Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Καλημέρα τζ̆αι τα φώτα...



Εσηκώθηκα τζ̆αι έκοψα την πίτταν των βασιλέων. Είναι για τους Γάλλους το ανάλογον της Βασιλόπιττας.

Ήταν παράξενη χρονιά το 17· νεκατωμένη· οι αποτυχίες πολλές. Όι πους εν είχεν επιτυχίες. Οι επιτυχίες ήταν επίσης πολλές· παραπάνω πιλέ, αλλά οι αποτυχίες τζ̆αι οι επιτυχίες εις την ζωήν δεν έχουν κοινόν νόμισμαν για να αντισταθμίζει η μια την άλλην. Η τελευταία αποτυχία έκατσεν εις τες 31. Όι μόνον έκρουσα την πιτταν, ξ̆ιώντας τα κρουσμένα, εφάνην τζ̆αι το « φλουρίν ». Επήεν το έθιμον άστοχον, από αναξιότηταν, από αμέλειαν, από αππωμάραν. Η αμέλεια είναι κόρη της αππωμάρας τζ̆αι του ττεμπελλιού. Η αναξιότητα εν πιο πολυπαραγοντικόν. Η Βασιλόπιττα εγίνην τελικά κανονικόν ψουμίν, οπόταν ήρταν τα Γαλλικά ήθη με τες galettes des rois σήμμερα Επιφάνια να σωσουν τα έθιμα.

Εσημάθκιασα 6 κομμάθκια, όσος εν ο κόσμος που αγαπώ τούτον τον τζ̆αιρόν. Το πρώτον ήταν για το φκιόρον που αγάπησα, Fleur de Pois, το 2 για τα δεντρούθκια που εφύτεψα, το 3 για την χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν που κατοικά τους κόσμους μου, το 4 ειδικά φέτη για το δάσος τζ̆αι το 5 ειδικά για τα πουλλούθκια που επιλέξαν να φουλιάζουν μες τες φουλιές γυρόν που το σπίτιν μου. Το 6 ήταν για το σπίτιν το ίδιον.

Επαρακάλουν η πετρούα να ππέσει στο έναν.

Φέτη ένωθα την ανάγκην να γιορτάσω την λιτότηταν. Θα είναι βίτσιον του homo sapiens να γυρεύκει το σπάνιον για να ευχαριστηθεί. Στην γενιάν των γονιών μου, ο κόσμος έζ̆ιεν με λλιόττερα, τζ̆αι οι αθρώποι εγυρεύκαν να κάμουν τες ημέρες τες γιορτάρες να ξεχωρίσουν με φουαρταλλίκκια τζ̆αι πολυτέλειες. Ότι εκάμναν οι αρκόντοι εθέλαν μιαν ημέραν του χρόνου πιλέ μου να τα κάμουν τζ̆αι οι φτωσ̆οί. Εφτάσαν σήμμερα στο σημείον να ξησ̆ειλούν τα μαχαζ̆ια τους φτωχούς με κρίσμασκκεϊ τζ̆αι μελομακάρουνα με ευωδίες Givaudin, γαλίνες παραγεμωστές μαζικής παραγωγής τζ̆αι Αηββασίληες να διανέμουν κινέζικα. Η γενιά των γονιών μου εν η γενιά που εκατάστρεψεν τον τόπον. Που την μιάν τα εθνικιλλίκκια, που την άλλην να φάσιν τον τόπον άπου φκάλει λίραν αλοάρκαστα τζ̆αι επεέντιστα για το τί καταστρέφουν, εκάμαν με να αποστραφώ τζ̆αι τα φερσίματα τζ̆αι τες αξίες της γενιάς τούτης.

Επελλέτουν τες προάλλες τα έθιμα των πιό παλιών. Έναν κουταλούιν μέχλεπην που το Βερούτιν, θκυο μουσκοκάρκια  που την Ζανζιμπάρ, τρείς ξαννίες κανέλλα που την Σρι Λάνκαν, μισόν μουσκοκάρυον που τες Ινδίες τζ̆ι έναν αέραν μαυρόκοκκον που το Χαλέπιν, εκανούσαν για να κάμουν τες ημέρες γιορτήν. Το τελευταίον φούρνισμαν πριν τα φώτα εγίνετουν εις τες 23 του Δετζ̆έβρη. Ενεστένναν οι τόποι να χαρούν οι ψυσ̆ές των αθρώπων. Το έναν το ψουμίν, εστολίζαν το με σταυρούθκια κουλλουρένα τζ̆αι κοψίματα όμορφα με το ξ̆ιουράφιν ή με το ψαλλίδιν για να το πουν γεννόπιτταν τζ̆αι να το κόψουν το Πάσκαν των Γεννών. Του άλλου εβάλλαν του σελίνιν ή τσ̆ιφτέν μέσα για να το πουν βασιλόπιτταν τζ̆αι να το κόψουν του Αίου Βασιλιού. Ούλλα τα δωδεκάμερα τα ψουμιά ήταν μυρωδάτα. Έτσι ήταν η γιορτή τους.

Ετσι έκαμα τζ̆αι γιω την Βασιλόπιττα που έκρουσα, έτσι τζ̆αι την γκαλέτταν των βασιλέων εψές. Επειδή όμως η γκαλέττα εν Βραγκού, έκαμα την με γαλλικήν σίκαλην. Έψησα την μες τον φούρνον των ξύλων τζ̆αι ενεστάναν οι τόποι να μυρίσουν γιορτήν. Για τριάντα δευτερόλεπτα εχάρηα πους άκουα την φωνήν την καλοσυνάτην της στετές μου όπως την ώραν που φούρνιζεν τότες.

Φέτη έκοψα τζ̆αι το κρέας για να ξεχωρίσουν οι μέρες οι γιορτινές που τες άλλες με λιτότηταν καθαρήν που βάσανα ζώου, καθαρήν που κτηνοτροφικά απόβλητα, καθαρήν που υπερπαραγωγήν αερίων που βαρυνίσκουν την κλιματικήν αλλαγήν.

Η πετρούα εν έππεσεν μες το 1 που έθελα. Έππεσεν στην χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν του κόσμου ούλλην. 



Αφούς η πίτα αποφάσισεν πους εν η χρονιά τους, εξαπόλυσα τα κκομπιούτερ τζ̆ι επήα έξω να ασχοληθώ μαζίν τους. Η μέρα σήμμερα ήταν ποτζ̆είνες της κλιματικής αλλαγής. Εχτές έπερνεν τους τόπους, σήμμερα έφκαλεν νήλλιον με 10 βαθμούς. Ήρτεν η Άννοιξη κατασ̆είμωνα.

Έβαλα τζ̆αι την μουσικήν να κάμνει συντροφκιάν. Έθελα την Barbara. Ήταν η χρονιά της πέρσυ. Επεράσαν τζ̆ιόλας 20 χρόνια.

Έρκεψα να μαζεύκω τα φύλλα που εν επρόλαβα να μαζέψω τζ̆αι ετσιλληθήκαν που το σ̆ιόνιν. Η μελαγχολική φωνή της Barbara τερκάζει άμαν συνάεις φύλλα.


Οι βολβοί αρκέψαν να ξιστρουφίζουν ήδη. Ήταν η τελευταία ευκαιρία να συνάξω φύλλα χωρίς να τσαλαπατήσω τα τρυφερά που βλαστούν. Το χόρτον εγίνην κούννα. Εκλάδεψα τα σμέουρα. Πέρσι εκάμαν κιλά τζ̆αι κιλά. Ελιμπήσαν οι κοράζινοι τζ̆αι εμοιράζαμεν. Κατ΄ακρίβειαν τζ̆είνοι εφάαν την μερίδαν του λέοντος που εν είχαν άλλην δουλειάν να κάμουν τζ̆αι αφήκαν μου εμέναν τα μιλλοσφοντζ̆ισματα. Χαλάλιν τους, εγώ ήρτα να ζήσω στον τόπον τους. Τζ̆αι αν επολλύναν πολλά, εν οι γειτόνοι που φταίσιν, που αφήννουν ποσκούπια έξω τζ̆αι επόλλυνεν η διαθέσιμη τροφή να συντηρεί έτσι πληθυσμούς. Πον να ξανακαρπίσουν, εν να βάλω δίχτυν να προστατέψω τζ̆αι λλία για λλόου μου.

Φέτη ήταν χρονιά φυθκιάς. Εφύτεψα 10 νέα δεντρούθκια. Τρία έπιασα τα που το pro specie rara με ποικιλίες πον υπό εξαφάνισην. Πέρσυ εγύραν κάτω μια αππιθκιά τζ̆αι μιαν κκεραζιά, εκατοντάχρονες, που εφυτέψαν προηγούμενοι που εζήσαν μες τουν το σπίτιν. Καλά εζήσασιν. Που την αππιθκιάν επρόλαβα τζ̆αι έπιασα αμμάτιν έναν χρόνον πριν να γύρει κάτω τζ̆αι αμμάτισα έναν που τα δεντρούθκια που εφύτεψα. Τα αππίθκια της λίβρας, εκτός που εν μισόν κιλόν το έναν, δεν αρρωστούν τζ̆αι διατηρούνται στην κάβαν ως τον Απρίλλην. Αμμάτισα τζ̆αι τες θκυό μηλιούες που τες παλιές πικοιλίες για να μεν φοούμαι να τες χάσω όταν θα έρτει τζ̆αι τζ̆είνων οι ώρα τους. Οι παλιοί εθκιαλέαν τες να μεν ισκουλουτζ̆ιάζουν. Τα ψεκάσματα πριν 100 χρόνια ήταν για όσους εκρατούσαν να ταΐζουν τες χημικές βιομηχανίες.

Η μοναξιά μες την δουλειάν, με την Barbara συντροφκιάν, μαλαθκιανίσκει ακόμα τζ̆αι συναισθήματα που εγινήκαν πέτρα. Το τηλεφωνούιν έπαιζεν l’aigle noir. Έκλαιεν η ψυσ̆ή μου με  την φωνήν την ταντελλένην που επόνεν. Ετρέχαν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆ι ενεκατώννουνταν τα δάκρυκα με το χώμαν που ετοίμαζα να φυτέψω μιαν τριανταφυλιάν. Εσκέφτουμουν γιατί έσ̆ει πλάσματα που γελούν για να μαλαθκιάνει η ψυσ̆ή τους τζ̆αι πλάσματα που θέλουν να κλαίσιν. Διερωτούμαι αν έσ̆ει πλάσματα που γελούν μόνοι τους άμαν θέλει α χαλαρώσει η ψυσ̆ή τους που σφίγγεται. Ερκουνταν στην σκέψην μου εικόνες που τότες που ήμουν μιτσής τζ̆αι έθελα να κλάψω. Έμαθα να κάμνω την καρκιάν μου πέτραν για να μεν νομίσουν οι άλλοι ότι εππούσ̆τεψα τζ̆αι να προσβαρτεί ο τζ̆ύρης μου. Έμαθα να προσβάλλουμαι που μόνος μου γιατί εφοούμουν πολλά να τον προσβάλω τζ̆αι να θυμώσει. Άμαν έθελα να κλάψω, ελάλεν μου η μάνα μου να μεν κάμνω ππουσ̆τέματα, τζ̆ι εσυνήθησα να κλαίω άμαν είμαι μόνος μου. Πλάσμαν αγέλαστον επί το πλείστον,  agelaste λαλούν οι Γάλλο, άμαν είμαι με άλλους, έμαθα να κλαίω για άλλα πράματα άσχετα. Που εν ελύθην το κυπριακόν, που θωρώ το βαρώσιν να το κατοικούν τα φαντάσματα, που εξιλείψαν τες ορχιδέες πουκάτω που τον άσφαλτον του ππάρκιν εις τους Κόννους ή τους κρίνους του γιαλού που εθαύμαζα κάποτε στο Νίσι Μπιτς̆, που ψεκάζουν τον κόσμον στην Συρίαν με κάζιν σαράν, που σκοτώννουν τους αθρώπους 80 χρόνια στην Παλαιστίνην για να πιάουν τον τόπον οι Οβραίοι...

Que c’est abominable de devoir à choisir entredeux innocences... έτρεμεν θυμωμένη η φωνή της Barbara τζ̆ι εσυγκλόνιζεν μου τες σκέψεις.

Εδάκρυζεν η καρκιά μου με την φωνή την τρυφερήν για τους άλλους στην Ραμάλλαν, για τους άλλους στην Βηθλεέμ, όταν αντιλήφτηκα ότι μια τουρίστρια που έκαμνεν παρπάτημαν μπροστά που τον δρόμον μου κάτω, έκατσεν σκόπημα πας το παγκούιν του δήμου τζ̆αι έκαμνεν πους ερέμβαζεν την θέαν με χρώματα του ουρανού για να κρυφακούει το άιφον που έπαιζεν. Εγώ πίσω που τους θάμνους εθώρουν την που ψηλά αλλά τζ̆είνη δεν εμπόρεν να με δει. Άραγες σου να έκλαιεν τζ̆αι τούτη για κάτι;

Έφκαλα τον λούκκον τζ̆αι έστρωσα τζ̆ερρατόξυσμαν του μονόκερου για να πιάει το χώμαν φωσφόρον οικολογικόν τζ̆αι να δυναμώσουν γλήορα οι ρίζες της τριανταφυλιάς. Δακάτω εμάθαν να ξ̆ούν τα τζ̆έρρατα τζ̆αι να τα ανακυκλώννουν για βιολογικόν φωσφορούχον λίπασμαν . Εν μια αναρριχιτική κότσ̆ινη τριανταφυλιά RAL 3003, που μουσκομυρίζουν τα φκιόρα της. Εν τζ̆αι η αναπλήρωση των παλιών τριανταφυλιών μες το πρόγραμμαν το φετινόν. Οι τριανταφυλιές που καλοσωρίζουν όποιον πλάσμαν έρτει έσσω μου που τον Μάην, ούλλον καλοτζαίριν, εν ούλλες πάνω που τριάντα χρονών. Μόλις Αουσκιάσουν οι κλώνοι μπορείς να κόψεις τζ̆αι να φυτέψεις πάρα τζ̆ει. Εδοτζ̆ίμασα τρεις τρόπους. Άλλες εφύτεψα τες κατάχαμα, άλλες έμπηξα τες μες σε μιαν πατάταν τζ̆αι εφύτεψα τες μαζίν για να εν πάντα υγρές, τζ̆αι άλλες, έβαλα τες μες σε πότσαν πλαστικήν πετ όπως δείχνουν πας το ίντερνετ. Επιάσαν ούλλες, τζ̆αι σήμμερα, αννοιξιάτικην μέραν των θεοφανίων, είπα να την φυτέψω διότι ενόμισεν πους ήρτεν ο τζ̆αιρός της να νεφουλλίσει τζ̆αι επέταξεν θκυό μούττες μες το πλαστικόν.

Εφύτεψα την τζ̆αι ένωσα μιαν χαράν. Αλάφρωσεν τζ̆αι η ψυσιή μου που την συγκίνησην.

Dis, quand reviendras tu ετραούδαν η Barbara,

Au printemps tu verras, je serai de retour,
Au printemps c’est jolie de parler d’amour,

Nos irons voir ensemble, les jardins refleuris...














Τζ̆αι ο οδηγός για πολλαπλασιασμόν της τριανταφυλιάς με πότσαν πετ.

Τέλος Αούστου, κόφκεις κλονίν με 6 αμμάθκια, κόφκεις τα φύλλα τζ̆αι αφήννεις 2-3 μόνον στα 3 αμμάθκια πον να μείνουν έξω που το χώμαν. Κόφκεις την πότσαν στα δύο, βάλλεις κομπόστον (ή χώμαν) φυτεύκεις το κλονίν, τρυπάς τον κώλον της πότσας, ξανακολλάς το πουπάνω, ποτίζεις την τζ̆αι στουππώννεις την. Βάλλεις την σε σκιάν. Κάθε κανέναν μήναν θέλει πότισμαν διότι εξατμήζεται.



Σε μερικούς μήνες το αμμάτιν θα αννοίξει. 

Φκάλλεις λούκκον 30 πόντους. Εγώ έβαλα τζ̆αι τζ̆ερρατόξυσμαν για λίπασμαν αλλά στην Κύπρον που οι μονόκεροι εν κάφκαροι μπορεί να μεν βάλετε.


Θέλει όμως κομπόστον για λίπασμαν τζ̆αι για να αλαφρύνει το χώμαν να αναπτυχτούν γλήορα οι ρίζες.


Προσεχτικά φκάλλεις τα πλαστικά.


Φυτεύκεις


Τζ̆αι επειδή θέλω τον Μάην να έσ̆ει σίουρα τριαντάφυλλα κότσ̆ινα, εκανόνισα τζ̆αι την προστασίαν. O Φερβάρης τζ̆ι ο Μάρτης σε τούτα τα μέρη μπορεί να φέρουν ξυλοπαούραν πλην 15°C.








Δεν υπάρχουν σχόλια: