Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Εξηκαλοτζιαίρκασεν



Την περασμένην εφτομάδαν εμανικώθηκα να φκάλω μιαν ανάρτησην τζιαι έμεινεν μου μισοδότζιν. Τζιαμαί που την έγραφα εποκαμάτησα που την ποστασιάν τζιαι επήα τζιαι έππεσα.

Είχα μιαn χαρμόλυπην τζιαι έθελα να την ηφκάλω έξω. Εσιαίρουμουν που φέτη έγκαιρα έκαμα τες κύριες δουλειές μες την αυλήν τζιαι ετοίμασα την να δεχτεί τον σιειμώναν. Εθώρουν όμως την φύσην να χάννει τα χαρούμενα πράσινα τζιαι να ντύνεται με θερμά χρώματα καρροτίνης, κότσινα, πορτοκαλιά, τζίτρινα.


Άλλοι θεωρούν τα πορτοκκαλλί ρομαντικά. Άλλοι θωρούν την επανάστασην μες τα κότσσινα. Εγώ θεωρώ τα λυπητερά τζιαι δεν τα θέλω. Προαναγγέλλουν τον σιειμώναν τζιαι εμέναν ο σιειμώνας της κεντρικής Ευρώπης εν μου κάθεται. Υποφέρω που την κρυάδαν, πιάννουνται τα κόκκαλα μου που τα κρυά ρεύματα, ανακατσιώ τα σιόνια, ειδικά τα ξημαρισμένα σε περίοδον που λιώννουν. Αντιπαθώ τες πλάκες του πάγου. Εγώ έν έμαθα να χαριεντίζουμαι κάμνοντας πατινάζ που ήμουν μιτσής. Εσιαίρουμουν εις το ακρογιάλιν να θωρώ τον μικρόκοσμον μες τες κολύμπες των βράχων πουκάτω μες τον λάλλαρον, να ονειροπολώ μπροστά στο άπειρον του μπλέ ορίζοντα, να πιάννει ο παλμός του σώματος μου τον παλμόν των κυμμάτων που σκάζαν πας τον άμμον. Ο σιειμώνας δακάτω δεν είναι ο σιειμώνας της Μεσογείου που διά ζωήν εις το χώμαν τζιαι χαράν εις τους αθρώπους που ξαναβρίσκουν το ζωοδόχον νερόν. Ο σιειμώνας δακάτω εν θανατερός τζιαι η ζωή κρύφκεται να μεν την κρούσει το σιόνιν.

Εν σύμβολον της εποχής του ξηκαλοτζιαιρκάσματος τα κοτσσινοκόλωκα. Φέτη έφκαλα πόλικα τζιαι ττορφαντά. Έφαα το περασμένον Σάββατον πριν να ππέσω τέζαν πας την καρέκλαν της ΙΚΕΑ να συνάξω τα φύλλα, να κόψω τα χόρτα, να καθαρίσω το χωράφιν. Έκοψα τζιαι τα κοτσσινοκόλοκα  πριν να νυχτώσει τζιαι έμπηκα έσσω σκεφτόμενος τον σιειμώναν. Εποτσιοιμήθηκα πας την καρέκλαν πριν να τελειώσω την ανάρτησην.



Τούτον τον σιειμώναν φοούμαι τον πολλά. Όι πους εν ναν πιο κρυάδα. Η κρυάδα εν δακάτω που εν το σώμαν μου, τζιαι ρούχα δόξα σοι ό θεός, έχω τα σωστά να την αντιμετωπίσω. Η καρκιά μου εμέναν εν εις την Κύπρον, τζιαι ο σιειμώνας που εσκούλλησεν την ψυσιήν των αθρώπων εις τον τόπον μου, εν της ιδίας ποιότητας με τζιείνον του 57, του 58, του 63, του 72, του 73, του 74. Νώθω τον ότι εν ναν μακρύς. Δεν θα τζιυλά όπως εν ετζιύλαν ο σιειμώνας της εποχής τζιείνης. Νώθω τον ίδιον βρώμον να φκαίννει που τα στόματα των αθρώπων τζιαι να κάμνει την ατμόσφαιραν αποπνιχτικήν, προδόννοντας τι κουβαλεί ο κάθε άθρωπος μέσα του.

Όι πους επί καλοτζιαιρίας ο ένας δεν επροσπάθαν να φάει τον άλλον τζιαι να του αρπάξει ότι έσιει. Επί καλοτζιαιρίας όμως, οι άρπαγες αντίς να του τα πιάννουν του άλλου με το ζόριν, τάσσουν του μερίδιον που την υπεραξίαν που θα φκάλουν τζιαι παραμυθκιάζουν τον να διά ότι έσιει οικειωθελώς. Η αρπαγή του κόπου του άλλου λέγεται παζάριν, μεροκάματον, αλίσιη-βερίσιη, χρηματιστήριον, κουμάριν, αγορά. Τζιαι τα πάντα γίνουνται σε έναν κλίμαν κοινωνικής ειρήνης, μέσα στο οποίον ο καθένας έχει κέρδος να δείξει τον καλλύττερον του εαυτόν τζιαι να γίνουνται οι συναλλαγές μέσα στα πλαίσια μιας τάξης που δεν προκαλεί απώλειες σε τζιείνον που κερτίζει.

Όταν έρτει όμως ο σιειμώνας τζιαι νήλλιον δεν έσιει να ελπίζει ο άλλος σε υπεραξίες να έσιει να τάσσει, ο άρπαγας μόνον με επιθετικότηταν ελπίζει να τα πάρει του άλλου, τζιαι ο αδύνατος φυλακίζεται μες τον θώρακαν του για να γλιτώσει ότι μπόρει. Δακκάννει τζιαι ο δυνάμενος, δακκάννει τζιαι ο αδύνατος, τζιαι οι αρχές τζιαι ο πολιτισμός γίνουνται δευτερεύοντα στες σχέσεις των αθρώπων. 

«Τωρά πόλεμος γείτο· σκοτώσεις με - σκοτώσω σε», είπεν ο Ττσιαμίλης του παππού μου του Αντρέα πριν να του αρπάξουν τα σπίθκια του οι Τούρτζιοι το 63, τζιαι ας επίνναν πίρες χρόνια κάθε δείλις. 

«Η κρίση εν πόλεμος, αδικείς τον κόσμον που γίνεται ρατσιστής;» είπεν μου μορφωμένος άθρωπος πριν λλίες μέρες που εμελαχονιούμουν για την βρώμαν τζιαι την δυσωδίαν που φκαίννει που το στόμαν του κάθε «αγαναχτισμένου», αριστερού ή δεξιού.

«Ναι αδικώ τον» είπα του χωρίς να συνεχίσω την συζήτησην. «Αν εν άθρωπος αδικώ τον. Ούτε ο δημόσιος υπάλληλος ηφταίει για την μεγάλην λεηλασίαν που λαμβάνει χώραν, ούτε ο Πακιστάνος εργάτης στο χοιροστάσιον, ούτε η Βουλγάρα καθαρίστρια στου Λόρτου, ούτε ο Ρουμάνος καλουψιής στους J&P, ούτε ο Χριστόφκιας.» Τζιαι κράτησα το κάγριν μέσα μου σε μορφήν φόου για τον σιειμώναν που επέρχεται.

Έν έφτασα να τα γράψω πριν να ποκαματίσω το περασμένον Σάββατον. Επήραν πουρλόττον οι σκέψεις πρωΐν ξημέρωμαν όταν εκοίταξα που το παράθυρον.



Φέτη εσιώνισεν πριν να φκει ο Οχτώβρης. Θέλει να σφίξουμεν πολλά τες καρκιές μας για να φκούμεν που την άλλην αλώβητοι τζιαι να μεν γινούμεν τζιαι μεις ποσκούπηα της αθρωπότητας όπως τα ποσκούπηα που εβρωμίσαν τον δημόσιον κοινωνικόν χώρον. 

Έκατσα τζιαι έγραψα τα σήμμερα να φύουν που πάνω μου, διότι αν τα αφήκω ως την άλλην εφτομάδαν, ποιος ηξέρει τι μπορεί να γινεί ακόμα.

Καλόν σιειμώναν.




4 σχόλια:

Δεσποσύνη είπε...

μάνα μου ασέρα, ώρες ώρες νομίζω ότι εν που κάπου μέσα μου που γράφεις. Τα ίδια νοιώθω τζιαι εγώ. τζιαι εγώ εν για σιειμώνα βόρειο που ετοιμάζουμαι.

Δαμέ ακόμα εν εσιόνισε, τζιαι η αφελής έχω ελπίδες. Ότι εν θαν βαρύς φέτι ο σιειμώνας.

Νίκος Λαζάρου είπε...

καταφέρνεις τα να μεταδίδεις την θλίψη σου.

stalamatia είπε...

Καλησπέρα Ασερα μου ,όπως παντα μιλας μες την ψυχή μου!Καλό χειμώνα!

Ανώνυμος είπε...

Καλό Χειμώνα να έχετε.
Με τες εποχές υπάρχεισιγουριά, το χειμώνα διαδέχεται η Ανοιξη, το Καλοκαίρι, το Φθινόπωρο και πάλι χειμώνας. Εστω και αλλαγμένες οι εποχές έχουν μια σειρά. Θα διαδεχθεί τον χειμώνα της ανθρωπότητας η ανοιξη ή θα παγώσει ο νούς, η καρδιά η ψυχή, το σώμα για να μην αντιδρούν οι άνθρωποι στα όσα ραγδαία συντελούνται;
ιων