Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Μητρική βία


Έφκαιννα που μιαν συνάντηση με δύο κοπέλλες τζιαι έναν γέρον συνταξιούχον. Εμιλούσαμεν για το τι εσυζητήθην τζιαι είμαστιν απορροφημένοι που τες επαγγελματικές σκοτούρες που μας απασχολούσαν. Εφκήκαμεν που το ιστορικόν κυβερνητικόν χτίριον της επαρχιακής Ελβετικής πόλης τζιαι επροχωρούσαμεν συζητώντας πάνω στο τεράστιον πεζοδρόμιον. Κόσμος επέρναν, άλλοι επααίνναν, άλλοι έρκουνταν. Δακάτω κατά βάσιν δεν ενδιαφέρεσαι ποιος περνά, τι κάμνει, πως είναι ντυμένος. Ανάμεσα στους περαστικούς, μια σπλίντζισσα κοπέλλα, με τζιτρινιασμένον πρόσωπον, καστρίσιησσα, ήταν δεν ήταν κοσπέντε, ετράβαν θκυό μωρά. Έναν τριών χρονών να τον κρατεί πάνω της, τζιαι μιαν πέντε ή έξη να την τραβά να παρπατήσει τζιαι τζιείνη να κάμνει γινάθκια τζιαι να μεν προχωρεί. Η ένταση στο πρόσωπον αυτής της δυστυχισμένης γεναίκας δεν εμπορούσεν να σε αφήκει αδιάφορον. Δεν ήταν όπως τους άλλους περαστικούς.
Η μάνα επροχώραν μπροστά τζιαι η μιτσιά έναν βήμαν πίσω της να μουρμουρά τζιαι να μελαχονιέται. Ποιος ηξέρει. Ήταν ποσταμένη; Έθελεν η μάνα να πάσιν κάπου τζιαι τζιείνη έν έθελεν; Ήταν αζούλα προς τον μιτσήν που εκράτεν η μάνα πάνω της; Ξαφνικά θωρώ το σιέριν της μάνας να φέφκει τζιαι πισκαλιά μιαν του μωρού κατάμουτρα. Ένωσα σαν να τζιαι βρέθην ξαφνικά έναν διαφανές γυαλλίν πάνω στο πεζοδρόμιον τζιαι να διώ πάνω του τζιαι λιω την παγωμένην που το σιόνιν μούττην μου. Τόσον πόνον θα ένοιωσεν το μωρόν που την δύναμην τζιαι την αλύπητην βίαν του πάτσου κατάμματα. Το νεύρον της αννοιχτής παλάμης θα επιττάκωσεν την μούττην της μιτσιάς. 
Επαλάβωσα. Ένωσα τον πόνον να με παραλύει. Εφαντάζουμουν ότι η μούττη μου εκαννούραν γαίμαν, τζιαι εθώρουν αστερούθκια.. Το μωρόν αντέδρασεν διαφορετικά. Έμπηξεν μιαν τσιριλιάν σαν να τζι εσφάζαν το. Πρώτην φοράν άκουσα στην ζωήν μου τόσην απόγνωσην στο ουρλιαχτόν ενός μωρού. Έμοιαζεν με το ουρλιαχτόν ενός σιοιρκού που μου έμεινεν γραμμένον μες τον εγγέφαλον σαράντα τζιαι βάλε χρόνια. Ήταν την ώραν που το εμνούσσιζεν ο παππούς μου. Ήμουν ακόμα μωρόν.  Εκράτεν το σιοιρίν πάνω που τα πόθκια τα πισινά κολλημένα για να πετάσσουνται τα αρτζιούθκια του έξω. Έπιασεν έναν κοφτερόν μασιέριν τζιαι του τα εχάραξεν. Τες εποχές τζιείνες με αναισθητικόν είσιεν να του βάλει, με τίποτε. Μετά έμπηξεν τα σιάρκα του μες τα λιμπά του χτηνού τζιαι του τα εξημπάρρωσεν. Το μωρόν εσύγλιζεν τους τόπους που τον πόνον με την ίδιαν έντασην, με την ίδιαν απόγνωσην όπως το σιοιρίν του παππού μου. Πας το σιαίριν της μάνας του ένοιωσα την ίδιαν έλλειψην λύπησης που ένοιωσα στο σιαίριν του παππού μου που εχώννετουν μες τα λιμπά του χτηνού.
Έτσι σταματημένος έμεινα τζιαι εθώρουν άγρια την μάναν του μωρού μες τα μμάθκια. Λαλούν ότι άμαν αρρώσω το δειν μου το μαυρόψην εν φοητσιάρικον. Τα μμάθκια μου ελαλούσαν της γεναίκας ότι τούτον που έκαμνεν εν παράνομον τζιαι ανεπίτρεπτον. Ότι αλλομιάν κίνησην να έκαμνεν θα την εμουντάρισκα. Εκατάλαβεν τα ούλλα όσα της είπεν το δειν μου τζιαι γυρίζει τζιαι λαλεί μου:
— Αν την θέλετε να σας την δώσω. Εγώ δεν την αντέχω πκιον.
Χωρίς να της μιλήσω λαλώ της «έτσι που την έκαμες ποιος μπορεί να την συνάξει πκιον;»
Το μωρόν αντιδρούσεν πολλά διαφορετικά που πολλά θύματα βίας. Δεν υποτάσσετουν. Η μιτσιά τούτη ούρλιαζεν καλώντας βοήθειαν. Κανένας όμως δεν ετολμούσεν να νεκατωθεί να της την δώσει. Ως που έκουεν είτε που τα στόματα, είτε που θα μμάθκια τζιείνα που ελέγουνταν γυρόν της παραπάνω εσύγγλιζεν τους τόπους που τα ουρλιαχτά. Η μάνα επροχώρησεν λλία βήματα αλλά το μωρόν εκόλλησεν τζιειαμαί.
Γυρίζει πίσω τζιαι αρκέφκει να ουρλιάζει τζιείνη με την σειράν της. Δεν εσυγκράτησα τι ελάλεν. Μόνον άκουσα σαν να τζιαι ήταν σσιύλλος φοητσιασμένος που έλασσεν μανιακός. Μετά έπιασεν το μωρόν που τα μαλιά. Εστριφογύρισεν της τα για να αυξήσει τον πόνον που το τράβημαν. Ετράβησεν την περίπου τρία βήματα κωλοσυρτήν τζιαι σε κάθε βήμαν εξανάστριφεν της το μαλλίν σαν να τζιαι ένοιωθεν κάποιαν ηδονήν που τον αυξανόμενον πόνον του παιθκιού της.
Οι συνεργάτες μου επαγώσαν διαφορετικά. Εθωρούσαν με εμέναν τζιαι αποφεύγαν  να κοιτάξουν την σκηνήν σαν να τζιαι ανακατσιούσαν. Σαν να τζιαι κάποιος αόρατος κανόνας τους απαγόρευεν να νεκατωθούν μέσα στα οικογενειακά του άλλου. Η μια κοπελιά εκατάφερεν να πει «εγινήκαμεν far west δακάτω». Η άλλη εν είπεν τίποτε τζιαι ο γέρος ο συνταξιούχος άρκεψεν να μιλά για το έργον για το οποίον εσυνεδριάσαμεν προηγουμένως.
Το μωρόν εσταμάτησεν να ουρλιάζει υστερικά τζιαι άρκεψεν να κλαίει παραπονημένον που πόνον. Εσκέφτηκα να τρέξω πουπίσω της οικογένειας τζιαι να πιάσω την μάναν που τα μαλλιά τζιαι να την τραβήσω ως την αστυνομίαν ακριβώς όπως ετράβησεν τζιείνη το μωρόν. Δεν το έκαμα. Ίσως ήταν η πιο σωστή δράση να μεν κάμω τίποτε. Ότι τζιαι να έκαμνα ήταν να φέρει παραπάνω κακά στο μωρόν. Με τόσην βίαν σίουρα είναι υπο παρακολούθησην, αλλά τζιαι τα ιδρύματα δεν μπορούν να γιάνουν ούλλους τους άρρωστους που παρακολουθούν. Το ότι επενέβηκα με το βλέμμα μου νομίζοντας αφελώς ότι θα βοηθήσω, ή θα σώσω το μωρόν, έκαμεν την μάναν να νοιώσει ντροπήν ή δυσφορίαν τζιαι την εξαγρίωσεν ακόμα παραπάνω. Αποτέλεσμαν: έφκαλεν πρόσθετην βίαν πας το μωρόν. Ίσως αν ήμουν ένας αδιάφορος διαβάτης, το μωρόν να έτρωεν μόνον την πατσιάν μες τα μούτρα χωρίς να φάει το τράβημαν των μαλλιών. 
Εκατάπια τη σσύχχιση μου τζιαι εσυνέχισα την κουβέντα για τεχνικά θέματα με τον γέρον τζιαι με τες κοπελλούες. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: