Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Πελλός ετζιοιμήθην, πελλόν όρομαν είδεν.


Αυτή η ανάρτηση είναι μπρούτα τζιαι αδιόρθωτη όπως έφκηκεν που το κρεβάτιν. Συγνώμην για τα συνταχτικά τζιαι τα ορθογραφικά λάθη, έθελα να σας την μεταδώσω βραστήν.









Εξύπνησα παουρίζοντας. 
— Άκου ρε Χρυσανδρέα!!! (Χρυσανδρέας ήταν μες το όρομαν αυτός που υπογράφει Μπανανιστανός πας τα μπλόγκς). Ξέρεις πολλά καλά ότι ούλλα τούτα γίνουνται διότι αυτός ο κοπρίτης, αυτός ο άχρηστος, αυτός ο μαθησμένος αλουπός με τα ψεύτικα μαλλιά, ο ππίτσιος ο κακογάμης που τον έπιασεν η αγωνία πους εν να πεθάνει τζιαι εν να μεν χύσει όπως στην φαντασίωσην του, αυτός ο άξεστος, ανάγωγος τζιαι κακότροπος μεσανατολίτης που εβάλετε πρόεδρον σας, αποφάσισεν να γινεί πρόεδρος του κράτους τζιαι θέλει να το κάμει άρον-άρον τωρά, διότι ένωσεν ότι σε έναν χρόνον δεν θα τα καταφέρει.
Επήεν να πει κάτι λοούθκια πολιτικούρες.
— Ε φίλε!!! (πιο παουριστά). Τωρά μιλώ ΕΓΩ τζιαι να με ακούσεις διότι είμαστιν ο ένας καρτζίν του άλλου σαν αθρώποι, σαν άτομα τζιαι όι σαν μέλη αγέλης. Οικονομολόγος άθρωπος με τόσην παιδείαν στον τομέαν τζιαι δεν αντρέπεσαι να με περιπαίζεις για να μείνεις πιστός εις την αγέλην σου; Δεν καταλάβεις ότι είναι για να χαίρονται αυτοί οι αχρείοι με τους οποίους επέλεξες να ταυτιστείς που στήννουν τούτον ούλλον το ρεάλιτι σιόου όπου παίζει μέσα ο άρρωστος ναρκισσισμός να υποκαθιστά ανεκπλήρωτους πόθους; Δεν καταλάβεις ότι μεθυσμένοι που την πρέζαν της δημοσιότητας, δεν αντιλαμβάννουνται ότι καταστρέφουν μας ούλλους; Θέλεις με εμέναν τον μηχανικόν να σου πω ότι η οικονομία τους συστήματος που δοξάζεις τζιαι που νομίζεις πως εν να δώκει χαράν και εξουσίαν σε σέναν τζιαι στα παιθκιά σου δουλέφκει ΚΑΙ με την ψυχολογικήν διάθεσην της αγοράς; Ο κόσμος φέτη εζάωσεν που την δουλειάν μες τα ξενοδοχεία τζιαι αυτοί οι καραγκιόζιες της τηλεόρασης  μάχουνται να τον πείσουν ότι επάττησεν τζιαι πεινά. Εδώ η Ευρώπη όλη πάει να βαώσει το μαγαζάκιν, ακόμα τζιαι ο δράκος, το καλόν παιδίν του καπιταλισμού στην Ιρλανδίαν επάττησεν τζιαι δεν ηβρίσκουν λύσην να τον αναστήσουν, τζιαι λαλείς μου ότι επάττησεν μας ο Χριστόφκιας που παρόλον που δεν εδέχτην να εξαπολύσουν οι εργοδότες τζιαι το κράτος επίθεσην στους εργαζομένους, εκατάφερεν να κρατήσει τα πράματα μέσα σε ελεγχόμενα όρια; Εφάαμεν την που τους δολιευτές που εσυνάξαν τα ριάλια του κόσμου που το χρηματηστήριον τζιαι εγεμώσαν τα ταμεία τους κλέφτες τζιαι τους τοκογλύφους που τα επήραν εις την Ελλάδαν να τα τοκίζουν να φκάλουν παραπάνω παρά να τα επενδύσουν στην δικήν μας πραγματικήν οικονομίαν, τζιαι φταίν σου οι αριστεροί που έχουν ιδεολογικά αγκυλώματα; Ποιος έχει ιδεολογικά αγκυλώματα ρε, το φάντασμαν των αριστερών που σε κυβερνούν, οξά εσού, που ζιεις με μιαν γεναίκαν που δεν την αγαπάς τζιαι τυρανιείς την τζιαι τζιείνην τζιαι τα κοπελλούθκια σου γιατί τρέμεις να δεις τον κόσμον διαφορετικά που ότι σε έμαθεν να θωρείς ο εθνικόφρονας πατριάρχης τζιύρης τζιαι η ψευτοθεούσα ευνουχιστής μάνα σου;
Στο ευνουχιστής μάνα σου, εφώναξα τόσον παουριστά που εξύπνησα που τ΄αλήθκεια. Εν οχτώ τζιαι είκοσει.
