Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Ο Κυπραίος τζιαι το παιδίν


Κυριακή πρωίν. Πάει μεσομέριν. Η Στασικράτους γέρημη. Πας το ποδήλατον ένας μορφωμένος μιτσής, ποτζιείνους που εξέφυγαν που τον κατακλισμόν της πολιτιστικής διαστροφής, που εκατάστρεψεν την χαράν, το κκέφιν, την υγείαν της γεννιάς των Κυπραίων που γεράσαν νέοι. Περνώντας που το Φλοκκαφέ, ένωσεν το λάστιχον του καθησμένον. Εκατέβην πας το πεζοδρόμιον, φκάλλει τα συνακλίκκια του που το σακκίδιον, θκυό ππαλιές φκάλλει τον τροχόν, φκάλλει το εσσωτερικόν, φκάλλει την σπόνταν που άφηκεν κάποιος ξημαρισμένος μες την στράταν, βάλλει την ππάτσιαν, ξαναστήννει τον τροχόν τζιαι ώωπ, πετάσσεται άνετος να συνεχίσει τον περίπατον του.

Ένας θαμώνας που κάθετουν τζι εποσσίστωννεν εις τον νήλλιον, πίννωντας καπουτσίνο πας την υπερυψωμένην βεράνταν, είδεν την σκηνήν, τζι΄έφκαλεν τον που τες σκέψεις που τον εβασανίζαν να στηβάζουνται μύλλα, πας έναν ανάπηρον ποσιειλωμένον κορμίν.

Επήεν προς τον νέον, σαν το ττάνξ το ποσπασμένον που το ριμουλκούσιν. Κατεβαίννοντας που τα σκαλιά, παρολίγον να τον ρίξει ένας ταραγμένος, πελλός, αδιαπαιδαγώγητος σσιύλλος, που κράτεν που τον άλυσον. Είσιεν τζιαι φίμωτρον να μεν φάει τον κόσμον, τζι εγύριζεν τ΄αμμάτιν του, έτοιμος να κατασπαράξει τον ποδηλάτην αν τον εξαπόλαν. Λαλεί του:

- Ρε παιδίν, να σε ρωτήσω κάτι. Που βρίσκεις τον κίνητρον τζιαι την ενέργειαν να σηκώννεσαι Κυριακήν ημέραν τζιαι να γυμνάζεσαι; Εμέναν έβαλεν με ο καρδιολόγος μου να κάμνω γυμναστικήν, εθθουσιάστηκα να κάμω, να φκιάσω, επήα εγόρασα το πιο ακριβόν ποδήλατον, αλλά η όρεξη εξατμίστην με την πρώτην κούρσαν που έκαμα. Είντα μάρκα εν τον δικόν σου;

- Τράβα λλίον τον σσιύλλον σου πίσω διότι φοούμαι. Απάντησεν του ο μιτσής.

Αρπουλά του μιαν κλωτσιάν του σσιύλλου ο ανάπηρος που ακινισίαν παχόπετσος, τ΄αμμάτι του χτηνού, από κότσσινον του δράκου να φάει τον κόσμον, επογιάλωσεν φοητσιασμένον, μαραζωμένον, χωρώντας ούλλην την δυστυχίαν που εκουβάλαν ο μάστρος του μες το άχρηστον του κορμίν.

Ο μιτσής έμεινεν άφωνος μπροστά στην βίαν που μπορεί να ξεράσει πας τον αδύναμον έναν ξωφλημένον σώμαν. Το τιμόνιν που εκρατούσαν τα σιέρκα του άρκεψεν να τρέμει που την λύπην. Η λύπη του διαμιάς εγίνην θυμός, εγίνην νεύρον, εγίνην ενέργεια.

- Άκου ρε μεταλλαγμένε. Άμαν ταϊσεις τον σσιύλλον σου φόον, κατζίαν, μοχθηρίαν, αζούλαν, λύπην, τύψεις, λαγνείαν, αυτολύπησην, πικραντερίαν, δουλικότηταν, ψεφκιάν, ψεφτοπερηφάνειαν, υπεροψίαν, υποταγήν τζιαι εγωισμόν, φκάλλεις το δυστυχισμένον χτηνόν που κουβαλάς τζιαι θέλει να φάει τον κόσμον.  Αν αναγιώννες το ζώον σου με ευτυχίαν, ειρήνην, αγάπην, ελπίδαν, ηρεμίαν, ταπεινοφροσύνην, φιλίαν, καλήν θέλησην, συμπάθειαν, συμπόνιαν, ευσπλαχνίαν, γενναιοδωρίαν, αλήθκειαν, κατανόησην, τζιαι πίστην, ήταν να έσιεις έναν όμορφον σσιυλλον που ήταν να αγαπά τζιαι τον κόσμον του τζιαι σέναν. Ο σσιύλλος σου θέλει ευθανασίαν, τζιαι υπεύθυνος είσαι εσού. Ούτε τα καλά τα ζώα γοράζουνται που το μαχαζίν, ούτε τζιαι η όρεξη να ζήσεις σαν άθρωπος.

Φακκά ο νέος του πατηνιού του μιάν, επέτησεν μακρυά που την άρρωστην αθρωπίλλαν, να θκιανεφτεί δίπλα που τον Πιθκειάν, ν΄αννοίξει το πνευμόνιν του τζιαι να χαρεί η ψυσιή του.

8 σχόλια:

Νίκος Λαζάρου είπε...

Όμορφη ιστορία, Acera, αλλά την όρεξη για να ζήσει κάποιος σαν άθρωπος πού την βρίσκει κάποιος; Φέρνει την μαζίν του στα γονίδια, μαθαίνεται που τους γονιούς του τζαι τους γυρόν του; Τζαι τι εν τζείνον που κάμνει τον άθρωπον μισάθρωπον;

patinios είπε...

Μιαν ημεραν την ίδιαν ωραν που τελιοσα το τρεξιμον στο παρκον ετελιονεν τζιε το περπατημαν του ένας αθροπως που τούτους που εβαλεν ο γιατρός να περπατά μετά που καρδιακον επεισόδιο , χαμογελώ του τζιε λαλω καλημέρα , Απαντά μου αγελαστα «εκοψαμεν την ποινή μας τζιε σήμερα»!!!!

θκιανεφτείκα τζιε εγιω εχτες σε ουλλον το γραμμικό δίπλα που τον Πιθκειάν,που το παλιον γενικο νοσοκομείο ος τη Λακαταμιαν τζιε πίσω τζιε το πνευμόνιν μου ανιξεν τζιαι χαρεί η ψυσιή μου.
το γραμμικό πάρκο δίπλα στον Πιθκειαν (για μενα) είναι ο ένας πνεύμονας της Λευκωσίας τζιε ο άλλος ενει η το παρκον στην Αθαλασσα τζιε εχει κοσμον που ζει μες τούτην την πολύ θα μεγαλώσει θα γεράσει τζιε μπορεί να μεν πατιση το ποδι του με ποτζι με πόδα.

ruth_less είπε...

Αρέσουν μου τα ερωτήματα του Νίκου Λαζάρου. Αναρωτήθηκα τζ εγώ πολλές φορές στην πορεία.

Πιστευκω την όρεξη φέρνουμε την που γεννησιμιού μας. Είδα το πολλά να συμβαίνει γυρο μου.

Μισάνθρωπος γίνεται τζεινος που η ψυshιη του κλείει που την πίκρα, τις δυσκολίες τζιαι τις στερήσεις... Όι τις υλικές στερήσεις. Τις άλλες.

Η ψυshη πρέπει ναν πάντα ανοικτή τζιαι ευαίσθητη, χωρίς να είναι ευάλωτη. Με τον τζιαιρο μαθαίνεις.
Τζ αν τσαλακωθει, μετά την βροshή, πάλε να ανοίει τζιαι να σκορπά ευωδία γυρο της.

Aceras Anthropophorum είπε...

Νίκο βάλλεις ωραία ερωτήματα, αλλά θέλει ώραν για να τα φιλοσοφίσει κάποιος :)

Πατίνιε, κάπιαν ώραν θα έσιεις επιδράσει πάνω μου να πιάω τα όρη (όι για να εκτίσω ποινήν :) Προς το παρόν ειμαι στα σοφτ :)) Όταν ήμουν μικρός είχα αλλεργικόν άσθμαν τζιαι έκαμα 4-5 χρόνια θεραπείαν τζιαι έμεινεν μου φοβία με το βούρος. Εκληρονόμησα τζιαι το ηλήθιον λαϊκόν κριτήριον ότι η καλή η ώρα είναι η ώρα που κάαααθεσαι, πράμαν που είσιεν νόημαν για τους φτωχούς προγόνους μου που έσπαζεν το κορμίν τους που την δουλειάν τζιαι το να κάτσουν ήταν ηδονή που μόνον ο πλούσιος απολάμβαννεν... Δεν ηξηκολλάς εύκολα που τους αυτοματισμούς μιας ζωής.

Ρούθλες εν καλή η εξήγηση σου για τον λόγον της μισανθρωπίας. Τωρά όμως γιατί πρέπει ναν η ψυσιή παντα αννοιχτή όταν έσιει μάθει πως μόλις αννοίξει μπορεί τζιαι να έρτει τζιείνος που τσαλακκώννει, εν μεγάλη ιστορία. Ίσως να θέλει τζιαι μιαν άνεσην που πλάσμαν που δεν ητσαλακκώννει για να τα καταφέρει ή έστω για να τολμήσει.

ruth_less είπε...

Γιατί εν ναρτουν τζιαι τζεινοι που εν να την χαϊδεψουν τζιαι εν πρέπει να τους χάσει.
Εν ρίσκο φίλε μου.
Αλλά ζωή χωρίς ρίσκα, αξίζει;
Πολλές φιλοσοφίες όμως ανοίξαμε τζιαι εν αργά :)

Καληνύχτα

stalamatia είπε...

Αρέσκου μου οι ιστορίες που εχουν νόημα αρέσκει μου που σας γνώρισα Ρούθλες τζιαι Ασερα ,ευκαριστώ σας που μπόρω να θκιαβάζω τούτα που γράφετε!!

Ανώνυμος είπε...

Χαιρετώ σας ούλλους. Ασέρα, αρέσκουν μου πολλά οι ιστορίες σου, λαλείς πολλές αλήθκειες με λλία λόγια. Το παιδίν σου τζιαι το σιηλλίν σου, όπως το μάθεις έσιεις το. Ότι μάθει το πλάσμαν που τα γεννοφάσκια του, εξ απαλών ονύχων, δεν χάννεται ποττέ. Εν πάντα τζειαμαί μέσα στην ψυσιήν τζιαι την καρκιά του.
ιων

Ανώνυμος είπε...

Οι ιστορίες σου είναι πανέμορφες όπως πάντα Ασέρα!