Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

Το φεντζιάνιν της Αγγέλας

Ελλάδα, διακοπές του 2007.

Αφιερωμένο στους φίλους
Μιχάλη Χριστοφίδη τζαι Μιχάλη Κιρλιτσιά
σ΄ανταπόδωσην της ποιητικής έκδοσης
Το κόκκινο του γιασεμιού - yasemin kirmisisi*
που μου εστείλαν με την πόσταν πρόσφατα.


Εκαλοτζαίρκασεν. Ο νήλιος κρούζει πέτρες. Ο αέρας ο βραστός ξερανίσκει σου την ψυσιήν. Η υγρασία χαμνίζει σου τα μυαλά. Ο Δημήτρης της κυρίας Αγγέλας εν επήεν δουλειάν σήμερα. Έμεινεν ανάσιελα πας την καρκόλαν με το έαρ κκοντίσιον πας το 22. Είπαν εις τες ειδήσεις ότι εν να κάμει πάλε 44 βαθμούς. Τα σίερα με έτσι τζαιρόν εν πιάνουνται ούτε με γάντια. Εν η τρίτη μέρα που για τους χτιστάες, τους καλουψιήες τζαι τους σιεράες εκυρήχτην αργία λόγω καύσωνα. Παλιά ο Δημήτρης επήεννεν εις το Νίσιπιτς για να δροσιστεί άμαν είσιεν καύσωναν. Τωρά φκάλλει την εις το ίντερνετ στην δροσιάν του κλιματιστικού.

Η κυρία Αγγέλα έφυεν που τες 6 με το λεφορείον της γραμμής. Καθαρίζει δωμάτια στου Τσιππούρα Χοτέλ Αππάρτμεντς. Εψές εμάσιετουν ως τες 11 να κάμνει πισιίες τζαι πουρέκκια. Πόψε εν τα γενέθλια της Μαρίνας. Κλείει τα 6 τζαι ο Δημήτρης εδιάταξεν πουρέκκια. Η κυρία Αγγέλα ποττέ εν εκατάφερεν να βάλει την κόρην της την Χρύσων εις το μαρζάτζιιν. Παρά νοικοτζυρά καλλύττερα πουτάνα ελάλεν η Χρύσω. Η κυρία Αγγέλα εν άντεχεν την ιδέαν να ταΐσει τον κανακάρην της με πουρέκκια γοραστικά του Ζορπά. Παρά ούλλην της την ποστασιάν, παρά την πυράν, έκατσεν τζαι έκαμεν έναν δίσκον με πουρέκκια, έναν με δάχτυλα τζαι έναν με μιλλοπισιίες διπλές. Εσορόπωσεν τα με σορόπούιν φτανόν να μεν εν βαρετά, τζαι επασπάλισεν τα τζαι με κούννες τσακκιστές του αθασιού, ραντισμένες με ροδόστεμμαν τζαι κανέλλαν.

Η κυρία Αγγέλα παλιά εμάλλωνεν μέραν νύχταν με την κόρην της. Για το μωρόν που ήρτεν δίχα τζύρην, η Αγγέλα ποττέ εν είπεν κουβένταν της Χρύσως. Για τα νοικοτζυρκά όμως, ώρες – ώρες εγίνετουν ανυπόφορη, ως που μιαν ημέραν η Χρύσω ανακοίνωσεν της ότι εβαρέθηκεν την γλώσσαν της τζαι θα πιάσει διαμέρισμαν, να ποσπαστεί που τους καφκάες, να νιώσει τζαι το μωρόν της όπως θέλει τζείνη. Που τον τζαιρόν που η Χρύσω επήεν έσσω της, ερούφησεν την τζαι η κυρία Αγγέλα. Εφοήθην άμπα τζαι πιάσει την παραπάνω η πελλάρα τζαι κόψει της το τέλεια τζαι εν θώρει πιον το μωρόν. Την κόρην της θα το άντεχεν να μεν την ιξαναδεί, την Μαρίναν όμως όι.



Η κυρία Αγγέλα σήμερα ήταν ανήσυχη. Θέλεις ήταν η πυρά, θέλεις ήταν οι κουβέντες της Λουτσίας της χάουσκιππερ, θέλεις ήταν ο χαμολιός που της έφκην εις το φεντζιάνιν, κάτι κακόν επροαισθάνετουν. Η Λουτσία είπεν ότι το πάτζιετ της καθαριότητας δεν εκάνεν. Γή έπρεπεν να πιάουν 19 δωμάτια η κάθε γεναίκα αντίς για 15 που καθαρίζαν ως τωρά τζαι να φκάλουν την Αντιγόνην με πλεονάζον, γή έπρεπεν να φύουν 5, τζαι να πιάουν 5 Βουλγάρες.

