Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Στο καλόν, επρόλαβεν να της πει.

Η πεταλλούδα εσήκωσεν κουτσά-στραβά τα φτερά της που το τζ̆ι̮άμιν του άι πατ που εκολλήσαν τζ̆ι εγινήκαν μαζίν του έναν σώμαν. Επιάνναν την λλίην βράστην που έφκαλλεν το φως των υγρών κρυστάλλων της μηχανής τζ̆ι έβραζεν το παωμένον κοκκαλίν τους. Ήταν κρυάδα ακόμα. Μόλις έκατσεν τ΄αγιάζιν τζ̆αι η ανεμοταντάρα που έκαμεν τον κάμπον την προηγούμενην εφτομάδαν άνω-πουκάτω. Πάνω στο τζ̆ι̮αμιν ήταν σταμπαρισμένον το ομοίωμαν της σε αρσενικόν, τζ̆αι οι λαμπούες της τηλεορασούας αλλάσσαν τα φώτα τους φέρνοντας τον Σιγαρίτην ακαμαντήν τον κυπριακόν να δείχνει τρισδιάστατος, που τον πραγματικόν απαράλλαχτος, κάμνοντας την καρκιάν της μαρκωμένης πεταλλίνας να βράζει τζ̆αι να αννοίει φύλλα-φύλλα. Εν έτι 2031 τα άι πατ είχαν εξυπνάδαν αυτόνομην, τζ̆αι συναίσθημαν πιλέ. Η ψηφιακή πεταλλίνα ετάρασσεν όπου ετάρασσεν η κολλημένη έξω του τζ̆αμιού. Όπου επήαιννεν πας την οθόνην του άι πατ ακολούθαν την. Πότε-πότε το υπερ-άι πατ 3.14 VVAnΦ έφκαλλεν τζ̆αι κανέναν ήχον απόλαυσης. Τα νέα λογισμικά λειτουργικού συστήματος επιτρέπαν στα μεταλλαγμένα μηχανήματα να καταλάβουν τζ̆αι που απόλαυσην. Το άι πατ ένωσεν ότι η επαφή με τα φτερά του Σιγαρίτη του κυπριακού ήταν η μόνη του απόλαυση. Το είχαν προγραμματίσει να μπόρει να νώθει το touch τζ̆αι να ανταποδίδει στον χρήστην την απόλαυσην. 

Ο νήλιος άρκεψεν να βράζει τον αέραν, τζ̆αι το αγιάζιν έφεφκεν οριστικά που την εφήμερην ζωήν του λεπιδόφτερου. Τα φτερά εστεγνώνναν σιγά-σιγά που τα νερά, τζ̆αι η πεταλλούδα ένωθεν τον κάμπον να της αννοίεται δικός της πάλε. Ήταν μεγάλη ατυχία να της κάτση κακοτζ̆αιρία μες την μέσην της ζωής της τζ̆αι να της την μοιράση. Το χαλάζιν έκαμεν της τα φτερά της αρβάλιν αρβάλιν, η ξυλοπαούρα εποταξάρωσεν τα, τα νερά της βροσιής εκάμαν τα να κολλήσουν πας το τζιάμιν που της έτυχεν μες την μέσην του κάμπου. Μες τζ̆ειν τον χαλασμόν του κόσμου, εβρέθην το άι πατ που πέταξεν αφτούμενον μες τον κάμπον έναν αππωμένον σκατόπαιδον μετά που το εχρησιμοποίησεν καλά-καλά όστι να πκι̮άει νέον μοτέλλον. Οι λλίες στιγμές που επέρασεν το ζωντανόν να διασκεδάζει με το ψηφιακόν του ομοίωμαν, στην ζωήν των Σιγαρίτης ακαμαντής ο κυπριακός ήταν χρόνια για την ζωήν των αθθρώπων.

Το άι πατ ήβρεν την παρηορκάν της μισοδότζ̆ιν του ζωής, τζιαι η ακαμαντής νάκκον βράστην που έμπορεν να φκάλει η ενεργειακής τάξης Α+ οικονομική οθόνη. Η ένωση τους ήταν έναν χαμόγελον της μεταλλαγμένης τους ζωής, τζ̆αι η ηδονή που το ψηφιακόν συναπάντημαν έφερνεν τους ψηφιακούς οργασμούς πιλέ. Τα νέα μοτέλλα άι πατ εφτάσαν σε σημείον να αισθάνουνται τζιαι τους οργασμούς.

Μόλις η παταλλίνα εξαναήβρεν την φύσην της, έδωκεν μιαν του φτερού της του τραυματισμένου τζ̆ι εβρέθην μεσούρανα. Το άι πατ έκαμεν να την κρατήσει. Έδειξεν της νούμερα, έδειξεν της ψηφιακά σύννεφα, έδειξεν της ψηφιακές λέξεις των πεταλλίνων, έδειξεν της την πραγματικήν του καρκιάν, την ψηφιακήν… Η πεταλλίνα ήταν μες τον κάμπον τζ̆αι θώρεν που ψηλά τα φκιόρα, εμύριζεν τες μυρωθκιές, ένωθεν τες αχτίνες του νήλιου να της ηβράζουν τα άλλωτε μαρκωμένα της φτερά. Η οθονούα που τζ̆ειπάνω εφαίνετουν έναν γελείον ποσκούπηον πεταξούμενον μες τον κάμπον.


Το άι πατ, εγύρισεν τον ήχον στο μάξιμουμ, τζ̆αι άφηκεν μιαν φωνήν να φκει που την ψυσιήν του. Η φωνή έσ̆σ̆ισεν το γιαλλίν τζ̆αι έκαμεν το σ̆σ̆ίλλια κομμάδκια που τον πόνον που ήταν προγραμματισμένον να νώθει, που τον πόνον που ήταν προγραμματισμένον να αντέχει. Που τον πόνον που η πεταλλίνα επέτησεν τζ̆αι πήεν, που την χαράν που την ένωθεν να βρίσκει την φύσην της τζ̆ειπάνω τζ̆ει μεσούρανα. Στο καλόν, επρόλαβεν να της πει, τζ̆αι έσβησεν τζ̆αι πήεν τζ̆αι τζ̆είνον στην αιώνιαν νεκρήν του φύσην. 

1 σχόλιο:

Νίκος Λαζάρου είπε...


Κατά την άποψή μου έγραψες ένα καταπληκτικό sci-fi διήγημα, που θυμίζει τηρουμένων των αναλογιών (τζι επειδή εν επρόλαβε την τεχνολογία) Έρμαν Έσσε.