Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2020

Έφκαλλεν τζ̆αι ο ποταμός του Λιοπετριού κυκλάμινα.

 Ήταν τότες που έκλαια μόνος μου. Τωρά θωρώ τους που κλαίσιν ούλλοι τζ̆αι δεν μου έρκεται καν συμπάθεια. Μάλλον μια πικρία να τους πώ “φάτε τα τζ̆αι σεις τωρά”, αλλά ούτε τζ̆αι για τούτον έν έμεινεν ενέργεια. Εγινήκαν ούλλα σταχτός. Επέθανεν τζ̆αι η δυνατότητα μου να μαραζώννω. Έμεινεν στην θέσην της μια πλάκα κουγκρίν. 

 

Επήαμεν γύρω στο 2004 ή 2005 την Δευτέραν της Καθαρής να κόψουμεν την μούττην της στον Ποταμόν του Λιοπετριού. Μόλις εκατέβηκα που το διπλοκάμπινον τζ̆αι είδα τες πληγές που άννοιξεν η ανάπτυξη πας το κορμίν του τόπου του άγριου, ήταν σαν να τζ̆ι εσ̆σ̆ίζαν το σώμαν τον δικόν μου με το μασ̆αίριν. Μόλις ένωσα την πτωματίλλαν της ανάπτυξης μες την βιοποικηλότηταν που πεθάνισκεν, αισθάνθηκα να πεθανίσκει έναν κομμάτιν του εαυτού μου. 

 

Είδα το κυκλάμινον που έχασκεν που του βράχου την σχισμάδαν τζ̆ι έλυσεν το η μίλλα μου. Ήταν η τελευταία του γρονιά.


 

Η μηχανή που σ̆σ̆ίζει αυλάτζ̆ια να περάσουν τα καλώδια της οπτικής φίμπρας να πάει το ίντερνετ πας τα κάκκαφα του ποταμού ήταν να περάσει πουπάνω του που ευτομάδας, μετά τες αργείες. Έφκαλλεν τζ̆αι ο Ποταμός κυκλάμινα. Έφκαλλεν πόλα-σέλα. Τωρά αν ιβλαστά τίποτε, θα ένι μες τα περιθώρια όπου δεν περνά στράτα, όπου δεν εχτίστην πάγκαλλο, όπου δεν εκουγκρώθην αυλή, που δεν επιχωματώσαν να βάλουν γρασίδιν, όπου δεν εψεκάσαν με Ρούνταπ να σκοτώσουν τα ζιζάνια γινεί το χόρτον όπως τους αρέσκει.


Ήταν έτσι τζ̆είνην την ημέραν. 


Τωρά εν κάπως έτσι.


Κάπου τζ̆ειαμαί που δεν εχτίστην κόμα, αλλά που εν οι δρόμοι τζ̆αι καρτερούν την ανάπτυξην, παζαρεύκει ο ατζ̆έττης του κοτσ̆ινοχωρκάτη Ντιβέλοππερ του Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι φαντάζεται έναν Μάρριοττ, βέρρι γκουτ Μάρριοτ, σέβεν ρέστοραν, γιου μπάι τττεν μίλιον το χωράφιν, ττουέντι φάι περσέντ φορ ας, μέιπι φίφτι φίφτι… Ακούω την Φαραντούρη να τραουδά τον εφιάλτην της Περσεφόνης τζ̆αι σηκώννεται η τρίχα μου. Οι καλλιτέχνες εν προφήτες. Για τες εικόνες του Ατζ̆ιαζίρα έκλαιεν ο Χατζ̆ιδάκης που το 1973 τζ̆ι ελάλεν της Περσεφόνης να τζ̆οιμηθεί στη αγκαλιάν της γης να μεν δει στου κόσμου το μπαλκόνιν τι θα εκάμναν οι αθρώποι.


Τσ̆ιμέττα, χαβάρες, βρωμιές τζ̆αι κατράες,



Κουγκρίν, θανατίλλα, να τρώ το δρουμπίν.



Φυτά πατημένα, όνειρα ψέμαν,

η γκάγκεα ΄θθίζει, για τελευταίαν φοράν.


Αυλάτζ̆ια επαύλεις, πισίνες τζ̆αι στράτες,

 

Μαζ̆ιά σκοτωμένα χωράφκια χαμένα.


Περβόλια σκαμμένα, σκουπίθκια θαμμένα



Σπουρτούλλες που χάσκουν, αξίες που πάσχουν.


Κουγκρίν του θανάτου, ανάπτυξη πάτου.



Αναθρίκες ψυχομαχούν, αθρώποι καυλομαχούν.



Είσ̆ιεν τζ̆αι ορχιδέες ο Ποταμός.


 

Το γλέντιν ακόμα εν είσ̆εν αρκέψει. Τα καλαμάρκα, τα πλοκάμια του οχταποθκιού, οι καραόλοι εσαυλαρίζαν πας τα κάρβουνα.

— Ξέρεις παπά ότι μια ορχιδέα ποτζ̆είνην πον πουκάτω που την φουκούν θέλει οχτώ γρόνια να κάμει αθθόν;

— Έ;

— Έν τζ̆αι βλαστά όπου τζ̆αι να ναι. Θέλει τόπον παρθένον πολλά γρόνια για να βλαστήσει. Η ορχιδέα εν έναν φυτόν του οποίου ο σπόρος εν τόσον μιτσ̆ής τζ̆αι φτωχός που δεν ημπόρει να ταΐσει βλαστόν να αναγιώσει. Άμαν ησπορκάσει έναν φυτόν, φκάλλει εκατομμύρια σπόρους σαν την σκόνην. Ένας που τζ̆είνους θα κάτσει πάνω σε έναν ειδικόν μύκηταν. Στην αρκήν τρώει ο μύκητας τον σπόρον, αλλά ως που να τον φάει τέλλια ο σπόρος, βλαστά. Αρκέφκει να ζ̆ει τζ̆αι τρώει το φυτόν που τον μύκηταν τζ̆αι κάμνει ρίζούες. Εν τζ̆είνες οι ριζούες πον να γινούν σαν τ΄αρτζ̆ιούθκια τ̆ζαι εφκάλαν την ορχιδέαν. Τζ̆αι να την φυτέψεις μες τον κήπον σου, εν θα  κάμει, διότι το οικοσύστημαν δεν έσ̆ει τον μύκηταν του.

— Ούλλα ξέρεις τα.

— Εν αλήθκεια. Επολοήθην η μάνα μου. Ξέρεις πόσα έφκαλα που πααίνναμεν εις τ΄αγρέλλια τζ̆αι φύτεφκα τα; Κανέναν δεν εβλάστησεν γυρισόντα γρόνου.

— Πράο σου άμμα. Εν έξερες ότι εν προστατευμένα;

— Είνταν πον να πάθουν; εν να φκάλει άλλα; Δαμαί εν προστατεμμένα; Θώρε το τζ̆είνον! Ετσίλλισεν το ο σ̆οίρος

— Κανένας δεν σέβεται, με τα φυτά με την άγριαν φύσην.

— Είνταν που θέλεις να κάμουν; Να μεν δουλέψει ο κόσμος για να μεν σου πατήσουν τα φκιορούθκια;

 

Η μοναξιά με τους αθρώπους που λατρεύεις εν τζ̆είνη που κρούζει περίτου.

 

Η Μαργαρίτα ήταν μωρόν, τζ̆αι έπαιζεν με τα φκιορούθκια πάρα τζ̆εί. Ετράβησα τζ̆αι γω τζ̆είττε μέρου που την φουκούν.  


Έχω δικαίωμαν εγώ να διεκδικώ να μεν ισκοτώσουν την φύσην; Τί αξίαν έχει έναν άγριον κυκλάμινον μπροστά στο μεροκάματον ενός βιοπαλαιστή; Τούτες οι χωματουργικές εργασίες εν ένας μήνας μεροκάματον για έναν μικροεργολάβον. Μπορεί ο Ντιβέλοπερ να κάτσει πούγκαν εκατομμύρια, τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα που θα αφήκει στους αρκάτες τζ̆αι στους υποεργολάβους εν έναν μεροκάματον. Πρέπει να ζήσει το κυκλάμινον εξά ο κόσμος;

 

Το κυκλάμινον όμως εν σ̆σ̆ιλιάες γρόνια πον τζ̆ιαμαί. Με είντα δικαίωμαν έρκεται ο άλλος να το ξορατίσει για να πιάσει μεροκάματον, κέρδος ή ρευστόν, πον να μοσχοπωλήσει το χωράφιν καρτζ̆ίν της θάλασσας;

 

Είσ̆ιεν τζ̆αι ο Ποταμός τταουσ̆άγκουλα. Έτσι ελάλεν τα κυκλάμινα η γιαγιά μου που χωρκόν του πενταδακτύλου πον η μάνα τους.

 

 

— Σύναξε τα Μαργαρίτα μου. Εν τα τελευταία. 

— Όι θείε! Εν κρίμαν! Είπεν μου το μωρόν.

 

Έτα τωρά. Δείχνει τα το Αλτζ̆ιαζίρα τζ̆αι εξηγά πως θα πωληθεί το επόμενον κομμάτιν. Πως επωληθήκαν τα προηγούμενα που δεν ήταν κανένας τζ̆ειαμαί να δει;

 


 

Ο επίλογος βρωμεί όπως ο βιασμός της φύσης τότες. Ο βιασμός της φύσης ζαττίν πάει πάντα με τον βιασμόν κάποιας κοινωνίας.

 

Η Μαργαρίτα σήμμερα εν άνεργη. Εδίαν της ο μάστρος της 600€ να δουλεύκει τζ̆αι Σάββατον τζ̆αι Κυριακήν πρωίν, διότι εν μαθητευόμενη είπεν της, αλλά τζ̆είνη αηδίασεν την αχορταΐαν τζ̆ι εξαπόλησεν του τα τζ̆ι έφυεν. Ο παπάς μου που υπερασπίζετουν το μεροκάματον της ανάπτυξης εν 80 χρονών, τζ̆αι ζ̆ει με σύνταξην περί τα 1000€ για δύο. Τα 450 διά τα για την κοπέλλαν που φροντίζει την γεναίκαν του με βαρύν Αλτσχάιμερ.

 

Θωρώ πας το γκούγκολ μαπς τον καρκίνον της ανάπτυξης. Η Αγία Θέκλη επήεν. Ο πύργος που εχτίσαν τζ̆αι σκατώννει το τοπίον δεν είναι για τα νεαρά ζευγάρια των κοκκινοχωρίων. Είναι για τους γκάνξτερ με νεοαποχτηθέν κυπριακόν διαβατήριον που τα πληρώννουν το έναν δέκα για να πιάννει ο άλλος φίφτι-φίφτι. Η οικοδομική βιομηχανία δεν ασχολείται με οικιστικά. Τα οικιστικά δεν αφήνουν κέρδος. Δεν αφήννουν ιδίως φίφτι-φίφτι για τους άρπαγες. Οι νέοι μεινίσκουν πλέον με τους γονιούς τους ως τα 25, 30, 35. Πως θα κάμει η Μαργαρίτα σπίτιν με έναν μισθόν των 800 τζ̆αι έναν των 900 όταν θα πάρει δίπλωμαν; Μόνον σαν προσωπικόν θα μπορεί να μπεί μες τον πύργον της Αγίας Θέκλης να σερβίρει κανέναν γκάγκστερ. 

 

Θωρώ την φωτογραφίαν του σατελίτη που το Λιοπέτριν ως τον Ποταμόν. Ο προσφυγικός συνοικισμός που εστέγασεν τόσον κόσμον μετά τον πόλεμον εν το κουκκουπούιν το τζ̆ίτρινον. Εχτίσαν το μικροαυτοεργοδοτούεμενοι τεχνίτες, χτιστάες, καλουψήες, σιεράες, πογιατζ̆ήες. Ο καθένας είχε την επιχείρησην του. Η οικοδομική βιομηχανία που το 70 ως το 90 έδωκεν δουλειάν τζ̆αι στέγην στον κόσμον. Σήμμερα ποιοί την δουλεύκουν τζ̆αι για ποιού τες ανάγκες δουλεύκει το σύστημαν που διοικεί η συμπαθής υπουργός εργασίας σπονσοράροντας τους χαμηλούς μισθούς τζ̆αι βάλλοντας τον κόσμον να δουλεύκει τζ̆αι Κυριακήν για ναν η οικονομία της ανταγωνιστική; Ποιός επλούτισεν τζ̆αι τί θα επιβιώσει τούτης της ανάπτυξης;

 

Δεν ηξέρω πόσα έκατσεν πούγκαν ο αγρότης που επούλησεν το χωράφούιν του πας την θάλασσαν που έβαλλεν παλιά πατάτες πρώμες να μεν τες κρούζει το σ̆ιόνιν. Δεν ιξέρω επίσης τί τα επένδυσεν τούτα τα ριάλλια, που εκαταλήξαν. Έναν εν σίουρον. Το αγγόνιν του δεν θα την έχει τούτην την γήν. Την έχει ο γκάνκστερ ή στην καλλύττερην περίπτωσην ο συνταξιούχος εύπορος εύρωπαίος που ήρτεν να ζήσει στον ήλιον. Το δε μεροκάματον να καταστρέφεις τον τόπον, μιαν ημέραν τελειώννει επίσης, όταν δεν έχει άλλον τόπον να καταστρέψεις.

 

Ποιός την εσχεδίασεν, ποιός την υλοποίησεν, ποιός εκέρδισεν τζ̆αι πόσα που την ανάπτυξην τούτην;



 


Τότες έκλαψα μόνος μου. Τωρά ο Αλτζ̆ιαζίρα ξ̆ει τες πληγές της ψυσ̆ής μου. Νοιώθω τζ̆αι μιαν τέθκοιαν προσβολήν ψία τζ̆αι ήμουν συνένοχος σε τούτα ούλλα. Μπορεί τζ̆αι να ήμουν. Από τι σε απαλλάσσει η αδυναμία να σταματήσεις τον σ̆οίρον μπροστά που έναν κυκλάμινον; 




2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Εν απέραντη η μοναξιά που νιώθουμε ούλλοι εμείς που μας κόφτει τζαι για τούτα που λαλείς αλλά τζαι για το κυπριακό. Εν μας φορούν οι τόποι. Ούλλο τζαι λαλώ ότι κάποτε πρέπει να αποδεκτώ ότι έστησα τη ζωή μου σε άλλη χώρα τζαι να μεν με κόφτει, να μεν θωρώ, να μεν ασχολούμαι. Αλλά πάλε ούλλο τζαι κάτι γίνεται να μου θυμίσει την κατάντια τούτου του τόπου τζαι το πόσο με πονεί.

Ανώνυμος είπε...

Σε ευχαριστούμεν που εκφράζεις τον πόνο πολλών συντοπιτών σου, για την καταστροφή
που επιφέρει η περιβόητη <>, στα Κοτσινοχώρκα αλλά τζιαι παγκύπρια. Ενιξέρων αν έσιει κανένα πολιτικό κόμμα ή κίνηση που να μπορεί να τα βάλει με τους ντιβελοπερς, μικρούς, μεσαίους τζιαι μεγάλους. Περιλαμβάνω και την αριστερά, που εκπροσωπεί μια σεβαστή μερίδα των μικρομεσαίων ντιβελοπερς. Χρειάζεται μια τολμηρή αριστερά για να προωθήσει το όραμα μιας ανάπτυξης οικολογικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Ενιξέρω καν αν υπάρχει έτσι όρεξη. Προς το παρόν θρηνούμε επί ερειπείωνν. Τζιαν εγλιτωσε κανένα δεντρόν μες το Βαρώσι, πάει τζιαι τζείνο σιγά σιγά...