«Βρέ Τούλλα θωρώ χαμολιόν», η Τούλλα τίποτε. Μόνον καλά νέα έθελεν να λαλεί στο φεντζιάνιν. Τελικά έπεισεν την ότι εν η ιδέα της τζαι πους ο νούρος του χαμολιού ήταν γιογιό τζαι πους η τζεφαλή του ήταν δράκος. Δράκος σημαίνει προστασία.
– Κόρη άμπα τζαι εν ο Τάσος της συντεχνίας τζαι κάμνει σου κόρτες; Αρώτησεν την η Τούλλα. Γιογιό... πήεννε – έλα... πάνω – κάτω..., προστασία... Αρέσκει σου κόρη; Το γιογιό λαλούν εν καλόν σημάδιν για το κρεβάτιν!
– Άης με κόρη τζαι σου. Δούλα εν γίνουμαι πιον κανενού. Εγλύτωσα που το «φέρε τζείνον, φέρε τούτον» του Παναγιώτη τζαι να πιάω άλλον να κουλιαντηρίζω; Ας παν εις τ΄ ανάθθεμαν.
– Καλάν κόρη Αγγέλα, 53 χρονών γεναίκα εβάωσες το μαχαζίν; Εν λαχτά το κουτσίν σου;
– Κόρη Τούλλα εν χαμολιός οξά εν εν χαμολιός;
– Εν δράκος είπα σου. Προστασία! Συντεχνίες... Τζείνου η γεναίκα του έφυεν με Πακιστανόν, εσέναν ο άντρας σου με Ρουμάναν. Χάτε. Η συντεχνία εν να σώσει την εργατικήν τάξην. Εν θωρείς τα πόθκια σου που ζαώσαν που τους ρευματισμούς που τα ξέβα – κατέβα τες σκάλες; Να τα παραιτήσεις να πνάσεις τζαι που τους κόπους τζαι που την Λουτσίαν.
– Προτιμώ να είμαι δούλα του Τσιππούρα παρά του Τάσου. Τουλάχιστον τζείνος πιορώννει. Τζαι αν μου ζητήσει να ανοίξω τζαι τα σιέλια μου, αν θέλω αννοίω τα.
– Σιγά που ΄ν να σου ζητήσει το Τσιππούρας κόρη. Αν είσουν εις τα κοσπέντε σου εμπόριεν.
– Αδρώπου πάντως δούλα εν γίνουμαι πιον.
– Εγίνης παραπάνω φεμινίστρια που την κόρην σου κόρη. Τον δράκον όμως πως τον εξηγάς;
– Μα ίντα προστασίαν μας λαλείς κόρη Τούλλα; Προχτές εσύναξεν μας ούλλες τζαι είπεν μας ότι το πετρόλαον εγίνην 75 δολλάρια το βαρέλλιν, ακριβώσαν τα ναύλα, τζαι αν δεν κάμει τζαι η εργατική τάξη υποχωρήσεις, εν να παττίσουν οι μαστόροι τζαι ΄ν να μείνουμεν τέλλεια άνεργες. Εν τούτη η προστασία που φέρνουν οι δράτζοι σου; Εν μουσιισμένοι οι δράτζοι σου Τούλλα.
– Οι δράτζοι σου Αγγέλα. Οι δράτζοι σου. Εν εσέναν που εύκην δράκος εις το φεντζιάνιν, εσού πιορώννεις συδρομήν εις την ΠΕΟ, εσού μου είπες ότι κλουθογυρίζει σε ο Τάσσος.
– Χαμολιός τι σημαίνει κόρη;

Η Τούλλα άλλαξεν θέμαν, επέρασεν εις τες πόρτες τζαι τους δρόμους, στα λεφτά που η Αγγέλα ήταν να πιάσει τζαι να δώσει. Ο χαμολιός όμως έμεινεν που τα χτες μες τον νουν της Αγγέλας. Εγύρισεν τα ποτζεί, εγύρισεν τα ποδά, δεν εμπόριεν να τον εξηγήσει.

Το λεωφορείον εσταμάτησεν τζαι άφηκεν εις τα Μαχτόνας την Αντρούλλαν της Ευαθθίας, την Μάρων του Σσιεφκά της Τασίας τζαι την Κούλλαν της Ειρήνης. Εσυνέχισεν προς την παραλίαν.
– Για 320 λίρες πέμπουν τα μωρά ούλλη μέρα στασίμιν μες την τσίκναν, να κάμουν κυρσούς που τα δεκαοχτώ τους, εψουψούρισεν της Αγγέλας η Δοξούλλα του Παντελή που κάθετουν δίπλα της μες το λεφωρείον.
– Ε ίντα ΄ν που ΄ν να τες κάμουν έσσω ούλλη μέρα κόρη Δοξούλλα; Να τες θωρούν να πλώννουν ζάμπαν; Εν θωρείς που με δουλειές θέλουν να κάμουν, με για νοικοτζυρκά θέλουν να ΄κούσουν οι τωρασινές; Τουλάχιστον τζαμαί εν περιορισμένες τζι εν ιμπαίνουν σε πειρασμούς.
– Τζι΄ή Αθθούλλα της Νίτσας ήταν περιορισμένη στου Τσακρή, τζι έλυσεν το μωρόν τζαι έσταξεν που τα μαυρογέριμα που την εποτίσαν. Τέλεια στο ύστερον που μάννεψεν τζιόλας, τζαι ΄μίλαν σαν την καθυστερημένην, εκουττούκαν την τζι ο Τσακρής, τζαι δίαν της να γοράζει την δόσην. Ο Τσακρής εγλύππαρεν την γιατί εκανονίσαν την κατηγορίαν να ισχύει μετά που έκλεισεν τα 18 η μιτσιά, η Νίτσα όμως εσταμάτησεν τζαι που την δουλειάν να γλέπει την κόρην της στου Βερεσιέ. Τον τζαιρόν που ΄πρεπεν να βουρήσουν τον ρόκολον εβουρούσαν τα διαζύγια τζαι τους δικηγόρους, τωρά βουρά τες εκκλησιές τζαι τα κέντρα αποτοξίνωσης.
– Φάουσαν κόρη Δοξούλλα, μα έβαλες στην ιδέαν σου να μου κάμεις την καρκιάν μου περιβόλιν που τα χαράματα; Πε μου, οι χαμολιοί εν την αυκήν που φκαίνουν στην γύραν οξά το δείλις;
– Ξέρω γώ! Είμαι τίποτε ερπετολόγος; Ίνταν που σου ήρτεν τωρά πρωίν ξημέρωμαν τζαι αθθυμήθηκες τους χαμολιούς;
– Έυκην μου εχτές εις το φεντζιάνιν. Λαλείς να μας ιξαπολίσει καμιάν φαρματζερήν πρωΐν – πρωΐν η Λουτσία;
– Εν βαριέσαι. Το πολλήν – πολλήν να πιάσουμεν πλεονάζον που τον Ιούνην φέτη.

Έξι τζαι σαράντα εκατεβήκαν που το λεφορείον. Εφτά παρά τέταρτον η Αγγέλα εφόρεν το φουστάνιν με τες ρίγες τες μπλέ, το καππελλίν τζαι τες παντόφλες της δουλειάς, έτοιμη να χτυπήσει κάρταν. Πρίν με κάρτες είσιεν, με στολήν. Έντεκα δωμάτια ούλλα τζι ούλα, έκαμνες τα τζαι έφευκες. Τωρά, ως που να ξυπνήσουν οι τουρίστες κάμνουν την δουλειάν της Ευτυχίας τζαι της Μαριούς που καθαρίζαν τες σκάλες, τους διαδρόμους, τα γραφεία τζαι κάμναν τα κουτσοδούλεια. Την Μαριούν εβάλαν την εις τες μαείρισσες, της Ευτυχίας εν της ανανεώσαν το συμβόλαιον.
Οκτώ τζαι τέταρτον η Αγγέλα έμπαινεν στο πρώτον δωμάτιον. Οι αναχωρήσεις εν διπλάσια δουλειά αλλά τουλάχιστον αρκεύκουν πρωίν. Τες άλλες ημέρες τα κουτσοδούλεια τραβούν πολλές φορές ως τες 10. Έστρωσεν, έτριψεν τους αποπάτους, τα μπάνια, τες πορσελάνες.

Η Αγγέλα άλλασσει το σφογγάριν για να καθαρίζει τα ποτήρκα μες τα δωμάτια. Η Δοξούλλα πληννίσκει τα με το ίδιον που τρίφει τον απόπατον. Παίρνει εκδίκησην λαλεί για τον κότσιρον που της έφηκεν αντίν για αυτόγραφον η Ανδριανοπούλλου που ήρτεν να τραουδήσει στην γιορτήν του κατακλυσμού, για τους καπόττους που της αφήκαν χαμαί κάτι ππούστηες, για τα βρατζιά τα σκατένα των χωραΐτισσων που συνάει πριν να σαρίσει κάθε πρωΐν. Η Αγγέλα θεωρεί την πράξην της Δοξούλλας μεγάλην πουτανιάν. Παρά να ταΐσεις σκατά έστω τζαι έναν έντιμον πελάτην ελάλεν, καλλύττερα να καθαρίζεις καθημέρα το ποτήριν της μεγαλλύττερης πουτάνας.

Το σφογγάριν του αποπάτου ήταν η συνηθισμένη πολιτική συζήτηση της Αγγέλας τζαι της Δοξούλλας. Η Δοξούλλα ελάλεν ότι άμαν καταπίννεις τους κότσιρους του άλλου δίχα αντίδρασην γίνεσαι τζαι σου σκατά. Η Αγγέλα ελάλεν ότι άμαν απαντάς της πουτάνας με πουτανιάν γίνεσαι πάσσπουτανα. Η Δοξούλλα απάντα της «καλλύττερα πάσσπουτανα παρά κότσιρα». Η Αγγέλα θα της απάντησεν καμιάν πεηνταρκάν φορές ως τωρά «καλλύττερα εργάτρια σκατοπετάχτενα παρά πουτάνα».

Μιαν ημέραν ήρτεν η συζήτηση μπροστά στον Τάσον. Εν είπαν φυσικά ότι αντιπερισπασμός ήταν να σφογγάς το ποτήριν του πελάτη με το σκατόπαννον. Εμιλήσαν έτσι γεννικά. Ο Τάσος ελάλεν ότι η απάντηση στην υποτίμησην των μικροαστών εν η ταξική πάλη. Η Αγγέλα άμαν εν εκαταλάβισκεν ίντα ΄ν που της ελαούσαν έβρισσεν. Η Δοξούλλα εδίαν μέσα με την θεωρίαν της.
– Η ταξική πάλη μες το γραφείον του Τσιπούρα μυρίζει φραπεδάκια κύριε Τάσο. Η ταξική πάλη μες τους αποπάτους μυρίζει κότσιρους των χωραΐτισσων τζαι της Ανδριανοπούλου. Άμαν καθαρίζεις τα σκατά του άλλου που δεν σε σέβεται μυρίζεις κότσιρους. Η ταξική πάλη που θα σε πάρει;
– Άμαν εν να έρτει μιαν ώραν η μέρα της επανάστασης, εν να δώσει την εξουσίαν στην εργατικήν τάξην. Απάντησεν της λλίον απαξιωτικά ο Τάσος που ποττέ εν εσυνάφερνεν ξιμαροκουβέντες στην γλώσσαν του.
– Μα αφούς την εξουσίαν έσιεται την κύριε Τάσο. Έτσι είπαν εψές εις την τηλεόρασην.

Η Τούλλα με τα φεντζιάνια της, έβαλεν της Αγγέλας τον Τάσον μες την κκελλέν, τζι έμειναν οι χαμολιοί τζαι τα συντεχνιακά καλλημένα μες την σκέψην της. Η ιδέα του γιογιό όμως άρεσκεν της. Την ώραν που τα γύριζεν πάνω κάτω μες τον νουν της, αθθυμήθην τες κουβέντες της στετές της της Αντζιελούς Στα υστερινά της, εξαπολύθην η γλώσσα της κοτζιάκαρης, τζαι ότι μυλλωμένην κουβένταν δεν είπεν εις τα νιάτα της, είπεν την που έχασεν. «Ο άδρωπος ο σφικτόκωλος φκάλλει την γεναίκαν εις τους εφτά ουρανούς», ελάλεν η μακαρισμένη η Αντζιελού. Τα λόγια της στετές εφέρναν μες τον νουν της τα κωλομέρκα του Τάσου που ήταν σαν τες παττίσιες τες σπαρκωμένες του Ιούλη. Ο Τάσος ήταν λεβεντόκορμος. Εξήντα χρονών άθρωπος τζαι είσιεν κορμίν σκαπούλλου. Εσκέφτετουν τον νέον η Αγγέλα πας τες σκαλωσιές τζαι ρέμβαζεν σε κόσμους άλλους.

Ο Τάσος εφουμίζετουν ότι πριν να γινεί συντεχνιακός ήταν οικοδόμος, τζαι πους την συνείδησην του εσκάλισεν του την το μυστρίν τζια η σίκλαν του τσιμέττου. Πότε εφαντάζετουν τον Τάσον με δίχα φανέλλαν, μαυρισμένον που τον νήλιον να δουλεύκει την μύστραν, πότε εγυρίζαν οι δράτζιοι τζαι οι δακκαννομούττηες μες της φαντασίαν της. Οι σκέψεις τούτες εκάμναν την να ξιχάννει ότι την ώραν τζείνην εκαθάριζεν απόπατον. Έπιαεν την σίκλαν του σφογγαρίσματος σαν το ρομπότ, επόσφυξεν τον φλώκκον, εθκιάκλεισεν την με νερόν καθαρόν, τζαι την ώραν που άννοιξεν το παουρούιν με το Έυρηκα υγρόν, επετάχτην που μέσα ένα ξωτικόν σε μορφήν καπνού κότσιινου.
– Είμαι ο δούλος σου, λαλεί της το πνεύμαν, τζαι αν με ρωτήσεις, μπορώ σου απαντήσω σε μιαν ερωτήσην που κανένας δεν μπορεί να σου δώκει απαντήσην.
Η Αγγέλα αντζιελοσιάστην τζι έμπηξεν μιαν τσιριλιάν. Κανένας όμως δεν έδωσεν σημασίαν. Ενομίσαν πως ήταν κανένας εγγλέζος πρωϊνογάμης σαν τες σσιιλιάες που περνούν που του Τσιπούρας Χοτέλ Αππάρτμεντς.
– Θα εν άλλης που είσαι δούλος, λαλεί του η Αγγέλα μόλις εσυνήλθεν που το σιόκ. Άμπα τζαι είσαι δούλος της χωραΐτισσας που μου άφηκεν τες μότες της μες το σικλούιν; Τζαι να ΄χω δούλον, πως μπορώ να τον διατάξω, αφούς είμαι εγώ δούλα τους ούλους; Που την ημέραν που εγίνηκα 9 χρονών, η μάνα μου εδιόρισεν με υπεύθυνην της βούρνας τζαι που τότες εν ήβρα αντικαταστάτριαν. Η κόρη μου είπεν μου καλλύττερα πουτάνα παρά νοικοτζυρά. Επάντρεψα τους αρφούες μου, ήβρα τον Παναγιώτην να υπηρετώ. Ύστερα ενιόθην τζι ο Δημήτρης. Έπληννα τον Παναγιώτην τζι εκαθάρισα τον 30 χρόνια, εξισκάτισα θκυό κοπελλούθκια τζι έναν αγγονούιν, εσιέρωσα σιιλιάες κολλάρους τζαι μανικέττα. Ως τζαι τα σώβρακα του γιού μου τζαι του αντρός μου εσιδέρωσα τους τα για να σκωτόνουνται τα μικρόβια.. Εξιγγονίστηκα τον Παναγιώτην, ήβρα τον Τσιππούραν που θέλει τωρά να του καθαρίζω 19 δωμάτια. Τι ερώτησην να σου κάμω στοισιείον μου, που η ζωή για ότι την αρώτησα είπεν μου «σιύψε να περάσεις»;
– Αν είσαι η Αγγέλα Γεωργίου, εσέναν είμαι δούλος. Αν δεν ισκεφτείς μιαν ερώτησην σε 30 δευτερόλεπτα, θα χάσεις την ευκαιρίαν.
– Θέλω να μου πεις τι σημαίνει άμαν σου φκει χαμολιός μες το φεντζιάνιν. Επρόλαβεν να του πει η Αγγέλα πριν να φύει το στοισειόν.
– Φάτε τωρά που ΄σιει. Είπεν το πνεύμαν τζι εχάθηκεν.

Η Αγγέλα επαλάβωσεν. Ποιου να το πει τζαι να μεν την ιφκάλει πελλήν. Τζαι να καταλάβεννεν πιλέ μου τζαι τίποτε παραπάνω που ότι της είπεν η Τούλλα, στα ΄νάθθεμαν. «Φάτε τωρά που ΄σιει» ακούεις τζαι συ. Σαν να τζι άκουεν τον γιον της τον Δημήτρην που τσίππωννεν πας τον δίσκον που τες πησιίες. Έτσι εφώναζεν τζαι τζείνος, τζι εδίαν ούλλου του κόσμου να φάει.

Για να το πει όμως το πνεύμαν κάτι σημαντικόν θα είναι. Ήσιαν να ΄ρτει στον κόσμον έτσι για να πει μιαν τσιόφταν τζαι να φύει;

Εφύλαξεν το παουρούιν του υγρού μες την τσένταν της, επόσπασεν το δωμάτιον 673, τζι εκατέβηκεν εις την αποθήκην ιμίσς για να εύρει παουρούιν του Εύρηκα γεμάτον. Ήταν Τετάρτη τζαι ο Τάσος επέρναν η ώρα 9 για να πιει φραπέ στου μάστρου. Ετσάκκωσεν τον πριν να τον δει κανένανς τζαι φώναξεν τον ότι θέλει να του μιλήσει για τα συνδικαλιστικά.
– Συνάδελφε Τάσο, θωρείς του΄ν τον διάδρομον 30 μέτρα; Σήμερα πριν να έρτεις εσάρισα τον τζαι εσφογγάρισα πριν να ΄ρκέψω τες αναχωρήσεις. Μες την σύμβασην λαλεί 15 δωμάτια. Η σύμβαση όμως που υπογράφετε εν όπως την χαρτούτσιαν την βρεμένην. Που τες 16 γεναίτζες που καθαρίζουν μόνον 4 εν μόνιμες. Τες υπόλοιπες απολύουν μας στες 182 μέρες τζαι ξαναπιάννουν μας για την άλλην σεζόν. Είμαι 16 χρόνια προσωρινή, κάθε χρόνον τάσσουν μου να με προσλάβουν, αλλά γιατί να με προσλάβουν Τάσο μου αφού κάμνουν την δουλειάν τους έτσι; Λαλείς μας ότι εψηλώσαν τα ναύλα που την Ευρώπην τζαι πρέπει να κάμουμεν θυσίες. Πον να λείψει τζι άλλον το πετρόλαον που τον κόσμον ίντα θυσίες εν να μείνουν να κάμουμεν; Φέτη εν το πετρόλαον, πέρσι εν ο πόλεμος του Λιβάνου, αντιπροπέρσι ο πόλεμος του Ιράκ... Την πρώτην αύξησην εμείς οι παλιές εθυσιάσαμεν την που τον πόλεμον του Κουβέιτ.

Ήταν ήδη στον τρίτον όροφον. Ο Τάσος άκουεν τζαι δεν εμίλαν.
– Πιάννω Τάσο μου 550 λίρες τον μήναν με τα τιπς. Εν για 6 μήνες όμως μόνον. Τους άλλους 6 εν που το ανεργειακόν που πιορώνουμαι 223 λίρες τζαι 60 σέντ. Που τα ριάλια που μας κόφκουν τους 6 μήνες πιορωνούμαστιν τους άλλους 6. Που την μύλλαν μας τηανίζουν το βλατνζίν μας, τζαι η συντεχνίες λαλούν σας να μας λαλείτε πους εν ο νόμος. Ίντα νόμος εν τούτος που εψηφίσαν τζαι οι δικοί σας οι βουλευτές; Έκτος όροφος τζαι έφκαλες γλώσσαν. Εξίχασες τες σκαλωσιές. Εγώ φκαίννω τες 5 – 6 φορές την ημέραν τούτες τες σκάλες. Έλα μέσα να μεν μας ακούει κανένας τζαι θα σου πω τι μας είπεν η Λουτσία η χάουσκκιππερ. Οι κοπελλούες εν ούλλες ανάστατες.
– Πε μου συναδέλφισσα τζαι γω θα τα κανονίσω.



Την νύχταν εις τα γενέθλια η Αγγέλα έλαμπεν. Εγιάλλισεν η βούκκα της τζαι το χαμόγελον έφκαιννεν ως τα φκιά της. Τζιαμέ που έτρεμεν που την ιδέαν να ξαναδεί τον Παναγιώτην την νύχταν τούτην, δεν εφάκκαν πενιάν. Ήταν η πρώτη φορά που τον εξανασυνάνταν μετά το διαζύγιον.

Ο Παναγιώτης είσιαν να φα που πάνω του ως που την εθώρεν να ανοίει το γέλιον της όπως τον αθθόν.

Η Τούλλα ήταν να σπάσει που την αγωνίαν της ως που να την ιξικόψει παράμερα να της τα πει.
– Κόρη Αγγέλα πως σου έφκην ο δράκος κόρη τζαι γελούν τα μουστάτζια σου;
– Ππούουου, να θώρες ακόμα τι γελά τζαι μέσα μου!
– Πε μου κόρη, πε μου. Έφκην σου γιογιό; Εψουψούρισεν της πονηρά η Τούλλα
– Κόρη Τούλλα, θωρείς τον Παναγιώτην ίντα χαμνόκωλος ένι; Η στετέ μου είσιεν δίκαιον ότι εν ον άντρας ο σφικτόκωλος που μπόρει να σύρει την γεναίκαν εις τους 7 ουρανούς!

Ο Παναγιώτης κάτι εκατάλαβεν ότι εμιλούσαν για λλόου του, αλλά που να φανταστεί. Ούτε τζαι τόλμησεν να κοντέψει. Τούτη η χαρά στο πρόσωπον της Αγγέλας τον ετρόμαζεν.

– Ο Τάσος!! Έφκην σου ο δράκος! Η προστασία! Είδες που δεν ιππεύτω έξω!
– Ποιός δράκος τζαι πράσινα άλογα. Χαμολιός μου έφκην Τούλλα μου. Χαμολιός έφκηκεν.
– Πέμου κόρη αφούς εν έτσι, ίνταλόις φκαίνει ο χαμολιός να ξέρω την άλλην φοράν αν ιφκεί καμιάς άλλης.
– Χαμολιός είναι πυροτεχνήματα, χρώματα, σπίριτος, παρούτιν. Ο χαμολιός έσιει γλώσσαν που πάει μακριά.
– Πε μου λεπτομέρειες τζαι εν να με σπάσεις.
– Χαμολιός δεν σημαίνει εκδίκησην. Θωρείς τον χαμνόκωλον τον Παναγιώτην. Την ημέραν του διαζυγίου έπιασεν με παράμερα να μου πει κάτι πριν να μπούμεν στο δικαστήριον. Ενόμισα πως εμετάνωσεν τζαι ξιμαύρισεν για μια στιγμήν η καρκιά μου. «Είσαι η αγάπη της ζωής μου. Καμιά άλλη γεναίκα δεν θα με αγαπήσει σαν εσέναν» είπεν μου. Επήρα πάνω μου. Ένωσα 18 χρονών, σαν την ημέραν που μου έκαμνεν κόρτες με την μοτόραν τζαι πέταν η καρκιά μου στον ουρανόν. «Είσαι όμως πολλά καλόκαρτη τζαι γω θέλω γεναίκαν με έναν αέραν πουτανιάν. Η ρουμάνα κάμνει μου τζαι πίππες, ξέρει τζαι ακροβατικά, ψαλλίθκια, πισωκολλητά. Ότι έδειξεν ο Καμασούτρα ξέρει τα. Εγλύκανα τζι εν μπόρ΄ ΄α κάμω δίχα της. Αδδέχεσαι να σ΄έχω εσέναν για την αγάπην τζαι τζείνην για τα πιπεράτα να σταματήσουμεν το διαζύγιον. Να μεν πληγώσουμεν τζαι τα μωρά τζαι να γλυτώσουμεν τζαι τα έξοδα.»
– Ω ρε τον Παναγιώτην, χαμνόκωλος μεν, το δικόν του όμως ξέρει το.
– Παρολίγον να φυρτώ. Την ώραν που με ρώτησεν ο δικαστής αν χωρίζουμεν εν κοινοί συναινέσει εν εμπορ΄ ακόμα να ΄νοιξω το στόμα μου. Εφοήθηκα άμπα τζαι στρέψω τζαι γινώ ρεζίλιν. Ο δικηγόρος μου έκαμνεν μου σημάθκια. Εζήτησεν του δικαστή να κάμει διάλειμμαν. «Η πελάτης μου είναι κάτω από συναισθηματικήν φόρτησην» είπεν του δικαστήρίου. Ένεψα του «ναι» του δικαστή τζαι τελειώσαμεν. Έμεινεν του τζαι το μισόν σπίτιν τζαι θέλει τωρά να το μοιράσουμεν ίσια μέσα τζαι με τα μωρά τζαι με το μπασταρτούιν που του σπούρτησεν η Ρουμάνα. Αν Χαμολιός εσήμαινεν εκδίκησην, τωρά δεν θα εγελούσαν τα μουστάτζια μου, τζαι του μουστάτζια του κόρη Τούλλα. Ήσιαν να νώθω πουτάνα που ξιμάρισεν το κορμίν της για να φκάλει το άχτιν της. Γράψε μες τα δευτέρκα του καφέ ότι Χαμολιός σημαίνει πολευτέρωση.»
– Εβούττησες τον Τάσον κόρη; Είδες που σου είπα τζαι δεν μου επίστευκες!
– Εβούττησα τον, εβούττησεν με. Έκαμεν με να καταλάβω επιτέλους τι θέλει να πει άμαν μας λαλεί ταξική πάλη. Είτε πουπάνω, είτε πουκάτω εν η εργατική τάξη δεν υποτάσσεται τζαι δεν υποτάσσει. Ότι κάμει κάμνει το για το κκέφιν της. Αν μεν μου έφκαιννεν χαμολιός εις το φεντζιάνιν ήσιαν να πεθάνω τζαι να νομίζω ακόμα ότι ούλλοι οι αδρώποι εν «τρεις κουγκιές τζαι ποσπαστήκαμεν». Βρέ Τούλλα, ο Τάσος έκαμεν με να νώσω γεναίκα. Έτο με θκυό λόγια να πούμεν ...
– Φάτε τωρά που ΄σιει, αναφώνησεν ο Δημήτρης τζι έκοψεν το ψουψού των κουμέρων. Φάτε πισιήες πουρέκκια σπιθκιάσιμα να γλύφετε τζαι τα δάκτυλα σας.

Ο Δημήτρης έτρωεν τζαι εδίαν τζαι των μωρών τζαι τους μεγάλους να φάσιν.
– Φάε τζαι σου θεία Τούλλα, φάε τζαι σού παπά.
– Αρέσκουν σου; Εδιάκοψεν τον η Αγγέλα.
– Εν τα καλλύττερα που έκαμες ποττέ άμμα.
– Ε! που τα τωρά τζαι να πάει, μπορείς να πααίννεις τζαι μόνος σου στου Ζορπά. Τρεις λίρες τον δίσκον πιάννεις όσα θέλεις. Ο τζαιρός που οι γεναίτζες ήταν δούλες του μαρζατζιού επέρασεν. Φέτη με πησιίες έκαμα, με πουρέκκια. Επήα τζαι ΄γόρασα τα μόλις εσκόλασα κοντά στο ξενοδοχείον.