Παρόλην την σικκίρτησην τζιαι την ανικανοποίησην να τελειώσω αυτά που έθελα να πω, ένοιωθα τόσον ξαλαφρωμένος που έζιουν στο έπακρον την ομορκιάν αλλά τζιαι την αηδίαν της φρίκης του μοναδικού φυσικού τοπίου μέσα στο οποίον εδιαδραματίζετουν η σκηνή. Ήταν έναν υπέροχον δόσος με αιονόβιους πεύκους τζιαι ράχους, λατζιές, αντρουκλιές πάνω σε Ελβετικά βουνά. Οι βάτοι μες τες ποταμωσιές ήταν Κυπριακοί, το νερόν όμως έτρεσιεν σιονοτόν όπως το άκοπον νερόν του αρκατζιού που ρέσσει ομπροστά που το σπίτιν μου.
Ενώ η ατμόσφαιρα εμουσκομύριζεν τον μέσον όρον της αγαλλίασης της ξερής ζέστης των μεσογειακών αιθερίων ελαίων τζιαι της τέρψης της υγρής δροσιάς των αλπικών βρύων, ο χώρος ήταν περικυκλωμένος με συρματομπλέγματα τρία μέτρα ύψους που εμποδίζαν τον άθρωπον να διαβεί τζιαι να χαρεί τα όμορφα Ελβετικά τζιαι καλοοργανωμένα μονοπάθκια που εδιασχίζαν το Κυπριακόν δάσος.
Μωρισμένος που την ψυχικήν έντασην, μισοτζιοιμησμένος τζιαι μισοόξυπνος επασπάτευκα μες τα ζεστά μου ρούχα να έβρω τζιαι να ντζίσω το απαλόν δέρμαν της γλυτζιάς μου αγαπημένης.
Εκουβάλησα την τζιαι τζιείνην στον τρελλόν εφιάλτην του μη χώρου μες τον οποίον εβρέθηκα. Την ώραν που την άφησα ήταν όμορφη όπως είναι άμαν ηζιεί μιαν απόλαυσην. Τα μακρυά ξαθθοκάστανα μαλακά της μαλλιά ήταν ευχαριστημένα μες την υγρασίαν του τοπίου τζιαι εππέφταν σαν χρυσές λεπτές μεταξωτές ίνες πας τους ώμους της καδράρωντας το ωραίον πρόσωπον με τα πράσινα μαγικά μμάθκια μέσα στα οποία εθώρουν την ανήσυχην έννοιαν της μελαμψής μου όψης. Έπιασα την που τα σιέρκα. Έθελα να ξάπολυσω τα σιέρκα της τζιαι να φέρω τα σιέρκα μου πας τα σφυχτά θυλικά της βυζιά. Να της αννοίξω τα κουμπιά της καλλιτεχνιμένης πρασινούδας μπλούζας που εφόρεν τζιαι να χαθώ μες την ηδονήν του Άγιου σώματος. Δεν εμαλάκωσα τα σιέρκα μου. Έσφυξα της τα δικά της.
