαν να δώ τι εξυπνοκωλιάν έγραψεν ο ένας τζ̆αι ο άλλος.

—  Δεν θέλω να θωρώ πόσον χαμηλά μπορεί να ππέσει έναν πλάσμαν που εκτίθεται δημόσια στα κοινωνικά δίκτυα.

—  Δεν θέλω να είμαι μέλος κανενού δικτύου. Εδώ στην πραγματική ζωή τζ̆αι απόφυγα να δικτυωθώ με τους κυπραίους της χώρας που διαμένω, τί γυρεύκω σε έτσι τόπους, πραγματικούς ή βίρτουαλ;

—   Δεν θέλω να μπαίννει σε πειρασμόν ο ναρκισσισμός μου για την ευχαρίστησην ενός λάϊκ τζ̆αι να χάννει πραγματικές χαρές.

—  Δεν θέλω να έρχομαι σε επαφήν με τόσην ανθρωπίλλαν, τόσην βλακείαν, τόσην αμορφωσιάν, τόσον θρίαμβον της βλακείας που να γίνεται τιμή τζ̆αι καμάρι κάποιων, για να πουλήσει σε τελευταίαν ανάλυσην ο Τσουκκερμπεργκ διαφήμησην τζ̆αι να αστίζει ο αλγόριθμος του ακόμα παραπάνω τούτην την συμπεριφοράν.

—  Δεν θέλω να έχω επαφήν με κουτσομπολιά, φέικ νιους, βλακώδης κοκορομαχίες μεταξύ αγνώστων ονομάτων που μου ονόμασεν το φέιζπουκ φίλους ή μεταξύ αβατάρ.

—  Θέλω να κόψω μούτιν λλίον που την τοξικότηταν της Κύπρου που αγαπώ τζ̆αι που μισώ όσον ο εαυτός μου.
  
Εγράφτηκα σε τούτον το Φέιζπουκ διότι εσυνέχιζα να γράφω στο μπλόγκ μου που έγινεν μια πεθαμμένη υπόθεση με καμιάν δεκαρκάν επισκέπτες τον μήναν. Τούτος ο τρόπος έκφρασης επεριθωριοποιήθην, διότι ήβραν άλλον τρόπον να φκάλλουν λεφτά οι διαφημιστές που τους συνδρομητές του ίντερνετ τζ̆αι εβούρησεν ο λαός ποτζ̆εί. Που τότες βάλλω κοινοποιήσεις τζ̆αι έρκουνται καμιάν πεντακοσιάν, καμιάν φοράν τζ̆αι σ̆σ̆ίλια πλάσματα τζ̆αι θκιαβάζουν τες αναρτήσεις μου. 

Πρέπει να είσαι πολλά δυνατόν πλάσμαν για να γράφεις τζ̆αι να μεν σε κόφτει να μεν θκιαβάσει τζ̆αι κανένας το κείμενον σου. Εγώ δεν εκατάφερα ακόμα να δυναμώσω τόσον, τζ̆αι ο ναρκισσισμός μου εν άρρωστος όπως της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων τζ̆αι ψάχνει υποκατάστατα της απόλαυσης. Η κολακία πιάννει ακόμα πάνω μου, άμαν μου λαλεί κάποιος ότι γράφω καλά. Τωρά όμως που μετρώ το κόστος του να είσαι πάνω σε τούτα τα σόσιαλ μίντια, σκέφτομαι ότι είναι ίσως η ώρα να οριμάσω τζ̆αι να κόψω μούτιν όι μόνον που την τοξικήν Κύπρον, αλλά τζ̆αι που τες τοξικές εκφράσεις του ναρκισσισμού. Που τες κοινοποιήσεις λλίον-λλίον εξέφυγεν τζ̆αι εγίνηκα κανονικός πελάτης του φέιζπουκ. Να απαντώ, να γράφω, να μου βάλλουν λάικ (εγώ σπάνια βάλλω). Πιττίν. Δεν θέλω άλλον.

Ποσ̆ερετώ σας που το φέιζπουκ, τζ̆αι αν κάποιος θέλει να θκιαβάζει πότε πότε τί έγραψα, ας κάμει tag acerasanthropophorun.blogspot.com ή ας στείλει μέιλ στην διεύθυνσην του μπλόγκ flou123@bluewin.ch. Τζ̆αι άμαν σας αρέσει καμιά ανάρτηση, κάμνετε την σ̆έαρ στο κοινωνικόν σας δίκτυον. Ότι τζ̆αι να κάμω, νομίζω ότι πάντα θα έχω το αΐπιν να μου αρέσκει να το δκιαβάζουν πολλοί τζ̆είνον πογραψα. Άμαν ηξέρεις τα αΐπια σου όμως κάτι είναι. Προσέχεις πουλλόου τους.

-->
Ορεβουάρ

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Το Βαρώσιν μου εμέναν.


Ήμουν πέρσι Κύπρον με πολλά στενούς παρέες, τζ̆αι είχα την πολλά κακήν ιδέαν να τους πάρω στα κατεχόμενα να τους δείξω τον πόνον μου. 

Ήταν σουρούππια φου, όταν εκαταλήξαμεν που τον Απόστολον Αντρέαν στο Βαρώσιν. Εκοντέψαμεν πας τα ττέλλια της πόλης τζ̆αι είδαν τα πλάσματα το πρόσωπον του πολέμου, γέρικον τζ̆αι γέρημον, αλλά εξίσου αηδιαστικόν. “Μα έσ̆ει έτσι πράμαν! Εμείς ούτε που ακούσαμεν πους εγίνην εισβολή. Εξέραμεν ότι είσ̆ετε κάτι φασαρίες με τους Τούρκους, αλλά τούτον εν τρομερόν!”

Εγώ άφηκα τους μόνους τους να φκάλλουν φωτογραφίες με τα τηλεφωνούθκια τζ̆αι ετράβησα πίσω. Εν έμπορα άλλον. Να κάμνεις τον ξεναγόν έτσι, πρέπει να είσαι πολλά μαζόχας. Όταν απομακρύθθηκα σε απόστασην ασφαλείας, στην αρκήν επήεν να με πιάει το κλάμαν. Εκατάπια έναν βρόκκον πίκραν τζ̆αι έσφιξα την καρκιάν μου τζ̆αι δεν έκλαψα. Εκρέπαρεν το συναίσθημαν με μια παράξενην μορφήν. Έπιαεν με ένας θυμός, μια αγανάχτηση, μια αηδία. Άρκεψα να ξιτιμάζω μεγαλοφώνως. Δεν λαλώ συνήθως χοντρές κουβέντες. Η μάνα μας απείλαν μας να μας κόψει την γλώσσαν μας να πούμεν ξιμαρόλοα, τζ̆αι ο τζ̆ύρης μου ότι ήταν να μας, λύσει αν ακούσει ξιμαρισμένα. Ότι δεν εξιστόμησα στην ζωήν μου έφκην σαν το έσ̆κιν. Έσ̆κιν για την Εόκα βήτα που εκατάστρεψεν τον τόπον το 74. Έσ̆κιν για τους εθνικόφρονες, που εξεκινήσαν την καταστροφήν που το 55 τζ̆αι πριν ακόμα. Έσ̆κιν για την γενιάν του 60, που τους εδώκαν κράτος τζ̆αι δεν τα εκαταφέραν να το κυβερνήσουν τζ̆αι βάλαν τον κόσμον να σφαεί, τζ̆αι να σφάζεται ακόμα. Έσ̆κιν για την Τουρκίαν που εξαπόλαν τες πόμπες πουπάνω μας τζ̆αι γέμωσεν την ζωήν μου εφιάλτες που τους κουβαλώ ακόμα τες νύχτες μιτά μου όπου πάω, όπου βρεθώ.

Μετά εξανακοίταξα τες καρκαλαμιές των ψoφισμένων χτιρίων με τα οποία εβιάσαν τον άμμον της πόλης μου οι πρώτοι διδάξαντες καπιταλίστες της χώρας μου, ευνοούμενοι της διαφθοράς του κράτους του Μακαρίου, της Εόκα τζ̆αι των τομεαρχών της επαρχίας. Ούλοι τούτοι που τα έχουν δαμαί, ήταν πουκάτω που την τσ̆ιούππαν του Μακαρίου, είπεν μου ένας ηλικιωμένος συμπολίτης μου. Γλείφτες, μακαριακοί τζ̆αι γριβικοί. Ούλλοι της Εόκα, της νεκκλησ̆ιάς, ανήψια, συμπεθθέροι, γαμπρούες, κόρες, αγγόνισσες, των πέντε αρκόντων, των πέντε αρπάγων που εκάμναν κουμάντον μες τα καπετανάτα τζ̆αι επιάσαν μοιράσιν τον εθνικόν πλούτον που αφκήκαν πίσω τους οι Εγγλέζοι. Πας το τζ̆ύμμαν εχτίζαν οι ππεζεβέγκηες. Πας το τζ̆ύμμαν, τζ̆αι πας τον άμμον της Αμμοχώστου με δίχα αντροπήν εχτίσαν τους πύργους τους να κάμουν την ομορκιάν του τόπου χρήμαν.

Τζ̆αι εφτάσαμεν σήμμερα να τα κάμνουν προσκύνημαν τζ̆αι να γράφουν αφελής Βαρωσιώτες “αννοίξετε τα ττέλια τζ̆αι άφηκα την ψυχήν μου μέσα”.

Πρώτην φοράν αηδίασεν η ψυχή η δική μου τόσον βαθκιά την εθνικόφρονην αστικήν τάξην της πόλης που με γέννησεν. Έφυα τζ̆αι άφηκα την τζ̆αι ήμουν πέμπτην του δημοτικού. Σε τούτες τες πολυκατοικίες πας το τζ̆ύμμαν ποττέ μου δεν επάτησα πριν τον πόλεμον στην θάλασσαν να λουθώ. Ο παπάς μου ενεκάτσ̆ιαν την ξημαρισ̆ιάν της παραλίας τους αρκόντους. Εμείς επααίνναμεν στες Κλαψίδες θάλασσαν, στον άμμον τον ανόθευτόν τον καθαρόν, μακρυά που την ξιμαρισ̆ιάν, τζ̆αι στες Σ̆ελώνες κάθε δεκαπεντάουστον, τζ̆ει που το Ριζοκάρπασον. Την ξιμαρισμένην Αμμόχωστον με τους κατράες που εφήνναν τα πλοία που έρκουνταν στο λιμάνιν, αφήνναμεν τα τους αρκόντους να τα σ̆αίρουνται με την ασ̆σ̆ήμιαν του κουγκριού τους τζ̆αι του αππωμάτου τους.

Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν η οδός Κκένεττι, (άκου Κκενεττι…). Ήταν οι χωματόστρατες που επερνούσαν που μέσα που τα περβόλια τζ̆αι επαρπάτουν τες τα πρώτα χρόνια του σχολείου μου να πάω στο δημοτικόν του Λάξη τζ̆αι ύστερα του Κατωβαρωσιού. Δεν είχεν πεζοδρόμιον τζ̆αι εφορούσαμεν ποϊνούες να πάμε σχολείον τον σ̆ειμώναν, να μεν πιλώννουν τα παπούτσ̆ια μας τζ̆αι να ξημαρίζουν τα παντελονούθκια μας. Έναν παντελονούιν είχαμεν στολήν τζ̆αι έπρεπεν να το κρατούμεν καθαρόν ως το Σάββατον να το πλύννει η μάνα μας. 