Η Αγγέλα εδίκλεισεν τζαι είδεν την Χρύσων μες τα μμάθκια τζαι μιτσοκάμμισεν της κρυφά. Η Χρύσω έκαμεν πους εν εσυνέβαιννεν τίποτε, εχαμογέλασεν, εδίκλεισεν χαμέ τζαι στράφην στην κουζίναν τάχα να φέρει λεμονάδες. Έπιασεν έναν χαρτομάντιλον των γενεθλίων με τες καρδιούες πάνω τζαι σφόντζισεν τα μμάθκια της. Ενόμιζεν ότι τούτην την κουβένταν εν θα την άκουεν ποττέ της που την μάναν της. Εθκιάκλησεν την συγκίνησην με έναν ποτήριν λεμονάδαν κρυάν τζαι πήεν τζαι ΄πιασεν την μάναν της μες τα ΄γγάλια της.
– Μάμμα ευχαριστώ για το δώρον του μωρού, εφκαριστώ τζαι για τα μελωτά του Ζορπά που μας έφερες, αλλά τζείνα που τρώει ο Δημήτρης εν σπιθκιάσιμα. Έκατσα τζαι ΄καμα τα εψές που στράφηκα που την δουλειάν για να σου κάμω έκπληξην. Τα γοραστικά που μου ΄φερες έδωκα τα της Σβετλάνας δαμέ δίπλα να μεν τα πετάξω.
Η Αγγέλα εσιάστισεν σαν το μωρόν να πιάσει δάκτυλον, αλλά εσυγκράτησεν διακριτικά τον σιασιαρισμόν της.
– Μμ! Με αθασόκουννες παλαιχωρίτικες εν σιίλιες φορές καλλύτερα που τζείνα του Ζορπά. Για στα σιέρκα σου Χρύσω μου.
– Εν ιξέρω πόθθεν εισάγει τες κούννες ο Ορφανίδης ρε μάμμα, αλλά μου φαίνεται πολλά απίθανον να΄ν που το Παλαιχώριν.
– Όποθθεν τζαι νά ΄ναι εν τα καλλύττερα δάχτυλα που έφαα ποττέ μου!
Η Τούλλα εξιγώνιασεν πάλε την Αγγέλαν.

– Κόρη, μα έννεν εσού που εξικωλώννεσουν εψές να κάμεις πουρέκκια; Εψουψούρισεν της Αγγέλας δίχα να την ακούσει κανένας.
– Τζείνα έφαν τα ο Χαμολιός Τούλλα μου. Εδωκα τα τζαι γω της Σβετλάνας να τα πάρει στην δουλειάν. Εν να νομίζει ότι επελλάναμεν τζαι εν ιξέρουμεν τι μας γίνεται τζαι διανέμουμεν πουρέκκια μάνα τζαι κόρη.
– Τελικά έφκην σου κρυφονοικοτζυρά η Χρύσω.
– Μη κακόν του μωρού μου. Να θέλει τζαι χαμωλιούς στα πεηντατρία της. Άλλον να κάμνεις πουρέκκια γιατί εν γραμένον μες την μοίραν σου, τζαι άλλον να τα κάμνεις γιατί τα τραβά η ψυσιή σου.


Την ποιητική συλλογή "Το κόκκινο του γιασεμιού - Yasemin kirmizisi " μπορείτε να την εύρετε κατευθείαν που τον ποιητήν στο mphristofides_παπάκι_cytanet.com.cy

14 σχόλια:

Δασκαλούα είπε...

Μακάρι η εργατική τάξη να μπορούσε να έκαμνεν το κκέφι της.

Ευτυχώς που η Χρύσω εν ενέδωσε!

Κκηπ γουόλκινκ που λαλούν τζιαι στο χωρκό μου!

Lexi_penitas είπε...

Αγαπητέ Ασέρα,

τά θερμά μου συγχαρητήρια. Αποτύπωσες με περισσή γλαφυρότητα αλλά και "ρεζίλικο" ρεαλισμό ένα μεγάλο μέρος της σημερινής κυπριακής πραγματικότητας. Ωμός αλλά και ποιητικός και μουσικός συνάμα με καθήλωσες. Νάσαι καλά και να μας προσφέρεις πάντα τις συγκλονιστικές παραμυθοϊστορίες σου.

Πρόσεξε να μην καταντήσεις δούλος μας, χαχαχαχαχα

Chariton είπε...

Έφυρες με! Τζαι τη δεύτερη φορά που το εθκιάβασα, έκλαψα. Η Αγγέλα έγινεν η μάνα μου, η θεία μου, η γειτόνισσα...

Μπράβο!

Έλατο Χελιδόνι είπε...

Συγχαρητήρια μάστρε Ασέρα, νιώθω οτι έζησα την ιστορία που κοντά..

Ανώνυμος είπε...

Εγώ γιατί θυμήθηκα τον "ξιπετσισμένον κουρκουτά" του Χριστόφια;

Αγρινό Ηλίθιο

Joshoua είπε...

Πολλά καλός!
Μακάρι να είχαν την μισή έμπνευση τζιαι τζίνοι που γράφουν τα σενάρια των Κυπριακών σειρών.
Έτσι εν θα ανεχούμαστεν τες μαλακίες τους.

Έλατο Χελιδόνι είπε...

@Αγρινό Απορημένο

Εν φανερό οτι μέσο του χαμουγιού εξεκίνησε ενας συνειρμός που επίεν στον Λιλλήκκα, τζιαι μετά στον Χριστόφκιαν. Το θέμα ομως εν οτι εν ήταν ούτε δράκος, ουτε κουρκουτάς τζιαι ουτε καν μισιαρός!

gregory ioannou είπε...

ζωντανή αφήγηση, ρεαλιστική υπόθεση, έξυπνο χιούμορ, μια πολλά διασκεδαστική ανάγνωση
συγχαρητήρια

alloparmeni είπε...

Λλίο εκτός θέματος το comment μου αλλά..έκαμες με κ επεθύμισα πουρεκκιάααααα !!!..τζιαι πού να τα βρω δαμέσα?? :(
Κατά τ' άλλα, congrats ! Keep writing κ καλώς σε βρήκα :)

drakouna είπε...

Ωραία η ιστορία σου Acera.

Μια απορία:
Ο κώλος των χωραιτισσών προφανώς μοιρίζει σκατά, των υπολοίπων Κυπραίων μυρίζει ροδόστεμμα?

Aceras Anthropophorum είπε...

Σας ευχαριστώ για τα σχόλια.

Δρακούνα θα σου απάντήσω:

Δεν είμαι γώ που εμίλησα για τα βρατζιά τα σκατένα των χωραϊτισσων, είναι η Αγγέλα τζαι ιδίως η Δοξούλλα. Αν θέλεις τη γνώμην την δικήν μου, αυτή η κουβέντα είναι έναν είδος ρστσισμού. Λυπούμαι για τον απλοϊκον τρόπον που μιλούν οι γεναίτζες της ιστορίας μου. Θα μπορούσαν βέβαια να πουν "οι αππωμένες, ακοινώνητες αρχοντοχωρκάτισσες πελάτισσες του ξενοδοχείου", ή "οι αγενείς μικροαστές", ή ακόμα "η άξεστη και ατίθαση μπουρζουαζία". Μόνον που ούτε η Δοξούλλα, ούτε η Αγγέλα που έσιει τζαι λλίην παραπάνω κρίσην, έχουν την κουλτούραν τζαι την αυαισθησίαν την αντιρατσιστικήν. Ποιός θα τους την εκαλλίέργαν;

Σιέρουμαι που δεν σου έκατσεν αυτή η κουβέντα. Ο ρατσισμός εν που κάτι τέθκοια που αρκέφκει: ο κούλλουφος εν πονηρός τζι αμόρφωτος, ο κοτσιινοχωρκάτης μιλά κάτι ακαταλαβίστικα χωρκάτικα, εν άξεστος τζαι μπαίννει έσσω με τες ποΐνες, ο χωραΐτης εν βούτηρος τζαι πούτ..ς, ο υψωνιάτης γιά μαφιόζος ένι, γιά κκερχανετζιής, η βουλγάρα εν πουτάνα, η ρουμάνα το ίδιον, ο αλβανός εν κλέφτης (όπως ψεύτης-κλέφτης-μαραθεύτης), η μαυρού εν μαννή, ο πόντιος εν αχάριστος και πάει λέγοντας.

Αν ήταν η μάμμα της κυρίας Αγγέλας, ουδέποτε θα επέτρεπεν στον εαυτόν της να πει έτσι κουβένταν. Ούτε τζαι ο παπάς της. Η μακαρισμένη η Γρουσή του Καραμισιάηλου εδούλευκεν εις το υφαντουργείον στο βαρώσιν, επρωτοστάτησεν εις τες απεργείες για το οκτάορον που τα δεκατέσσερα της χρόνια. Τότες, όσοι ήταν οργανωμένοι στες συντεχνίες εσυνάουνταν μες τα σπίθκια τζαι εθκιαβάζαν τον Νικολάϊ Οστρόφσκι, τον Λουντέμην, τον Βάρναλην. Εκάμναν θεατρικούς συλλόγους τζαι παίζαν θέατρα του Μπρεχτ. Ο παπάς της Κυρίας Αγγέλας, ο μάστρε Κωστής ήταν αρκάτης. Εδούλευκεν εις τες στράτες με τους εγγλέζους, ύστερα εδούλεψεν εις τες πέτρες που κάμναν το Λιμάνιν του Βαρωσιού, που γέρασεν πρίν τον πόλεμον εκατάληξεν δημοτικός υπάλληλος τζαι καθαρίζεν στράτες. Ήταν τζαι τζείνος μορφωμένος. Βιβλία δεν εθκιάβαζεν αλλά εθκιάβαζεν εφημερίδαν καθημέρα τζαι επήεννεν εις τα θέατρα να θωρεί την καλήν του που έπεζεν, ως που ήταν νέοι τζαι ελειτούργαν ο θεατρικός σύλλογος. Ούτε τζαι του μάστρε Κωστή η κουλτούρα του θα του επέτρεπεν να βάλει τους χωραΐτες, ή τες χωραΐτισσες ούλες σε έναν καζάνιν.

Μεροδούλιν μεροφάιν ο Κωστής τζαι η Γρουσή, αφήκαν τα μωρά αμόρφωτα. Επέψαν τα βέβαια σχολείον τζαι φκάλαν την έχτην του δημοτικού αλλά το σκολείον τι θα μάθει της κυρίας Αγγέλας, να κρατεί την σημαίαν τζαι να φωνάζει ένωση; Μετά η Αγγέλα εχαρτώθην που τα 15 της με τον Παναγιώτην τζαι δεν ακολούθησεν τον δρόμον της μάνας της. Τζείνη που πήρεν που την μακαρισμένην την Γρουσήν ίσως ναν η Χρύσω τζαι θα συφωνά μαζί σου Δρακούνα μου. Αρώτα την τζαι θα δείς.

Ανώνυμος είπε...

Δεν μου αρέσει να λέω εγώ το είπα αλλά εδώ θα το πω ΕΓΩ το λέω γράψε ένα βιβλίο με τις ιστορίες σου .Τι να πω ότι είναι ωραία ιστορία? ποιά ιστορία? αυτή ειναι ηπραγματικότητα της πατρίδας μας και την αποτύπωσες ΤΕΛΕΙΑ τουλάχιστον έτσι την βλέπω εγώ με το φτωχό μου μυαλό . Ε όσο για τις χωραϊτισσες ισως η Δοξούλα θεωρούσε πως μόνο πρωτευουσιάνες θα πηγαίναν στα ξενοδοχεία και γι'αυτό τις έπιασε στο στόμα της !?.Σταλαματία

stalamatia είπε...

Εν μας είπες επεράσατε ωραία στην Ελλαδίτσα? Για πονάει ακόμα που τέλιωσαν οι διακοπές?

Aceras Anthropophorum είπε...

Ωραία η Ελλάδα. Για τα δικά μου μάτια πιό όμορφη χώρα του κόσμου. Εκτός από τις φωτιές και τα σκουπίδια στη φύση όλα ήταν όμορφα.