Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Η τσούρα μου η πατσάλα

 

Ήμουν 13 χρονών το 76. Ήταν θκυό σ̆ειμώνες μετά τον πόλεμον. Έσπασα τον κουκουμάν μου τζ̆αι με όσα εσύναξα εγόρασα μιαν τσουρούν πατσαλούν. Ράτσα μπαστάρτικη αλλά ανθεχτική στες αρρώσκιες. Εκατέβαζεν χαζίριν 2 κιλά γάλαν κάθε γάλεμαν τζ̆αι έκαμνεν 3 ρίφκια κορμαλιάτικα κάθε γένναν.

 

Επούλησα την του μακαρίτη του Αντρεή. Θα ήταν το 83 που έφυα που το χωρκόν να πα να σπουδάσω. Η πατσάλα έναν χρόνον ύστερα επήεν για οφτόν κλέφτικον. 10 χρόνια ζ̆ιούσιν τα αιγοπρόβατα, αλλά ο Αντρεής άφηκεν αγγονίν την πατσαλούν που είσ̆ιεν παρόμοια χαραχτηριστικά με την μάναν της. 40 χρόνια που τον πόλεμον ο Αντρεής εμακαρίστην. Το κουπάϊν συνεχίζει το ο γιός του ο Κώτσ̆ιος που εν έπαιρνεν τα γράμματα. 


Ο Κώτσ̆ιος είναι που τους λλίους επαγγελματίες χτηνοτρόφους που ξιμαντρίζει. Σήμμερα τα χτηνά είναι κατά σ̆σ̆ιλιάες στηβασμένα μέσα σε εργοστάσια-βασανιστήρια, μονόρατσα, ούλλα τα χτηνά εν καλιμπραρισμένα να διούν το μάξιμουμ γάλαν, να τρώσιν μεταλλαγμένην σόγιαν εισαγωγής που την Βραζιλίαν, καταδικασμένα να ζιούν πας την κοπριάν τους με δίχα να πατήσουν πάνω σε χώμαν καθαρόν, ώστι να αποφασίσει μιαν ημέραν έναν λογισμικόν ότι πρέπει να αλλαούν με πιο παραγωγικόν χτηνόν. Ο Κώτσιος μπορεί να μεν έπαιρνεν τα γράμματα, αλλά λατρεύει τα χτηνά που του άφηκεν ο τζ̆ύρης του. Ξέρει τα το καθέναν με τ΄όνομαν του. Ξέρει τα χούγια τους, ξέρει τα προτερήματα τους. Ξέρει πως εν να συντύσ̆ει στο καθέναν με τον τρόπον του. Ξιμαντρίζει τα κάθη μέρα. Τραουδά τους όοο, όο, ο, ο, κάθε μεσομέριν που τα φέρνει που την βοσ̆σ̆ήν πουκάτω που την τερατσ̆ιάν να τα ποτίσει.

 

Επήα εχτές μετά την διαδήλωσην για την Αμμόχωστον να πιάσω χαλλούμια που τον Κώτσ̆ιον. Ήταν τζ̆εικά΄ στην μάντραν. 

— Έλα να δεις, λαλεί μου ο Κώτσ̆ιος. 


Επήρεν με μες την μάντραν. 

— Θωρείς την τούτην την τσουρούν την πατσαλούν;

— Εν η ίδια με την πατσάλαν μου ρε Κώτσ̆ιο.

— Εν εφτά γενιές αγγόνιν της.

— Ρε μα κρατείς παππογεννητικά του κάθε χτηνού;

 

Κάμνω τσας! Το ρίφιν το πατσαλίν εφήρτην που τα γέλια.

 — Ρε Κώτσ̆ιο μα γελά ρε!

— Θώρε είνταν που έσ̆ει κολλημένον πας τζ̆ειν την λαμαρίναν της μάντρας!

 

Η φάτσα του Αναστασιάδη σε προεκλογικήν αφίσ̆ιαν “Η Κύπρος θέλει ηγέτη” τζ̆αι το αγγελούιν να λαλεί “την πατρίδαν ούκ ελάττω παραδώσω”. Εσύναξεν την ο Κώτσ̆ιος που τον δρόμον μετά τες εκλογές τζ̆ι εππάτσ̆ιαρεν την μάντραν να στουππώσει μιαν τρύπαν που εφεύκαν τα χτηνά.

 

Γέλιος η τσουρού, γέλιος εμείς. 


“Την πατρίδα ουκ ελάττω παραδώσω”

 

— Ε Κωτσ̆ιο αρκέψαν σύρμαν φέτη οξά κόμα;


5 σχόλια:

Unknown είπε...

Άτε είδες και τους απογόνους της Πατσαλας σου ,είπες τζιαι στην διαδήλωση μπράβο.

Ανώνυμος είπε...

Ολα σού τέλεια

Ανώνυμος είπε...

Μεν ξαναφυς.Αντρουλλα Δημητρίου

Ερυκίνη είπε...

Αρέσκει μου τούτο το πόστ Ασέρα τζι ας μεν είχα επαφήν ποττέ με τσούρες! (παιδιν των 90s τι να κάμουμεν).

έχοντας επαφή με Ιρλανδία, λόγω σχέσης, εν έναν που τα πράματα που με σοκάρουν κάθε φορά. Το πως ζουν τα χτηνά τζιαμέ τζαι πως στην Κύπρο. Εντάξει εννά μου πεις εν τζαι οι καιρικές συνθήκες που δεν επιτρέπουν ναν τα χτηνά ούλλη μέρα έξω, δεν ξέρω. Αλλά τζαι πάλε... θυμούμαι ως παιδίν στο χωρκόν μου, ακόμα τζαι το 90 εθόρες μέσα μέσα κανέναν βοσκό με το κουπάιν του να φακκούν γυρόν τες καφκάλλες. έσιει που τότε να το δω τούτο. είτε γιατί δεν έσιει πλέον βοσκούς στο χωρκόν είτε γιατί τα χτηνά εν χωμένα κάπου. Αλλά το πως ζει μια αγελάδα ή ένα πρόβατο στην Ιρλανδία, όπου το ξιμάντρισμαν εν η σταθερή πρακτική (από όσο ξέρω δηλαδή), δεν συγκρίνεται.

Σιέρουμαι που έσιει ακόμα πλάσματα που το κάμνουν στην Κύπρο τζαι μακάρι να σιεν τζιάλλους.

Ανώνυμος είπε...

Επεθυμήσαμεν σε!