Αθθυμούμαι τον ακκαννομούτταν πας τες τζ̆ιτρομηλιές που εφυτέψαν φραμόν του περβολιού με τα πορτοκκάλλια. Εφοητσ̆άζαν μας οι μεγάλοι πως άμαν σε άκκαννεν ο χαμολιός πας την μούττην, έπρεπεν να φκεί γάρος πας τον φούρνον ν΄αγγανίσει για να σε ξαπολίσει. Αθθυμούμαι την πασ̆ιαν την Λευκήν, που μας ελαλούσαν οι μεγάλοι πως ήταν καλή γεναίκα τζ̆αι πους άμαν μας εδάκκαννεν ο ακκαννομούτας, έπρεπεν να της φωνάξουμεν τζ̆είνης να φκεί πας τον φούρνον της να αγγανίσει, που δεν είσ̆εν γάρον η γειτονιά. Τζ̆αι εκάμναμεν πρόβες με την μούττην μας πκιασμένην “θκεια Λευκή, θκειά Λευκή”…

Όποτε μυριστώ αθθόνερον της τζ̆ιτρομηλιάς, μυρίζουμαι το Βαρώσιν μου. Μυρίζουμαι τους παιδικούς μου φόους, τζ̆αι τες παιδικές μου χαρές, τες παλιόστρατες του Κατωβαρωσιού, τες χωράφες με τα μαρτούθκια, τες μέλισσες πας τα μελισσόχορτα, τους ζίζζιρους πας την αθασ̆ιάν μας. Μυρίζομαι τους καλαμιώνες του Φάραγγα. Στον Φάραγγαν επααίνναμεν στον κουμπάρον του τζ̆ιουρού μου, τον Αντρέαν τον Μάντην. Εκάθουνταν με τες ώρες τζ̆αι εδιασκεδάζαν με τρία καραολιά τζ̆αι μια πότσαν Λοέλ 43. Είχαμεν τζ̆αι στο Βαρώσιν μαντογειτονιάν, που ακόμα τζ̆αι που τους φτωχούς, λλίοι εκαταδέχουνταν να πάσιν να τους κοντέψουν. Ήταν οι φτωσ̆οί των φτωχών. Οι ποκαριμμένοι οι τέλλια. Ο τζ̆ύρης μου ελάλεν “άμαν σου αννοίξει ο μάντης την πόρταν του σπιθκιού του, έσ̆εις φίλον μάντην, τζ̆αι άμαν έσ̆εις φίλον μάντην, έσ̆εις φίλον πον φίλος”.

Μυρίζουμαι τα στενά δρομούθκια τζ̆αι τα τζ̆υπαρίσ̆σ̆ια του Άη Λουκά, τους Ευκαλύπτους της λίμνης του τζ̆αι το απέραντον νερόν της μιαν φοράν που έβρεξεν πολλά τζ̆αι γέμωσεν. Στον Άην Λουκάν επααίνναμεν να δούμεν την γιαγιάν την Σιγκλούν που τον Άην Λιάν, τον Κακουλλήν τζ̆αι την Μυροφόραν που την Μηλιάν. Οι Βαρωσιώτες της ηλικίας μου είμαστιν Βαρωσιώτες. Οι γονιοί μας όμως ήταν ούλλοι μετανάστες της αστυφιλίας. Κάθε σαββατοκυρίακον εφτζ̆όρωννεν το Βαρώσιν. Άλλοι στο Αυκόρου, άλλοι στο Βρένναρος, άλλοι στην Καλοψίαν, στους Στύλλους, στο Αρναΐν, στον Γαουράν, στην Έγκωμην, στον Δαυλόν, στες Μάντρες, στην Ακαθθούν, στον Μαραθόβουνον. Προλετάριοι με 30 λίρες μεροκάματον τον μήναν, εσκοτώννουνταν που τον κάματον της δουλειάς, να ζήσουν τες χαρές της ζωής, να μορφωθούσιν, να προοδεύσουν, να φκάλουν παιθκιά προκομμένα. “Έρκουνταν που τα χωρκά χτηνά, ακοινώνητοι, βιβλίον στην ζωήν τους δεν αννοίξαν. Μες τον αγώναν για την διεκδίκησην εκάμναμεν ο ένας τον άλλον άθρωπον, εμορφωννούμαστιν, έρκουνταν οι γραμματιζούμενοι τζ̆αι αννοίαν μας τα μμάθκια μας, τζ̆αι όποιου αννοίαν τα μμάθκια του άννοιεν τα τζ̆αι του διπλανού του”, ιστόραν μου μετά την προσφυγιάν η Βερμαού, η συντρόφισσα που εμόρφωσεν δεκάδες χωρκατούθκια που τα εκατατρέχαν οι εγγλέζοι να μεν συνδικαλίζουνται. “Εμορφωννούμαστιν την νύχταν, στες σχολές του κόμματος τζ̆αι των συντεχνιών, μες την παρανομίαν, τζ̆αι πααίνναμεν εις τα χωρκά μας τζ̆ι εμορφώνναμεν τζ̆αι τους γονιούς μας. Μαρξ, Έγγελς, Λένιν, Καζαντζάκης, Λουντέμης, Νικολάι Οστρόφσκι, Ζολά, Μαξίμ Γκόρκι, Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα. Επιάνναμεν τα βιβλία που τους συλλόγους τζ̆αι εδανίζαμεν τα κρυφά ο ένας του άλλου να μεν ηππέσουν εις τα σ̆έρκα τους εγγλέζους ή στους απεργοσπάστες των νέων συντεχνιών που μας εκαρφώνναν. Για να κάμουμεν μιαν κοινωνίαν καλλύττερην, έπρεπεν να γινούμεν εμείς καλλύττεροι. Για να κάμουμεν μιαν κοινωνίαν του αθρωπισμού, έπρεπεν να γινούμεν εμείς πρώτα αθρώποι.”



Εκράτουν πας την ταπέλλαν της πύρας που εβάλαν οι Τούρτζ̆οι να χώννουν που τους τουρίστες τες ξημαρισ̆ές του πολέμου. Εδίκλεισα πάνω τζ̆αι είδα το φεγγάριν. 

Έμπηξα μια τελευταίαν ξητημασ̆ιαν παουριστά να μεν ακούω τες πόμπες που μας εσύρναν τα αεροπλάνα τζ̆ειν την ημέραν. 
— Εφώναξες μας; Αρώτησεν με ο Ζ̆ερόμ. 
— Ναι. Φεύκουμεν. Εν ημπόρω άλλον.
— Καταλάβω.
— “Σιγά που καταλάβεις”. Εσκέφτηκα που μέσα μου.
Εδώ οι Βαρωσιώτες τζ̆αι δεν καταλάβουν.

Είναι τούτον το Βαρώσιν που γεννά Σίμους Ιωάννου. Έχουμεν τζ̆αι εκλογές για τον δήμαρχον την Κυριακήν. 

Εν ο γιατρός του λαού, είπεν μου ένας προχτές. Άμαν συγκόψει κανέναν που δεν κρατεί, αρωτά τον, τζ̆ι εν τζ̆αι πιάννει του ριάλλια. Οι αμόρφωτοι τζ̆αι κάτι δεξιοί που… πού να καταλάβουν…, εκτιμούν το ότι τάχα κάμνει αγαθοεργίες. Στο Βαρώσιν όμως των λαϊκών συνοικιών δεν είμαστιν της θρησκείας να κάμνουμεν το καλόν για να μας δοξάζουν ή για να δοξάζουμεν τον θεόν να πάμεν εις τον παράδεισον, ούτε μορφωννούμαστιν για να φκάλουμεν ριάλλια. Μορφωννούμαστιν για να γινούμεν καλλύττεροι, έτσι όπως μου το περίγραψεν η μακαρίτισσα η Βερμαού. Η αλληλεγγύη προς τον άνθρωπον εν μες το DNA μας. Όταν δεν πιάννει ριάλλια το παιδίν μιας προλετάριας που έναν πλάσμαν που εν εις την ανέχειαν, μπορεί τζ̆αι ναν επειδή σκέφτεται την μάναν του, που εζάωσεν μες τα συσκευαστήρια να εξοικονομήσει πέντε δεκάρες για τες σπουδές, που δεν επλήρωνεν σε προλετάριους το κράτος. Μπορεί ναν που σκέφτεται τον πατέραν του, που έδωκεν την ζωήν του στον αγώναν να έχουν ούλοι, τζ̆αι οι προλετάριοι, οχτάωρον, σαββατοκύρίακον ελεύθερον, σύνταξην τζ̆αι ιατρικήν ασφάλισην.

Όι. Δεν γουστάρω Λόρδον για δήμαρχον της πόλης μου, όσον καλόν παιδίν τζ̆αι να έφκην όπως λέγεται. Θέλω πλάσμαν του λαού, που μόνον αξίες έσ̆ει για κληρονομικόν τζ̆αι που για αξίαν πρώτην το κοινόν σσυφέρον έσ̆ει.

Έχουμεν διαφοράν που τους δεξιούς. Ναι. Τζ̆αι ας μεν εμείναμεν πολλοί που δεν τους εφάαν οι εγωϊσμοί, το χρήμαν ή τα χρέη.

Κυριακή, 26 Μαΐου 2019

Τα τέρατα τους Τρούλλους, τα τέρατα της Κύπρου.

Bullyingλέει το λεξικόν: προσπάθεια να βλάψεις, να φοερίσεις, να εξαναγκάσεις (κάποιον που θεωρείται αδύναμος).

Τί είναι που δεν καταλάβετε κύριε μουχτάρη; Όι, δεν είναι απλά πειράγματα. Τούτη εν η διαφορά της λαϊκής δεξιάς που την λαϊκήν αριστεράν. Όσον χώρκατος τζ̆αι να είναι το πλάσμαν κύριε μουχτάρη, την σήμμερον ημέραν δεν μπορεί να κάμνει πους δεν καταλάβει. Δεν μπορεί να είσαστιν τόσον χοντρόπετσος, μουχτάρης άδρωπος τζ̆ιόλας, που αντίς να ζητήσετε θεσμικά συγνώμην που τα πλάσματα που οποία η κοινωνία που σας έστεψεν μουστάρην εστέρησεν το παιδίν, ανυσηχείτε για το κακόν όνομαν που εφκάλαν οι Τρούλλοι!! Κακόν όνομαν είχατε που παλιά μες τζ̆είν το χωρκόν κύριε μουχτάρη, διότι η πλειψηφία έσ̆ει τα ίδια άσ̆σ̆ημα μυαλά που κουλιαντηρίζετε τζ̆αι σεις.Μέχρι τζ̆αι το απίθανον φυσικόν τοπίον που σας έτυχεν δεν σέβεστε τζ̆αι καταστρέφετε το για να προβάλλετε powerpointτον νούν σας πάνω. 