— Λυπούμαι που σε έφερα δαπάνω. Ενόμισα ότι θα ερκούμαστιν για εθελοντικήν εργασίαν για την διάσωσην του δάσους τζιαι εππέσαμεν σε τόπον τύπου στρατόπεδον συγγεντρώσεως. Δεν θα περάσουμεν μιαν εφτομάδαν χαράς τζιαι ευχαρίστησης όπως επρογραμματίσαμεν. Τα πράματα είναι δύσκολα τζιαι πρέπει να σώσουμεν τους εαυτούς μας που το κακόν που μας ήβρεν. Εσύ είσαι ξένη τζιαι παρόλον που σε παρακολουθούν, δεν έχουν το ανθρώπινον δυναμικόν να ασχοληθούν τζιαι με σέναν. Υπάρχει τρόπος να πορεχτώ που τούτην την άβυσσον μες την οποίαν εππέσαμεν αν συνάξω ούλλες τες δυνάμεις που διαθέτω. Μπορούμεν να βρεθούμαστιν στο δωμάτιον του ξενοδοχείου κάθε μεσομέριν που μας αφήνουν για την μεσημβρινήν ανάπαυλαν τζιαι το βράδυν μετά τες δέκα που θα τελειώννουμεν τα καταναγκαστικά. Θα είναι μακρύς ο χρόνος για σέναν, αλλά εσέναν σε αφήνουν να φκαίνεις που τον περιφραγμένον χώρον τζιαι μπόρεις να πααίνεις περίπατον να εξερευνάς το δάσος που υποτίθεται ήρταμεν να σώσουμεν. Έχει απίθανην ζωήν μες τουν τον οικοσύστημαν. Όπως εγώ δεν θα μπορέσω ποττέ να την παρατηρήσω τζιαι να την ηζήσω, κάμε το εσύ τζιαι να μου διηγήσαι κάθε πον να βρεθούμαστιν. 
— Μα πως μπορώ να θκιανέφκουμαι ανέμελη την ώραν που εσέναν θα σε βασανίζουν;
— Να σκέφτεσαι ότι δεν είναι για το χάζιν που το κάμνεις. Για να μπορέσω να αντέξω αυτήν την εφτομάδαν χωρίς να καταρρεύσω τζιαι να μείνουμεν για πάντα τζιαι οι θκυό μέσα σε τούτην την φυλακήν, πρέπει να αναζωογονώ την δύναμην μου για να βαστάξω την επόμενην ημέραν. Θα μου φέρνεις τες εικόνες της ομορκιάς που εσύναξες ούλλην την ημέραν στες εξερευνήσεις σου. Θα μου διηγήσαι τι φυτά, τι έντομα, τι ζώα έτυχεν να συναντήσεις. Θα μου ζωγραφίζεις με τα λόγια σου τες αποχρώσεις των φύλλων, τον χαραχτήραν των χρωμάτων των φκιώρων, την χάρην της κίνησης των ζώων τζιαι την περιπλοκότηταν της μορφής των εντόμων που θα σε αφήκουν να τους κοντέψεις να τα παρατηρήσεις.
Όταν την είδα να χάνεται μες το μονοπάτιν πέρα που το συρματόμπλεγμαν εδάκρυσα. Ήταν η μόνη στιγμή που εκατάφερα να δακρύσω κατά την διάρκειαν ούλλου του εφιάλτη.
Αμέσως εσκλήρινα άμπα τζιαι δει με κανένας τζιαι εσύναξα την αδρεναλίνην  που χρειάζεται για να με σέβονται οι άλλοι άνδρες με τους οποίους επρόκειτουν να συναναστραφώ.
Πιάννω το κκομπιούτερ να καταγράψω το όνειρον, τι όνειρον, τον εφιάλτην πριν να τον ηξηχάσω.
Εκατέβηκα στο γήπεδον. Εκατοντάδες άνδρες ντυμένοι με στρατιωτικά ήταν παρατεταγμένοι ο καθένας την θέσην που του όριζεν αυτή η μικρή κοινωνία που έπρεπεν να σώσει το δάσος.
Εκατέβηκα στο γήπεδον που τες σκάλες του ορεινού ξενοδοχείου τζιαι έπρεπεν να θκιαλέξω παράταξην. Η επιλογή ήταν ελεύθερη. Άπαξ όμως τζιαι επέλεγες, δεν εμπορούσες να αλλάξεις. Εμπορούσες δηλαδή σύμφωνα με τον κανονισμόν της κατασκήνωσης εθελοντικής οικολογικής εργασίας, αλλά σαν πρόστιμον έπρεπεν να επιλέξεις έναν μέλος του σώματος σου τζιαι να το κόψεις για να το αφήσεις τίμημαν στην ομάδαν που θα αποδυνάμωννεν η φυγή σου.
Επήα αριστερά. Τζιειαμέ που ξέρω να παίζω καλλύττερα. Τι γυρεύκω εγώ μες τους αθρώπους των οποίων η ύπαρξη κυβερνάται που το χρήμαν, την χριστιανοσύνην τζιαι την εθνικήν μυθολογίαν. Τουλάχιστον τούτους η μυθολογία τους για τον ανθρωπισμόν τερκάζει με την δικήν μου, τζιαι αντίς για το χρήμαν, αφούς δεν έχουν, αξίαν διούν εις τον πολιτισμόν του ατόμου.
Επροηπαντήσαν με μετά βαΐων και κλάδων. Είχεν που τον τζιαιρόν του λυκείου να βρεθώ με πολλούς, με άλλους που τον τζιαιρόν του ΑΤΙ, άλλοι ήταν χωρκανοί, Σύντροφε πάνω, σύντροφε κάτω, καλοσώρισες. Που να εξέραν ότι δεν είμαι δικός κανενού. Εστάθηκα παράταξην να παρελάσουμεν μπροστά που την ηγεσίαν που θα εδίαν το γεννικόν πρόσταγμαν για την δουλειάν. Η εντολή της κλειστής κοινωνίας μέσα στην οποίαν εβρέθηκα χωρίς να το καταλάβω ήταν καθαρή. Αν δεν εξολοθρέψουμεν με τα νύσια μας που τους κορμούς των δεντρών τα σκουλούτζια της εχθρικής προς το δάσος αρρώσκιας που έπιασεν, τα δεντρά ήταν να ξεράνουν τζιαι μαζίν το οικοσύστημαν ούλλον ήταν να καταστραφεί. Αν δεν το εκαταφέρναμεν, το δάσον ήταν να πάει του κώλου. Οι κανονισμοί της επιχείρησης δεν εμπορούσαν να αλλάξουν. Ήταν η μεγάλη κλάππα που έφαα, διότι έπρεπεν να τους θκιαβάσεις πριν να γραφείς που το ίντερνετ τζιαι εβαρέθηκα να θκιαβάσω 167 σελίδες όρους συμμετοχής. Έκαμα κλικ αποδεχόμενος, ππέφτοντας στην ίδιαν κλάππαν που έππεσεν ο κόσμος ούλλος που εβρέθηκεν τζιειαμαί. «Αφού ούλλοι υπογράψαν, τι θα πάθω εγώ;»
Η ομάδα που εκέρδαν εδικαιούτουν να ορίσει το αρχηγείον που ορίζει. Ούλλα τα χτυπήματα επιτρέπουνταν. Έπρεπεν σύμφωνα με τον τρόπον λειτουργείας του προσκοπείου, με πρόσκοπείον έμοιαζεν τζιείνη η κοινωνίαν, όποιος έππεφτεν να τον θάφκουν τζιαι να τον τζιαι ανακηρύσσουν ήρωαν του δάσους. Τον εδοξάζαν εις την πρωϊνήν ανάρτησην της σημαίας πριν να παν οι άλλοι δουλειάν. Ο στόχος της δράσης ούλλης της ημέρας ήταν διπλός. Να καθαρίσεις όσον το δυνατόν παραπάνω σκουλούτζια που τα δεντρά, κερδίζοντας όμως ταυτόχρονα τζιαι την ανταγωνιστικήν ομάδαν. Για να κερδίσεις την απέναντι ομάδαν έπρεπεν να φκάλεις παραπάνω δουλειάν. Αυτόν όμως που με έκαμνεν να επαναστατώ τζιαι να αρρωστώ, ήταν ότι εδικαιούσουν να χρησιμοποιήσεις όποιον τρόπον έθελες για να δείξεις παραπάνω δουλειάν. Εμπόρηες να καταστρέψεις την δουλειάν του άλλου, ή ακόμα τζιαι να του κλέψεις τα σκλουλούτζια που εμάζεψεν ούλλη μέρα τζιαι να τα παρουσιάσεις σαν δουλειάν δικήν σου τζιαι ταυτόχρονα της δικής σου ομάδας. Εμπόρηες να κατηγορήσεις τον άλλον, να τον σηκωφαντήσεις, να του κάμεις ψυχολογικόν πόλεμον για να νοιώθει άσσιημα τζιαι να φκάλει κακήν δουλειάν για να δείξει η ομάδα σου παραπάνω. Όποιος έκλεφτεν ή εκτατάστρεφεν παραπάνω που τους άλλους έπιαννεν μονάδες που την ομάδαν του. Όσοι είχαν αρκετές μονάδες εμπορούσαν να φύουν που τζιείνην την κόλασην της οικολογίας σαν ήρωες. Οι άλλοι έπρεπεν να συνεχίσουν άλλην μιαν εφτομάδαν, τζιαι άλλην, τζιαι άλλην, ως που να πιάσουν τες μονάδες που απαιτούνταν. Είχεν αθρώπους που εμάχουνταν τζιείμέσα χρόνια τζιαι δεν εκαταφέραν να διαφύγουν. 
Ήταν σιειρόττερα που τον στρατόν, διότι ο στρατός εκράταν στον τζιαιρόν μου 791 ημέρες, άτε 792 άμαν έππεφτεν μέσα δίσεχτος φεβράρης, αλλά έκαμνες τον τζιαι τέλειωννεν. Σε τούτον το σύστημαν κοινωνικής υπηρεσίας εμπόρηεν να μείνεις μιαν ζωήν. Όσοι εμπαίνναν ενομίζαν πους είτε θα εσώζαν το δάσος μιαν τζιαι καλήν τζιαι θα εφκαίνναν ούλλοι που τζιειμέσα, είτε θα εκάμναν την δουλειάν τους όπως έπρεπεν μιαν εφτομάδαν τζιαι θα εδικαιούνταν να φκούν που το σύστημαν. Ήταν αυτός ο όρος διαφυγής που το σύστημαν που ήταν γραμμένος μόλις στην εκατοστήν εξηκοστήν έχτην σελίδαν που έπρεπεν να θκιαβάσεις πριν να κάμεις κλικ αποδοχής. Έκαμες κλικ είσαι τελειωμένος.
Οι ήχοι των ανδρικών φωνών που ουρλιάζαν εναντίον των σκουλουτζιών εσούζαν το δάσος. Αν ήταν πουλιά που έπρεπεν να πολεμίσουμεν ήταν να τα φοητζιάσουμεν τζιαι να φύουν. Οι συχνότητα των ρυθμικών συνθημάτων ανδρικών μπάσων φωνών έσουζεν μου το στέρνο τζιαι ετάρασσεν μου τα στομάσια. Έφτανναν οι επίσημοι αρχηγοί για να δώσουν το γεννικόν πρόσταγμαν της δουλειάς. Οι μισοί των κάτω που με περιβάλλαν εφωνάζαν υπέρ της ηγεσίας, τζιαι οι άλλοι μισοί εναντίον. Έπαθα την πλάκαν της ζωής μου όταν είδα πως συνταγματάρχης ήταν ο Στέφανος Στεφάνου, παλιός φίλος που τα φοιτητικά χρόνια. 
