Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Τρόπος του λέγειν τζιαι τρόπος του είναι


Μόλις ενέφανεν του στενού ο ξένος, οι θαμώνες του καβενέ που κάθουνταν τζιαι κουνουσστίζαν, στην δροσιάν, πας την βεράνταν, ανοίξαν του τόπον τζιαι βάλαν του τσαέραν να κάτσει. Τόσα γρόνια μετανάστης στο εξωτερικόν, όποτε έρκετουν εις το χωρκόν επήαιννεν το γυρούιν του στον καβενέν να κόψει καμιάν κουβένταν με τους παλιούς φίλους. Ελαλούσαν τον Αντρίκκον, αλλά που τον τζιαιρόν που επήεν έξω, άλλαξεν το τζιαι έκαμεν το Αντρέας. Αντρίκκον μόνον εις το χωρκόν τον ελαλούσαν.

Η τσαέρα η πλαστική του καβενέ εν 30 γρονών. Εν που τον τζιαιρόν που έκαμνεν προεκλογικήν εκστρατείαν ο Σπύρος Κυπριανού με το μίνιμουμ πρόγραμμαν. Ήταν η μέρα που ήταν να ρτει να μιλήσει στον σύλλογον σαν υποψήφιος πρόεδρος. Ίσια την ημέραν τζιείνην έκατσεν να ανακαλύψει ο καβετζιής ότι επιάαν κορκούς οι τσαέρες οι τόνενες. Αν τες εβουττούσαν μες το βαρέλλιν με το τιντιττί, όπως τρία γρόνια πριν που ξαναπιάσαν, θα έπρεπεν να κλείσουν το καβενέν τζιαι να τες καρτερούν 3 ημέρες να στεγνώσουν. Τζιαι πού να υποδεχτούν τον Σπύρον;  Εφουτουνιάστην ο τότε καβετζιής τζι΄έκρουσεν τες 130 τσαέρες τζιαι πήεν τζιαι γόρασεν 130 τζιουνουρκούες πλαστικές. Ήταν οι μισές κοτσσινούδες τζιαι οι μισές ασπρούδες όπως τα χρώματα της Σαλαμίνας. Που τότες, τόσα γρόνια, οι ασπρούδες ετζιτρινήσαν που την υπεριώδην αχτινοβολίαν, οι κοτσσινούδες εξασπρίσαν τζι εγινήκαν σαν την κατούραν την ροζ. Έπιασεν μιαν κοτσσινούδαν να κάτσει.

— Έναν σύνθετον του Άντρου, εφώναξεν ο Πούλλος πισκαλίζοντας θκυό φορες τα σιέρκα του.

Εξέραν ότι άρεσκεν του το σύνθετον, που τον τζιαιρόν που ήταν εις την Κύπρον. Όποτε εκατέβαιννεν εις το χωρκόν, επαραντζιέλλαν του το πριν να το ζητήσει πιλέ, για να τον προϋπαντήσουν.

— Άης τα ποτά που λλόου μου, εφώναξεν ο Μελέτης.
— Ούτε να το σκεφτείς! Εκαππάκωσεν την φωνήν του Μελέτη η φωνάκλα του Πούλλου πριν να τελειώσει την κουβένταν της.

Ο καβετζιής εκατάλαβεν ότι εν ο Πούλλος που πκιορώννει.

— Έναν είκοσι. Εν που τον Πούλλον τα ποτά ρε Άντρίκκο, αρτήρησεν ο καβετζιής.

Ενώ εμαλλώνναν πκιοιός εν να πκιορώσει, ο ξένος γύρνει την αφρόζαν την άσπρην μες το τριαντάφυλλον πριν να γύρει το νερόν το κρυόν πουπάνω ν΄αφρίσει.

Ο Πούλλος στα νειάτα του ήταν πελεκάνος. Εξηντάρης τωρά, επάντρεψεν τζι επροίτζησεν 4 κόρες. Παρόλον που ήταν κουμπουνιστής ως τα μπούνια τζιαι παράγοντας της αριστεράς, κάθε Κυριακήν δεν έλειφκεν που την νεκκλησιάν. Ήταν άθρωπος που είσιεν το ένστιχτον του εμπόρου, τζιαι ας είσιεν τον Εζεκίαν Παπαϊωάννου Άγιον του. Το χωρκόν ούλλον εχτίμαν τον, διότι εκτός που δουλευτής, δεν έππεσεν ποττέ έξω στα οικονομικά. Τον τζιαιρόν που ούλλοι επαίξαν τζιαι χάσαν εις το χρηματιστήριον, τζιείνος επούλησεν πριν να ππέσουν οι μετοχές της Λαϊκής τζι επένδυσεν. Έχτισεν πρώτα 4 διαμερίσματα μες το χωραφούιν που του άφηκεν η μακαρίτισσα η μάνα του, τζιαι πούλα τζιαι γόρασε, εκατάληξεν εκατομμυριούχος. Τα πελεκανιά εξαπόλυσεν τα που την πρώτην γρονιάν.

Πριν να αννοίξει το στόμαν του ο ξένος, ο Πούλλος εξεκίνησεν λες τζιαι εκατάλαβεν είνταν που ήταν να τον αρωτήσει.

— Έκαμεν τζιαι η αριστερά λάθη κουμπάρε. Μεγάλα λάθη! Δεν γίνεται να επιχορηγά η υπουργός εργασίας τους κοινοτικούς τζιαι να πεινούν οι δικοί μας.

— Μα πκιοιοί δικοί μας; Αρώτησεν ο ξένος

— Οι δικοί μας κουμπάρε! Ο αρφός σου, το παιδίν σου, ο γείτος σου.

— Μα ποιος πεινά κουμπάρε; εδιαμαρτυρήθην ο ξένος πριν να δοτζιμάσει το σύνθετον του. Που τους τρεις άνεργους που ξέρω προσωπικά, οι δκυο είπαν μου ότι προτιμούν να κάθουνται όσον τζιαιρόν ημπόρουν τζιαι να πκιορώννουνται λλιόττερα το ανεργιακόν, παρά να δουλεύκουν ολόγρονα σαν τους σκλάβους για να πκιάννουν μισθόν γερόν.

— Ρε κουμπάρε! Μεν κάμνεις πους εν καταλάβεις. Το πρόβλημαν εν πολλά σοβαρόν.

— Έν τζιαι είπα πους έννεν σοβαρόν. Είπα πους άλλον το να εν κάποιος άνεργος τζιαι άλλον να πεινά. Τζιαι φαίνεσται μου ότι 10% ανεργία εν μες τα λογικά πλαίσια για χώραν καπιταλιστικήν μέλος της Ευρώπης. Εκτός που αν «ο κόσμος πεινά» εν τρόπος του λέγειν. Άσε που οι μισοί άνεργοι εν ξένοι, που όντας ήδη άνεργοι έσσω τους, ήρταν με την ελπίδαν να έβρουν δουλειάν ποδά. Άρα, το «πεινά ο κόσμος» εν πολλά σχετική κουβέντα.

— Εν τούτα τα λάθη μας κουμπάρε. Γιατί να πιάννει ανεργιακόν ο ξένος;

Εφάνην ότι άντζισεν του ξένου βαθκειά κάτι το πολλά σημαντικόν η κουβέντα. Εξήχασεν το κοτσσινούιν σύνθετον ν΄ αφρίζει τζιαι έδωκεν μες την κουβένταν δίχα να καταπιεί βρόκκον.

— Πιάννει διότι εν εργαζόμενος, διότι εδούλεψεν τζιαι επλήρωσεν ταμείον κοινωνικών ασφαλίσεων. Οι νόμοι ισχύουν για ούλλους τους αθρώπους. Πρέπει δηλαδή το κράτος να κλέφτει τες κοινωνικές ασφαλίσεις των ξένων για να τες πιάννουν μόνον οι ντόπιοι; Με είντα λογικήν; Με είντα ηθικήν; Βεβαίως τζιαι θα πιάσει ανεργιακόν τζιαι ο ξένος, ο ντόπιος. Όποιος έβαλεν συνεισφοράν δικαιούται.

— Ρε κουμπάρε, μα που είντα πλανήτην έρκεσαι; Πεινούν οι δικοί μας τζιαι να ταΐζουμεν τους ξένους;

— Μα οι δικοί μας που πεινούν πκιοιοί είναι; Πε μου έναν που ξέρεις.

— Ο σίαμπρος σου κουμπάρε. Ο σίαμπρος σου ήρτεν τζι εζήτησεν μου να του κανονίσω να πιάει δουλειάν μες τον Δήμον αρκάτης, που πεινά η οικογένεια του. 

— Εντάξει, εν σίαμπρος μου, αλλά πως γίνεται να είσαι άνεργος, να πεινάς, τζιαι να γοράζεις της κόρης σου μίνι κκούππερ θκυο γρονών;

— Ρε κουμπάρε, εν είσαι στην Κύπρον να θωρείς. Προχτές κάτι Ρουμάνοι εδιαρρήξαν εις την Χώραν μιαν γειτονιάν σπίθκια. Εφάαν μας οι ξένοι, εξημάρισεν ο τόπος. Τζιαι να μου λαλεί κυβέρνηση δική μας, ένει ευρωπαϊκόν κεχτημένον. Έν ημπόρει να τους απελάσει ούλλους; Εξαφρίσαν τόσα σπίθκια τζιαι η αστυνομία έπιασεν τον κούνελλον.
— Καλάν ρε κουμπάρε, αθθυμάσαι τότε που πιάσαν τον γιον του Ξενάκη με τον άγγοναν του Τσιαππούτα; Εδιαρρήξαν το μισόν χωρκόν, όι την Χώραν που εν μακρυά, τζιαι επειδή ήταν δικοί μας, όι να τους απελάσουν έθελες, εβούρας σαν καλός παράγοντας της αριστεράς τζιαι έγλυψες τον κουμπάρον σου τον βουλευτήν του Δήκο τζι΄εχαρίσαν τους την. Τζιείνους ήταν λλίος ο νους τους. Ήταν καταριμμένοι. Τούτους ήταν πολλής ο νους τους; Να τους πιάσει η αστυνομία τζιαι να τους κάτσει μέσα. Εν κλέφτες. Είτε δικοί μας είναι, είτε ξένοι, να κάτσουν μέσα. Οι έντιμοι αθρώποι, είτε ντόπιοι είναι, είτε ξένοι, πρέπει να εν εναντίον των απατεώνων τζιαι των κλεφτών, είτε ξένοι είναι, είτε ντόπιοι.
— Τζιαι να δουλέφκω μιαν ζωήν εγώ να πληρώννω φόρους για να ταΐζω μιαν μάντραν Ρουμάνους μες την φυλακήν;
— Τζιαι αφούς λαλείς έν τους έπιασεν η αστυνομία, πού ξέρεις  εσύ πως εν Ρουμάνοι;
— Ρουμάνος ξηρουμάνος, ξέρεις πόσα κουστίζει κάθε φυλακισμένος στο κράτος;
— Καλάν, εσού πότε επκιόρωσες φόρους κουμπάρε; Την περασμένην φοράν που εμιλήσαμεν, είπες μου ότι πιάννετε ούλλοι δάνειον για να μεν σας πκιάννει ο φόρος.

Η ένταση των φωνών σε κάθε ανταλλαγήν ατάκας επήαιννεν έναν γράδον πάνω τζι ακούαν τζιαι οι άλλοι θαμώνες παρόλον που εκάμναν πους ήταν αχάπαροι.

— Να τους ηθκιώξουν ως τον έναν. Επέταξεν ο Γιαννής ο Βλώκκος που την άλλην πάνταν της βεράντας του καβενέ. 
— Καλάν ρε Γιαννή. Εν εν μαζίν που εφωνάζαμεν «εργάτες όλων των χωρών ενωθείτε» στην παρέλασην της πρωτομαγιάς τότες που είμαστιν νέοι;
— Άλλον τζιείνον, άλλον τούτον. Τωρά οι εργάτες των άλλων χωρών τρων το ψουμίν των μωρών μας τζιαι πέμπουν τα ριάλλια μας έξω που τον τόπον. Τα μισά ριάλλια τρών τα οι ξένοι τζιαι τα άλλα οι κυβερνητικοί.
— Έσιει δίκαιον ο Γιαννής, εμούνταρεν ο νευριασμένος ο Μελέτης που έθελεν να πκιορώσει τα ποτά τζιαι δεν επρόλαβεν. Έσιει λάθη η Κυβέρνηση μας. Δεν γίνεται να προστατεύκεις τους κυβερνητικούς να τρων τους φόρους μας τζιαι να κνίθουνται.
— Ά!! Εφταίξαν σας οι κυβερνητικοί τωρά! Είπεν ο ξένος με απόγνωσην.
— Φταίν μας οι κηφήνες. Ενεκατώθην πάλε ο Γιαννής.
— Εν οι κυβερνητικοί ρε οι κηφήνες, οξά εν οι τράπεζες σας που επήαν τζι επαίξαν κουμάριν τες καταθέσεις των Ρώσσων εις την Ελληνικήν ρουλέτταν τζιαι χάσαν τόσα δισεκατομμύρια τζιαι πρέπει να τα πκιορώσετε τωρά ούλλοι σας για να μεν παττίσουν όσοι έχουν είτε χρέη, είτε καταθέσεις; Πκιοιοί εν οι κυβερνητικοί ρε;
— Εν τούτοι των δημοσίων έργων που κουμπούν ούλη μέρα πας το φτζιάριν να περάσει η μέρα.
— Α!! Τζιαι γω ενόμιζα πους εν οι δασκάλοι που πασκίζουν να μάθουν ανάγνωσην τα κοπελλούθκια σας, οι καθηγητές πουννά εκπολιτίσουν τους αμπάλατους σσιυλλομπαστάρτους σας που δεν τους αντέχετε έσσω να τους κουμαντάρετε τζιαι εφορτώσετε τους τους. Ενόμιζα πους εν οι αστυνομικοί πουννα κουμαντάρουν τους χούλιγκαν σας να μεν κρούζουν τα μαχαζιά του κόσμου μετά που τα ματς. Ενόμιζα πους ήταν νοσοκόμες που πιάννουν την πίεσην των κοτζιάκαρων σας τζιαι των γέρων σας τζιαι οι γιατροί πον να τους εναποθέσετε στα σιέρκα τους την ζωήν των καρκινοπαθών σας άμαν οι ιδιώτες σηκώσουν τα δικά τους πάνω. Με το να φτωσιήνετε τους δημόσιους υπαλλήλους, εν να λυθούν τα προβλήματα της οικονομίας, οξά εν να στραντζίσετε το παζάριν τζιαι να την παττίσετε τέλλια;
— Είναι μεγάλη αδικία να πιάννει ο δημόσιος σατέ λίραν, τζιαι μεις έξω να πεινούμεν.
— Θέλεις κανέναν σάντουιτς κουμπάρε να σου τζιεράσω να σου περάσει η πείνα;

Ο ξένος επισκάλισεν τρεις φορές. 

— Ε Γληόρη, φέρε κανέναν σάντουις του Γιαννή που πεινά! Ε Γιαννή, εν με το να φάτε ο ένας εργαζόμενος τον άλλον πον σε καλλύττερην μοίραν πον να πάτε ούλλοι μαζίν ομπρός; Με το να ρίξεις τον άλλον στην ίδιαν δυσκολίαν μητά σου εν ούλλοι πον να δυστυχίσετε μαζίν τζιαι άλλοι θα θυσαυρίζουν πας την ράσιην σας ούλλους. Άλλον να θέλεις να γινεί η δημόσια υπηρεσία καλλύττερη, τζιαι άλλον να θέλεις να τους καταστρέψεις.
— Να παν εις τ΄ανάθθεμαν ούλλοι. Να πεινάσουν τζιαι τζιείνοι να δουν την κάψην. Όι να τρων τα ριάλλια του κράτους
— Εν εν με τον κόπον τους που τα εκερτίσαν;
— Τούτες εν θεωρίες παλιές κουμπάρεεε!  Επήα προχτές εις τον γιατρόν τζιαι δεν είσιεν μιαν νοσοκόμαν που εσυντύχαννεν την γλώσσαν μας να με σάσει. Ήταν ούλλες ξένες τζιαι δεν είσιεν μιαν να αξηηθούμεν.
— Αφούς εν που την ίδιαν χώραν με μας. Όταν αννοίξαμεν τα σύνορα μας τζιαι εγινήκαμεν έναν με τους Ευρωπαίους, υπογράψαμεν σσύφφωνα ότι όπως εμείς μπορούμεν να πάμεν να δουλέψουμεν ελεύθερα στες άλλες χώρες της Ευρώπης, έτσι μπορούν να έρτουν τζιαι τζιείνοι ποδά. Εν γίνεται να έσιει στην Ελλάδαν ή στην Ρουμανίαν 25% ανεργίαν τζιαι στην Κύπρον 3. Εν να ρτουν τζιαι ποδά να δοτζιμάσουν την τύχην τους. Εγινήκαμεν μια οικονομία. Το πρόβλημαν τους εν πρόβλημαν μας. Ε τζιαι τί θα κάμει η κυβέρνηση;
— Να τους κάμει ότι θέλει ρε κουμπάρε, ούρλιαξεν με έναν έσσκιν φασίστα ο καλοπροαίρετος μέχρι πριν λλίον Μελέτης. Να τους κάμει σαπούνια.
— Ρε Μελέτη, μα εκατάλαβες είνταν κουβέντα έφκηκεν που το βρωμόστομαν σου; 
— Να τους κάμουν σαπούνια, εβούννησεν με παραπάνω έσσκιν ο έξω που τα ρούχα του Μελέτης.
— Ρε Μελέτη, μα αν αρκέψουν να κάμουν τους μετανάστες σαπούνια, οι εγγλέζοι εν να πρέπει πρώτα-πρώτα να κάμουν την Αρφήν σου την Δοξούν, που πήεν τζιαι σπούρτησεν τους τζιαι 5 κοπελλούθκια στο Μάντσεστερ τζιαι τους τρεις πκιορώννει τους το κράτος της Αγγλίας ανεργιακόν. Τζιαι τον αρφόν σου τον Τζιορτζιήν που τον εσπουδάσαν τζιαι αρχιτέχτοναν, τί πρέπει να τον κάμουν;
— Άλλον τζιείνον, άλλον τούτον. Επολοήθην ο Κωστής που εκάθετουν σσιωπητός δίπλα τζι άκουεν τζιαι σύβραζεν. Αφούς η κυβέρνηση μας υπόγραψεν σύμβασην τζι έν ημπόρει να τους τα κνίσει, να φέρουμεν την Χρυσήν Αυγήν να πααίννει να τους ησπάζει που το Ραφτίν να φοούνται τζιαι να φεύκουν μόνοι τους. Κανένας έν φελά πκιον κουμπάρε Αντρίκκο. Τζιαι οι δικοί μας εγινήκαν όπως τους άλλους τζιαι δεν ησκέφκουνται πιον τον απλόν τον άθρωπον. Την καρέκλαν τους μόνον ησκέφτουνται.

Ο ξένος έπαθεν ταχυπαλμίαν. Εκοτσσίνησεν τ΄αμμάτιν του τζι έπιασεν το χρώμαν του σύνθετου που το οποίον εν εκατάφερεν να πιει έναν βρόκκον.  Εσηκώθην πάνω τζιαι λαλεί του ουρλιάζοντας.

— Έννεν η κυβέρνηση που εγίνην σαν τους άλλους. Εν εσείς που εγινήκατε τέρατα σαν τα τέρατα που επιάνναν τον Πούλλον τζιαι τον τζύρην του Μελέτη να τους βασανίσουν το 74. Τα τέρατα τζιείνα ερέξαν τζιει που τους επιτρέπει η συνείδηση του αδρώπου τζι εβιάζαν τουρκάλλες τζι εσκοτώνναν αριστερούς τζιαι μακαριακούς γιατί  εβρέθην κάτι ανώτερον που την αθρωπιάν να κυβερνά την σκέψην τους. Τζιείνοι ήβραν την επιταγήν του έθνους.
— Εσέναν καλά την έσιει η πούγκα σου Ανρίκκο. Εσέναν εν θα πεινάσουν τα παιδκιά σου τζιαι κάθεσαι τζιαι κάμνεις θεωρίες. Εν τα παιδκιά μου εμέναν που κινδυνεύκουν να τα φάει η τρόικα.

Ο ξένος εφουτουνιάστην ακόμα παραπάνω. Έπιασεν το σύνθετον σαν να τζιαι ήταν να το πιεί στην υγείαν τους.

— Τζιείνους αποχτηνώσαν τους με την ιδέαν του έθνους. Εσάς αποχτηνώσαν σας κάμνοντας σας πρεζόνια της αγοράς. Η πούγκα σας τζιαι τα παιδκιά σας! Ποιά παιδκιά σας ρε καννίβαλλοι, που άλλην σχέσην με τα παιδκιά σας που να τους εξουσιάζετε που την μιαν τζιαι να γοράζετε την αγάπην τους με τα ευρώ σας που την άλλην εν σας έμεινεν. Εβάλαν σας να φάτε ο ένας τον άλλον τζι εδεχτήκετε το στο όνομαν των παιδκιών σας. Τα παιδκιά σας δεν σας ανήκουν εσάς προσωπικά. Ανήκουν εις την κοινωνίαν ολόκληρην, που θα πληρώσει να τα σπουδάσει τζιαι να τα ταΐσει άμαν λάχει να ηφκάλετε ψόφον εσείς. Ζαττίν έτσι τέρατα που εγινήκετε, μόνον ψόφον να φκάλετε σας ταιρκάζει, πέρκι έρτει καμιά άλλη γενιά καλλύττερη που λλόου σας. 

Εγύρισεν το σύνθετον να τους το ψεκάσει μες τα μούτρα. Τελευταίαν στιγμήν ήρτεν εις τα λογικά του τζιαι αντίς να τους το ραντίσει κατάμουτρα, εράντισεν το χαμαί.

— Με το τζιέρασμαν σας θέλω, με την καλημέραν σας. Φυλάξετε τα να ταΐσετε τα πεινασμένα σας μωρά, να μεν ηγρειαστεί να φάτε ο ένας τον άλλον. Κοπρίτες. Καννίβαλλοι. Μιαν τσίππαν πολιτισμόν εκληρονομήσετε ρε που τες αριστερές σας καταβολές, τζι εθκιακλίστηκεν τζιαι τζιείνη με τα πρώτα ψυχάθκια. Τι θα γινείτε ρε εσείς πον να ρτει η νεροποντή; Να φύω να πάω πίσω στους τόπους τους ξένους να μεν σας θωρώ να ξημαρίζετε το τοπίον. 

Έτσι σαν εκράτεν το ποτήριν το όφτζιερον τζι εμάσιετουν να το σύρει τζιαι τζιείνον χαμαί να το σπάσει, εσηκώστην ο Αναστάσης που εκάθετουν πίσω τζιαι δεν ενεκατώννετουν μες την κουβένταν τζι επήεν τζιαι στάθην καρτζίν του.

— Ε Αντρέα, βάρτο ποτήριν μες το δίσκον, είπεν του με πράαν λυπημένην φωνήν. Τζιαι θκυο να μείνουμεν στέκοντα, καλλύττερα να είμαστιν θκυο τζιαι μαζίν να κλάψουμεν ο καθένας μόνος του. Έ Γληόρη, φέρε έναν σύνθετον του Αντρέα.

— Εν θέλω σύνθετον κουμπάρε. Πε του να φέρει καμιάν ζιβανίαν.
— Ε Γληόρη, φέρε θκυο πατηρούθκια τζιαι μιαν ζιβανίαν της ΛΟΕΛ.

— Άης την ζιβανίαν που λλόου μου αφούς εν ήπκιεν το σύνθετον, είπεν ο Μελέτης σαν να τζιαι δεν εσυνέβην τίποτε.
— Καλάν ρε. Εσού πριν λλίον έθελες να κάμει η κυβέρνηση τους ξένους σαπούνια, τζιαι τωρά θέλεις να μου τζιεράσεις ζιβανίαν; Τζιαι γιώ ξένος είμαι τζιεικάτω που ζιώ.
— Μα είσαι πελλός ρε; Εν να πώ εγιώ έτσι πράμαν που κατάλαβες;
— Τωρά που το λαλείς, εν αλήθκεια ότι εν θα μπορούσεν να πεις εσού έτσι κουβένταν. Την γεναίκαν σου λαλούν την Πλεμέγκαν τζιαι ο γιος σου εν μισός Σλάβος. Αλλά εν να με φκάλεις πελλόν; Έ Αναστάση έννεν ο Μελέτης που είπεν να κάμει η Κυβέρνηση τους ξένους σαπούνια;
— Εγιώ το είπα, αλλά εν εκατάλαβες τι έθελα να πώ.
— Τζιαι τι έπρεπεν να καταλάβω;
— Ήταν τρόπος του λέγειν;
— Τρόπος του λέγειν; 
— Τρόπος του λέγειν ναι; Είμαι πολλά θυμωμένος. Ήρταμεν σε έτσι κατάστασην τζιαι τίποτε δεν ημπόρουμεν να κάμουμεν.
— Ο τρόπος του λέγειν τζιαι ο τρόπος του είναι εν κοντά - κοντά. Αν είσαι θυμωμένος να πκιάσεις τον Κωστήν να του δώκεις έναν ταπάνιν που θέλει να φέρει τους φασίστες εις την Κύπρον να δέρνουν τους ξένους. Να σου περάσουν τα νεύρα. Οξά εν τζιαι σου τρόπος του λέγειν ρε Κωστή;
— Μα είσαι καλά ρε Αντρίκκο. Θέλω εγώ τους φασίστες; Θωρώ τους δικούς μας ποτζιεί καρτζίν τζιαι θέλω να ξεράσω. Αλλά είνταν που ννα κάμουμεν να φκούμεν πουπάνω;
— Να σου δώκω έναν ζιζζιρόπατσον να γυρίσει ο νούς σου να έβρει άλλην λύσην που να φέρετε την Χρυσήν Αυγήν να δέρνει τους ξένους. Άτε, πκιάε έναν ποτηρούιν ζιβανίαν να φέρεις τα μίλλια σου να μάθεις τί σου γίνεται, παλιόκκερχανετζιή. 

Ο Γληόρης έβαλεν μιάν πότσαν του λίτρου τζιαι καμιάν δεκαρκάν ποτήρκα μες έναν δίσκον αλουμίνιον του Λαϊκού. Εν που λλόου μου η ζιβανία, είπεν τους θαμώνες του συλλόγου. Είβα ρε Αντρίκκο τζιαι καλωσόρισες.

7 σχόλια:

osr είπε...

αυτή ακριβώς είναι η αλήθκεια της σαπισμένης κοινωνίας της Κύπρου

τι εισηγείσαι να κάμουμεν;

Hlithio Agrino είπε...

Too little, too late.

Anef_Oriwn είπε...

Aceras,
Εξαιρετική η ιστορία σου! Μέσα απ’ αυτή και παρουσιάζονται πολύ ζωντανά και παραστατικά οι ξενοφοβικές τάσεις που κυριαρχούν σήμερα στην κυπριακή κοινωνία [και που σε κάποιες περιπτώσεις καταντούν σε ρατσιστικές υστερίες] κι έχουν μάλιστα επηρεάσει και Αριστερούς.

Η ιστορία αναδεικνύει τις αρνητικές διαφοροποιήσεις στις συνειδήσεις των Αριστερών και την απουσία ιδεολογικού υποβάθρου και πολιτικού κριτηρίου σε συνδυασμό με την μικροαστικοποίηση του κόσμου της Αριστεράς.

Παράλληλα όμως, να σημειώσω ΚΑΙ τα αισιόδοξα μηνύματα που εκπέμπει το φινάλε της ιστορίας! Την αυτο-παραδοχή [στο τέλος] ότι οι συγκεκριμένες ξενοφοβικές τοποθετήσεις [των θαμώνων του καφενείου των Αριστερών] δεν μπορεί να αποτελούν γνώρισμα ενός συνειδητοποιημένου Αριστερού…

Μάριος είπε...

Φίλε εν μπορώ να σου περιγράψω πόσον μοιάζει τούτη η συνομιλία που περιγράφεις με τες δικές μου άμαν στρέφουμαι στην Κύπρον τα καλοτζιαίρκα. Εγιώ όμως επαραίτησα, εν τσακκώννουμαι πιον μιτά τους, έν έχουν πιον σωτηρίαν.

Bananistanos είπε...

Όποτε άνοιεν καμιά κουβέντα με ξένους, οι γοινιοί μου (πον ούλλη μέρα μεσ΄τες εκκλησιές) ήταν να φαν τους τόπους, οι παλιοξένοι, τι γυρεύκουν δαμέσα, να τους πετάξουν μεσ'τη θάλασσα κλπ...Μια φορά εχρειαστηκαν κάτι πογιατίσματα τζ' επήρα τους έναν Σριλανκέζον που έξερα να τους τα κάμει. Εθώρουν τους γονιούς μου τζε επροσπάθουν να μεν γελάσω. Είχαν τον μιτσί στα όπα-όπα: λεμονάδα τζε ελιόπιττα στις 10, το μεσημέρι έκατσε μαζί μας στο τραπέζι τζε όταν εσχόλασε εδόκαν του τζε μια τσάντα ρούχα 2ο σιέρι τζε μια τσάντα φρούτα που το γιώρκην!

Έσιει πολλύ κόσμο που φωνάζει για τους ξένους αλλά άμα οι "ξένοι" αποκτήσουν πρόσωπο, αλλάσσουν συμπεριφορά.

strovoliotis είπε...

Να βάλω τζιαι γω τα 50 μου σεντς. Αν έλειπεν η δασκαλίστικη αναφορά στην αριστερά και στις αξίες της θα ηταν καλύτερα. Γιατί όπως πολύ σωστά παραδέχεται τζιαι ο Ανεφ τα χαρακτηριστικά που περιγράφεις αφορούν ακόμα - αν είναι δυνατόν και αριστερούς (με τούτην την φόραν ο Ανεφ θα παραδεχτεί ακόμα πως υπάρχουν και ανίκανοι αριστεροί!). Η απελπισία, η έλλειψη προοπτικής, η αδυναμία να δουν κάποιοι έστω και ένα μικρό αισιόδοξο σημάδι, έχει κάνει μεγάλη ζημιά.

Δε θα μπω στον πειρασμό να δώσω τώρα εξήγηση για το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, δεν έχει σημασία αν φταίει η ανικανότητα ή το σύστημα, ή και τα δυο. Σημασία έχει πως η φάση μας επηρεάζει και μας αλλάζει όλους. Στους «αστικούς» μου κύκλους ένα από τα θέματα που προκύπτει συστηματικά αυτό τον καιρό, είναι η πιθανή επιλογή να γίνουν κάποιοι οι ίδιοι ξένοι σε άλλες χώρες στα 40 ή τα 50 τους, αφού η περιρρέουσα μιζέρια δεν αφήνει ελπίδα.

Anef_Oriwn είπε...


Strovoliotis,

Μεν τρίφκεσαι πα’ στην ματσούκαν του Βοσκού γιατί εν ν’ αρπάξεις καμιά τζι’ εν ναν ούλλη δική ΣΟΥ! Γιατί όσο τζι’ αν νομίζεις πως εν «ανίκανοι» οι Αριστεροί, [ή όσο τζι’ αν έχει εκφυλιστεί η κοινωνική συνείδηση κάποιων απ’ αυτούς], τουλάχιστον τούτοι εν επροδώσαν τούτον τον τόπον τζι’ ούτε παραδώσαν τον στους τούρκους! Τζιαι ούτε οι αξίες [της Αριστεράς] μετρούνται με το χρήμα! Τζι’ ώρες - ώρες που ακούω τους ομοϊδεάτες και συνοδοιπόρους ΣΟΥ πραγματικά ΝΕΚΑΤΣΣΙΩ!