Με την χοντρόπετσην ευαισθησίαν που σας έκαμεν η εθνικοφροσύνη μες τα κατηχητικά, μες τες νεκκλησιές, μες τα εθνικόφρονα σωματεία, ακόμα τζ̆αι μες τα σχολεία, για όσους εφκάλετε έναν σχολείον μες τζ̆είνον το χωρκόν, δεν καταλάβετε πιλέ τί εγίνην! Άλλον η βία, άλλον το να βλάψεις, άλλον το να φοερίζεις, άλλον το να εξαναγκάζεις κάποιον πον να βρεις απροστάτευτον που τον κοινωνικόν ιστόν τζ̆αι άλλον τα πειράγματα κύριε μουχτάρη. Η διαφορά του νού που το άλλον εν η διαφορά της λαϊκής δεξιάςπου την λαϊκήν αριστεράν.

Έτσι για να το καταλάβετε, φανταστήτε για μιαν στιγμήν να ήταν κάτι “αναρχοκουμμούνια” όπως τα λαλούν κάτι που σας μοιάζουν, που να επιάνναν έναν ποτζ̆είνα τα μωρά του κατηχητικού που τα βάλλετε τες κυριακάες να κρατούν εξαπτέρια μες τες νεκκλησιές τζ̆αι να το εβάλλαν να φωνάζει “ζήτω ο Χριστόφκιας, γαμώ τη Ανόρθωσην”. Έτσι για πείραγμαν, τζ̆αι να το εβάλλαν να πίννει όστι να πεθάνει που τα ξεράσματα του για να δείξει πως “εν άντρας” τζ̆αι λαλεί το η ψυσ̆ή του...

Ήταν να σ̆σ̆ίσετε τον κώλον σας κύριε μουχτάρη τζ̆αι ήσ̆αν να βάλετε τον αστυνόμον φίλον σας να τους συνάξει να τους κάτσει μέσα με δίχα ένταλμαν πιλέ. Ήταν να σας βάλλουν τα μέσα που εγόρασεν η παράταξη που αντιπροσωπεύετε που το πρωΐν ως την νύχταν να οδύρεστε να φκάλλουν τηλεθέασην πας το μνήμαν του ήρωα που έπεσεν από την κομμουνιστικήν βίαν. 

Ούσσουτε τουλάχιστον να μεν βαρυνίσκετε παραπάνω την κατάστασην. Τούτα τα αντράκια που εσκοτώσαν τον συμπολίτην τους ναί κύριε μουχτάρη, πίννουν πολλά για να σας ιμιάσουν τζ̆αι “να γινούν άντρες”. Λαλούν το ανεξάρτητες επιστημονικές έρευνες, δεν ιγρειαζούμαστιν την άποψην σας να μας πείτε εσείς τί εν πολλήν τζ̆αι τί εν λλίον. Τζ̆αι τζ̆είνα που εβάλλαν το μωρόν να φωνάζει για να το ταπεινώσουν, πάλε που σας τα εξησηκώσαν τζ̆αι που τους γονιους που τους ενιώσαν. Εν τζ̆είνα που η παράταξη που σας έκαμεν μουχτάρην, χωρίς να αντρέπεται τζ̆αι χωρίς να φοάται, σαλαβατά στα γήπεδα, στα σόσ̆ιαλ μίντια τζ̆αι στους χώρους διασκέδασης άμαν πιεί τζ̆αι μπει κκέφιν τζ̆αι νοιώσει μιαν στιγμήν “διχτάτορας” η “σατράπης”. Εν τζ̆είνα που εκάμαν σύχρονην πολιτικήν που το 11 τζ̆αι δά οι επικοινωνιολόγοι του αρχηγού σας, για να φανατίζουν εσάς τζ̆αι τους γονιούς των αλητουθκιών που εσκοτώσαν τον φίλον τους να τον ηφκάλετε πρόεδρον.

Ετιμωρηθήκαν α! Εν ανάψαν λαμπρατζ̆αν να χαρούν πάσκαν τζ̆αι να σύρουν τσάκρες όπως άλλες χρονιές ήβρετε να πείτε για να αλαφρύνετε την θέσην τους. Φορούσιν μαύρα. Ζάβαλλι μου! Μαύρα εφόρησεν η Κύπρος ούλλη που τους καπάταηες  του τύπου αντράκια που “γαμούν τον Χριστόφκιαν τζ̆αι την Ομόνοιαν”, που γαμούν τζ̆αι ρέσσουν. Η παράταξη σας ούλλη είναι έναν καρκίνωμαν πας την κοινωνίαν της Κύπρου που βλάφτει, που φοερίζει, που εξαναγκάζει όποιον θεωρεί αδύναμον. Θαρκέται πους ο κόσμος εν δικός της, όπως εμάθαν οι εθνικόφρονες χωρκανοί σας στα αλητούθκια τους που τα 15 τους. Γίνεται δημόσιος κίνδυνος, γίνεται εθνικός κίνδυνος, καταστροφικόν τέρας για τους πολλους, άμαν καυλώσει με αισθήματα παντοδυναμίας.

Τούτοι είσαστιν κύριε Μουχτάρη τους Τρούλλους. Τούτοι. Τζ̆αι τούν τον νούν κουλιαντηρίζετε. Τούτον που γράφετε πας τα βουνά τους Τρούλλους, τούτον που κάμνετε φαρματζ̆ερά λόγια της αναισθησίας μόλις αννοίξετε το στόμαν σας. Τούτον που άμα πάρει τα πάνω του τζ̆αι κόψει ττεναφάν πλάσμαν ανυπεράσπιστον, δεν θα δυστάσει να δράσει όπως ιδράτε που τον τζ̆αιρόν που υπάρχετε σαν πολιτική παράταξη. 

Μεν έσ̆ετε έννοιαν για τα λατζ̆ινάρκα της κοινότητας σας. Του χρόνου εν να άψουν λαμπρατζ̆ιάν, του χρόνου εν να φκάλουν τζ̆αι τα μαύρα, τζ̆αι πον να μεγαλώσουν, αν δεν αλλάξει ο νους τους, τον πιο αρτζ̆ιάτον εν να τον ηφκάλετε τζ̆αι μουχτάρην να σας διαδεχτεί.

Ότι τζ̆αι να πούμεν, ότι τζ̆αι να γράψουμεν, λόγια εν να μείνουν. Έναν τίποτε δίπλα που τον πόνον των πλασμάτων που κλάισιν το πλάσμαν που αγαπήσασιν. Η ζημιά εγίνην. Le monstre a passé à l'act. Πάλε.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Πρόσφυγες

Η προσφύγιά εν θάνατος. Στα κοτσ̆ινοχώρκα λαλούσιν για τον θάνατον του πλασμάτου π΄αγαπάς, πους τον πρώτον γρόνον εν λαμπρόν, τον δεύτερον εν κάρβουνα, ύστερα σταχτός.

Έσ̆ει ώρες που η τέχνη γίνεται μάγεισσα τζ̆αι φκάλλει την ψυσ̆ήν που τον χωροχρόνον. Έτσι στιγμές μπορεί να νώσεις τον σταχτόν να κρούζει όπως το λαμπρόν της τέχνης που παίρνει φώκον.

Rebal Alkhodari

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

Ψηλαφώντας κλασσικά κυπριακά.

Άκουα τον δίσκον με την μικρήν μεσαιωνικήν μουσικήν του Γιώργου του Κάρβελλου. Έπαιζεν το κομμάτιν που ονόμασεν Αροδαφνούσα. Ενώ εψηλάφουν την μουσικήν να την αισθανθώ που κοντά, άρπα, πάνω σ΄άνεμον, εξισ̆είλησεν που μέσα μου ένας ποταμός συγκίνησης που δεν εμπόρηα να κουμαντάρω. Ευτυχώς εν είσ̆εν κανέναν έσσω τζ̆αι άφησα ελεύθερην την συγκίνησην να εκφραστεί. Επήρεν την μορφήν μιας αίσθησης ότι κάτι εχόγλαζεν που μέσα τζ̆αι με κάθε εκπνοήν έφκαλλεν έξω λαμπρόν. Εγίνην δάκρυκα που μιλλιανίσκαν τα μμάθκια τζ̆΄επογιαλώσαν. Εγίνην καρκιά που φάκκαν ταχύρυθμα τζ̆΄εψηλώννεν την έντασην μες τον εγκέφαλον. 
Τί εν τούτον;
Ύστερα που τρεις στιγμές απουσίας που τον ορθολογισμόν, ήρταν πίσω οι νότες που τα ακουστικά του τηλεφωνουθκι̮ού που έπαιζεν την μουσικήν που το γιούττιουπ. Άκουα τες νότες τζ̆΄εθώρεν τες η φαντασία μου να ρέσσουν τζ̆αι να περνούν που μπροστά μου, όπως εθώρεν ο μεσαιωνικός τρουβαδούρος τα άθθη να ππέφτουν πας την Αροδαφνούσαν, τζ̆αι να μυρωθκι̮οκοπούν μόλις ιντζ̆ίζουν πάνω της. Κάθε αθθός που εκουβάλούσαν οι νότες που τους αιώνες εγλυκάνισκεν μου την αύραν της συγκίνησης τζ̆΄επραΰνισκεν μου την έντασην. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχουν οι μουσικές με δίχα λόγια να μεταμορφώννουνται τζ̆αι να μεταμορφώννουν δικά σου συναισθήματα. Οι νότες μπορεί να γινούν αθθοί που μουσκομυρίζουν τον κόσμον, μπορεί να γινούν βάλσαμον ν΄απαλυνίσκουν μιαν συγκίνησην, ή φτερά τζ̆αι να σ΄ελευθερώννουν που τα όρια που σου βάλλει η ύλη του κόσμου σου.
Τζ̆ειαμαί εσυνειδητοποιήσα πως ήμουν φορτωμένος με απόγνωσην που μέρες. Μιαν εφτομάδαν έσφιγγα την καρκιάν μου τζ̆΄έκαμνα την πέτραν, να μεν αισθάνεται το γαίμαν το μαρκωμένον που τον φόον, να μεν θωρεί την νοσσιάν του κακού που θα μπορούσεν να ΄ρτει. Η λογική επαράλυεν το συναίσθημαν ώστι να έρτουν τ΄αποτελέσματα της βιοψίας. Μόλις η σικκίρτιση εχαλάρωσεν νάκκον που την μουσικήν, ότι εσυνάχτην τζ̆΄επέτρωσεν, αμαλάθκι̮ανεν τζ̆΄έκαμεν ούλλον έξω σαν τον χόγλον του ηφαιστείου που ξαπολά.
Ήταν τούτην την παράξενην εφτομάδαν που έκατσεν να έβρω τες μουσικές του Γιώργου τζ̆αι να τες ακούω πας το ίντερνετ. Πρώτην φοράν εγνώριζα τον δίσκον τζ̆΄ας εν γραμμένος χρόνια τωρά. Έτσι εν με τα έργα που δεν σου τα φέρνει να σου τα μπουκκώσει η αγορά. Θα τα ακούσεις όποτε έρτει. Άκουα τζ̆΄εξανάκουα τα κομμάθκια πίσω τ΄άλλου, χωρίς να θέλω να κάμνω ερμηνείες τί αισθάνουμαι. Πέραν που τους τίτλους που είσ̆εν πας σε κάθε κομμάτιν τζ̆αι τον γεννικόν τίτλον που έγραφεν πας το σιντί « A little medieval music », η μουσική δεν έφερνεν άλλα μηνύματα σε λόγια. Ήταν ούλλα σε νότες, σε μελωδίες, σε ρυθμόν.
Ήταν μια εφτομάδα που ήμουν μόνος μου, τζ̆αι δουλειάν τζ̆αι σπίτιν. Επερίμενα τα αποτελέσματα. Ο ορθολογισμός υποσχέθηκεν της λογικής να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να μεν κάμνει σενάρια πριν να έχει τα δεδομένα, να μεν μπαίννει σε αγωνίαν αδίκως. Έτσι όπως είχα την ελευθερίαν της κίνησης μόνος μου έσσω, άκουα τζ̆΄επροσπάθουν να κάμω δικές μου τες νότες του Γιώργου αυτοσχεδιάζοντας χορούς. Είναι χορεύκοντας το πρώτον κομμάτιν του δίσκου, που ένωσα για μιαν στιγμήν με δίχα να το καταλάβω, την απόγνωσην του Πέτρου του Α, που ΄μεινεν με την Ρήγαιναν “τζ̆΄έν είσ̆εν πκι̮ον κανέναν”.
Επόφυα της απόγνωσης με έναν αυτοσχεδιασμόν αποδομημένου πρώτου αντρικού καρτζ̆ιλαμά πας τον ρυθμόν του Ρε Αλέξη, πον το δεύτερον κομμάτιν του δίσκου. Τζ̆αι ο Ρε Αλέξης ένας άντρας σε απόγνωσην ήταν, όι όμως γιατί εν είσ̆εν πκι̮ον κανέναν, όπως τον Ρήγαν, αλλά γιατί έν είσ̆εν τίποτε. Εξισ̆είλαν μέσα του ο θυμός, να τρων ούλον τον καρπόν οι ευγενείς τζ̆αι να του μεινίσκει τζ̆είνου ο κόπος, η ξημαρισ̆ιά τζ̆αι η υποτίμηση. Τελικά, είτε Ρήγας εν το πλάσμαν, είτε μισταρκός, η διαφορά του πως εν να του κάτσει η απόγνωση, είναι αν ιμπόρει να δράσει η όι. Αν έσ̆ει την δύναμην να κάμει κάτι ή αν πρέπει να θέσει την δράσην σε αναστολήν.
Η μουσική του Ρε Αλέξη πατά τραππηητά πας τον ρυθμόν 9/8 του Κυπριακού καρτζ̆ιλαμά, τζ̆αι διά σου φτερά ν΄αννοίεις τες γαλάτες σου όπως άμαν την χορεύκεις. Διά σου ελευθερίαν να διαφύγεις που τ΄άσ̆σ̆ημα πον να δώκουν πάνω σου. 
Μιαν εφτομάδαν με δίχα να μπορώ να κάμω τίποτε εκτός που ν΄αναμένω, εσύναξα κάγριν του βάρου μου, τζ̆αι το μόνον που εμπόρηα να κάμω για να δράσω, ήταν να ακούω μουσικές τζ̆αι μέσα-μέσα να κάμνω τες νότες κίνησην. Πας τον Γιούττιουπ έσ̆ει τες μουσικές του κόσμου ούλλου, αλλά εγώ εκόλλησα πας το « little medieval music » του Κάρβελλου. Που τον ρυθμόν 9/8 του Ρε Αλέξη, επέρνουν εις τα 2/4 του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου που έρκεται ύστερα που την Αροδαφνούσαν. Το φκιολίν της μουσικής τούτης εδιαπέρναν μου την ύπαρξην τζ̆΄έφερνεν με να επικοινωνήσω με τον άθρωπον που πολέμαν μες τα τεισ̆ιά της πόλης μου 447 χρόνια πριν, καρτερώντας να νεφάνει το καράβιν που την Βενεδκι̮άν να ποσπάσει τον κόσμον που την πολιορκίαν. 
Οι Πάπες τζ̆αι οι Ρηγάες όμως της Ευρώπης, πέμπουν στρατούς εις τον τόπον μου μόνον άμαν εσ̆ει να φάει ή άμαν έσ̆ει να χάσει ο δικός τους θρόνος, όι επειδή συγκινούνται που το ποιός εν να ζήσει, ή ποιός εν να πεθάνει στην νάκραν της Μεσογείου. Έσ̆ει σχέσην τελικά ο Ρε Αλέξης που έβαλεν ο Γιώργος πριν την Αροδαφνούσαν με τον Βραγαδίνον που έβαλεν μετά. Τζ̆αι οι θκυ̮ό επολεμήσαν μέχρι τέλους. Ο πρώτος έχασεν που τον στρατόν που επέψαν οι Ευρωπαίοι να τον ποτελειώσει, όταν τους έπιαεν ο φόος πους εν να κολλήσει τζ̆αι το βασίλειον τους επανάστασην. Ο δεύτερος έχασεν πολεμώντας να καρτερά 11 μήνες τον στρατόν που δεν ήρτεν που την Ευρώπην να τον ποσπάσει που τους οθωμανούς τζ̆΄έππεσεν η Αμμόχωστος στα σ̆έρκα των πολεμιστών του Λαλά Μουσταφά. 
Για κάποιον παράξενον λόγον, γυρεύκοντας κινήσεις που να χορεύκουν τον Βραγαδίνον του Κάρβελλου, ήρτεν μου η εικόνα του Κληρίδη να κάθεται μες το Μεγάλη Βρεττανία στην Αθήναν. 1974, τρεις ημέρες πριν την δεύτερην εισβολήν, μόλις έφκην που το πρωθυπουργικόν γραφείον του Καραμανλή. Εχόρεφκα τον Βραγαδίνον, τζ̆΄εθώρουν τον Κληρίδην την ώραν που έσπασεν για μερικές στιγμές, την ώραν που λούθην το κλάμαν τζ̆΄ελάλεν του συνοδού του “τί θα γινεί ο κόσμος”;  Ίσως εν τζ̆είνην την στιγμήν που εκατάλαβεν ότι πάνω σε καμιάν μακρυνήν χώραν, πάνω σε κανέναν μακρυνόν άρχονταν άλλου τόπου, οι Κυπραίοι δεν μπορούν να βασιστούν. Ίσως να εν τζ̆είνην την στιγμήν που ασπάστην την ομοσπονδίαν, να ζήζουμεν σε ειρήνην με τους Τουρκοκυπρίους να γλυτώσουμεν που τους ξένους. Τρεις ημέρες μετά την απόγνωσην του Κληρίδη, είδα με τα μμάθκια μου «τί θα εγίνετουν ο κόσμος». Τί θα εγίνετουν η πόλη του Βραγαδίνου. Αεροπλάνα να σπέρνουν πόμπες, κολώνες  κόσμος, άλλοι παρπατητοί, άλλοι τίγκα μες τ΄αυτοκίνητα, φορτωμένοι πας τα τράχτα τζ̆αι πας τες καρρότσες, τζ̆΄εγώ καθιστός με τ΄αδέρκι̮α μου πας σε τρεις ποξ̆άες υπάρχοντα. Πάντα Δευτερογιούνην τζ̆΄Άουστον ρίφκει λαμπρόν ο ουρανός της Αμμοχώστου τζ̆αι κρούζει τον κόσμον της. Τί κίνησην να έβρω ρε Γιώρκο να χορέψω την πόλην μου που ππέφτει, όπως την εζωγράφισες με τες νότες που αφιέρωσες του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου;
Εσκέφτουμουν ότι δεν πρέπει να αγωνιώ. Ότι έρτει, αντιμετωπίζεις το. Πως να μεν αγωνιάς όμως, άμαν δεν μπορείς να κάμεις άλλον που να καρτεράς; Κρατεί σε στέκοντα ο ορθολογισμός τζ̆αι παντά που τον ορίζονταν την υστερίαν, σαν υστάτην άμυναν. Γυρεύκεις τρόπον να μεταβολήσεις το συναίσθημαν, ή να το απωθήσεις άμαν έν το σώννει άλλον η ύπαρξη σου. Αλλά μεταβολίζεται η πέτρα; Μεταβολίζεται το μολύβιν; 
Σκέφτουμαι ούλλα τα ζώα που αγάπησα τζ̆αι προσπαθώ να καταλάβω πως διαχειρίζουται την απόγνωσην που δεν έχουν την τέχνην σύντροφον να τους ιστήρίζει, να τους διά δύναμην να αισθανθούν κάτι που να το αντέχουν, να τους διά διέξοδον πράξης την ώραν που σε κατάστασην απόγνωσης δεν ιμπορούν να δράσουν. Σκέφτουμαι τα πλάσματα στον μεσαίωναν, που τον έβαλεν  τίτλον πας τον δίσκον του ο Γιώργος. Τί ζωή ήταν για να θέλεις να την ιζήσεις άμαν ήσουν που τους πουκάτω; Εξανάβαλα τον Ρε Αλέξης, τζ̆αι χόρεψα τον ξανά, να νοιώσω την απάντησην.
Μετά τον Ρε Αλέξην η Αροδαφνούσα πάλε. Άκουα την για νιοστήν φοράν που έκοψεν το γιούτιουπ τζ̆΄έφκην ομπροστά το τηλέφωνον.
— «Εν ούλλα καθαρά. Είδες που δεν άξιζεν τον κόπον να αγωνιάς για το τίποτε; Μιλούμεν πιό ύστερα». Τζ̆΄έκλεισεν.
— «Ευτυχώς», επρόλαβα να πω, τζ̆αι πριν να φτάσω να ρωτήσω “είσαι καλά; τί είπαν οι γιατροί…”, το γιούτιουπ είσ̆εν ήδη ξαναφκεί μπροστά αυτόματα, που το σημείον της μουσικής που είσ̆εν διακοπεί που το τηλεφώνημαν.
Έριφκεν αθθούς με τες νότες του Γιώργου. Αννοίαν φύλλα – φύλλα μες την φαντασίαν μου οι φορεσ̆ιές που φόρησεν η Αροδαφνούσα. “Τέλλια πουπάνω ΄φόρησεν, τα μαρκαριταρένα…” Πουκάτω εθώρουν τα χρυσά τζ̆αι πιο πουκάτω τα πλουμιστά…  Το κορμίν μου εσυχρονίστην που μόνον του με τον ρυθμόν τζ̆αι η κίνηση ακολούθαν την θείαν οπτασίαν: “εσείστην τζ̆΄ελυγίστην τζ̆΄εψιντροκανατζ̆ίστην…”. 
Ακριβώς σε τζ̆είνην την στιγμήν ήταν που η μουσική εμαλάθκιανεν την ψυσ̆ήν μου τζ̆αι άφηκεν την ύπαρξην να αισθανθεί την πετρωμένην απόγνωσην να λιώννει τζ̆αι να τρέσ̆ει έξω σιονωτή να εξαχνωθεί.