— Ρε Στέφο, εφώναξα του, μα που εκατάντησες τζιειπάνω; Δεν γίνουνται τούτα τα πράματα. Πρέπει να αλλάξουμεν τους κανόνες. Με έτσι όρους δεν γίνεται δουλειά.
Πού να ακούσει. Ο όχλος εκάλυφκεν 120 ντεσιμπέλ. Έπιασα άλλην στρατηγηκήν. Λαλώ, αφούς δεν μπορώ πλέον να του μιλήσω να δούμεν πως θα αλλάξουμεν τους κανονισμούς τούτου του εφιαλτικού ονείρου, θα του στείλω σήμαν με τα μμάθκια. Ξέρω τον τζιαι είναι πανέξυπνος άθρωπος, ευαίσθητος τζιαι παίρνει που την πρώτην. Δεν γίνεται ένας τέθκοιος άθρωπος τον τζιαιρόν που ήταν νέος να αποχτηνωθεί έστω τζιαι αν του έτυχεν η εξουσία να ορίζει. Την ώραν που επέρναν ο ουλαμός μου μπροστά που τους επισήμους, εκόλλισα το βλέμμαν μου μες τα μεγάλα του καλοσυνάτα του αμμάθκια. Είδεν με τζιαι εκατάλαβεν τι του είπα. Εκατάλαβα το που την ομιλίαν που εκστόμησεν μέσα στες ζητωκραυγές τζιαι τα γιουχαίσματα. Την ώραν που την ελάλεν δεν την άκουσα διότι επαουρίζαν τζιείνοι ούλλοι οι  μαλάκες οπαδοί τζιαι αντιοπαδοί, αλλά το δάσος ήταν γεμάτον οθονούες που εδείχναν σε απευθείας μετάδωσην την ζωήν του στρατοπέδου οικολογικής συγκέντρωσης τζιαι μεγάφωνα που εμεταδίδαν τες συζητήσεις τζιαι ομιλίες των επισήμων που εμψυχώνναν τζιείνους που δουλεύκαν.
— Παρόλον που δεν δουλεύκουμεν μες τα νερά μας, είπεν ο Στέφανος στην πρωϊνήν του ομιλίαν, κάμνουμεν ότι μπορούμεν. Οι κανονισμοί αυτού του στρατοπέδου οικολογίας είναι το μόνον εργαλείον που έχουμεν για να πορεύτουμεν. Τι θα κάμουμεν; Θα αφήκουμεν το σκουλούτζιν να δρατζιάσει τζιαι να φάει το δάσος; Τούτον το δάσος είναι δικόν τους τζιαι δικόν μας. Δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει. Άμαν φύει ο κίνδυνος θα αλλάξουμεν τζιαι τους κανόνες.
 Μετά επαίζαν τραούθκια του Μικρούτσικου.
Εκατάλαβα ότι άκουσεν το βλέμμαν μου τζιαι επροσπάθαν να τα σάσει διότι ήταν η πρώτη φορά που εμίλησεν Κυπραίικα σε επίσημην ομιλίαν.
Μετά που την πρωϊνήν αναφοράν, επήαμεν για πρόγευμαν. Είσιεν κάτι μαείρισσες αλουμινέτινες γεμάτες με διαλυμένον ζαχαρούχον γάλαν. Οι δεξιοί εδικαιούνταν να πάρουν γάλαν Βλάχας όπως ήταν μαθημένοι που ήταν μωρά, οι αριστεροί εμπορούσαν να πάρουν ρωσσικόν γάλαν Μάνα. Εδικαιούσουν να πάρεις τζιαι που το γάλαν της άλλης ομάδας, αλλά εφτύνναν σε οι δικοί σου. Εγώ παρά να πιώ ποτζιείνον το απαίσιον γάλαν με τα κοττάτζια το ζάχαριν το αδιάλητον, έπιασα γάλαν Βλάχας, που παρόλην την αηδίαν, επίννετουν καλλύττερα που το Μάνα, τζιαι ανάθθεμαν για το φτύσιμον που τους δικούς μου. 
Είχεν τζιαι έναν άλλον πλεονέχτημαν το να πίννεις γάλαν Βλάχας έχοντας επιλέξει να παίξεις με την αριστερήν ομάδαν. Παρόλον που σε εμισούσαν οι άλλοι, εκουβεγκιάζαν σου. Η μόνη όμως στιγμή που εμπορούσες να κουβεγκιάσεις μαζίν τους ήταν εις το πρωϊνόν, διότι έπρεπεν να πάεις εις το τραπέζιν τους για να πιεις το ούτσιαλιν σου να ξεκινήσεις την ημέραν σου. Ήταν τζιαμαί που είδα τον Χρυσανδρέαν τζιαι είπα του τα χύμαν τζιαι εφκιόρωσεν (σχεδόν) η ψυσιή μου.
Όπως σε ούλλους τους εφιάλτες, έμεινεν μου η απογοήτευσή του αισθήματος του να μεν τελειώννεις, όπως που γαμείς σάββατον πρωίν τζιαι πριν να χύσεις έρκεται η μάνα σου τζιαι χτυπά σου την πόρταν να σου φέρει φασολάκιν φρέσκον που εμαείρεψεν.
Έθελα να του πω του Χρυσανδρέα μόλις ετέλειωννα το λογύδριον μου για τους αρχηγούς που επαούρισα για να εκτονωθώ ότι έπρεπεν να συναχτούμεν ούλλοι μας τζιαι να αλλάξουμεν τους κανονισμούς τούτου του σκατοστρατοπέδου συγκέντρωσης. Να φύουμεν πρώτα πρώτα τα συρματομπλέγματα τζιαι να μπορεί να μπαίνει τζιαι να φκαίννει όποιος θέλει. Να βάλουμεν κανονισμούς να μεν μπορεί να φάει ο ένας τον κόπον του άλλου με τέθκοιον βίαιον τρόπον. Αν θέλει ο άλλος να σου δώκει τα σκουλούτζια του για μιαν υπηρεσίαν που θα του προσφέρεις, ας του τα δώκει, αλλά όι να σου τα παίρνεις με την δύναμην  που σου διούν οι κανονισμοί. Να μεν επιτρέπεται να πεθάνει πλάσμαν για τον κοινόν ιμισς σκοπόν. Να μπουν όρια στην βίαν, ότι μορφήν τζιαι να έσιει. Οι ομάδες να είναι για το χάζιν τζιαι όχι για την δουλειάν.
Τέλος πάντων, πολλά έθελα να πω του Χρυσανδρέα αλλά εξύπνησα τζιαι εγλύτωσα που την αγωνίαν της φυλακής του στρατοπέδου τζιαι που την έννοιαν του τι θα έκαμνεν η γλυτζιά μου αγαπημένη μες το δάσος μόνη της ούλλη μέρα.
Ούφφ. 
Εξύπνησα η ώρα οχτώμισι τζιαι ήβραμεν τες δώδεκα. Πρώτην φοράν έφερα κκομπιούτερ μες το υπνοδωμάτιον. Τωρά που εκατάγραψα τούτον το τρελλόν όρομαν, να φύω γλήορα τα ηλεκτρομαγνητικά κύμματα που το κρεβάτιν μου τζιαι να πάω να φάω κανέναν ανθρώπινον πρόγεύμαν. Εψές έφκαλα φρέσκον χυμόν μήλου που τα φρούτα των δεντρών μου τζιαι θα είναι υπέροχος. Τζιαι παίρνω όρκον ότι ήταν η πρώτη τζιαι τελευταία φορά που φέρνω λάπτο στο κρεβάτιν. Τα ηλεκτρομαγνητικά από το υπνοδωμάτιον έξω. Το μάξιμουμ μια λάμπα για θκιάβασμαν. 
Άτε, καλόν Σάββατον τζιαι σε σας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: