Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Χωρισμός

Το μπλογκ έχει διαφήμηση σήμερα. Επειδή ο διάφοροι διαφημίζουν το μπλόγκ δημοσιεύκοντας κείμενα μου, είπα να τους το ανταποδώσω. Ελπίζω να αυξηθεί η κυκλοφορία τους.

Η πρώτη είναι για τον Πολίτη που έχει μου δημοσιεύκει κατα καιρούς ιστορίες. Η τελευταία εν εις την έκδοση της 20 του Δεκέβρη 2009. Θκιαβάστε την τζιειαμαί διότι δεν θα την άναρτήσω. Έχει θέμα την σχέσην μιας μάνας με το ανάπηρο μωρό της.

Η δεύτερη εδημοσιεύτηκεν στο τεύχος 5 του περιοδικού Ρεύμα τζιαι πάλι δεν θα την αναρτήσω. Εν η ιστορία ενός Μπαγκλαντέζου μετανάστη που εγνώρισα στην οδό Αδριανού κάτω που την Ακρόπολη.

Όσοι δεν έχετε την δυνατότητα να βρείτε τζιειμέσα τες τελευταίες ιστορίες μου, βάλλω σας μια που θα δημοσιεύσω μόνο δαμαί. Τες καλές αφήννω τες για δαμαί.

Χωρισμός


Τρέχω συφτασμένος να προλάβω να πάω στο αποχωρητήριο του αεροδρομίου. Έκαμα τσεκ ιν αργοπορημένος αλλά αν δεν πάρω το ρίσκο να κάμω στάση στες τουαλέτες πριν να προχωρήσω στες εξόδους αναχώρησης εν να σπάσει η κατουρίστρα μου. Κουντώ κόσμο, πογυρίζω καρροτσούθκια, θκιαολίζω αργόσχολους που χάσκουν αχάπαροι τζιαι κόφκουν τους διαδρόμους. Προς τα αποχωρητήρια ο κόσμος αραιώνει τζιαι τέλλια κοντά στην είσοδο έχει πεζεμένην μιαν μόνο οικογένεια.

«Γέρημοι τζιαι τούτοι, τόσον τόπο τζιαι ομπρός της πόρτας του αποπάτου ήρταν να αποσιαιρετιστούν;»

Ένας σγουρός καστανόξαθθος τριανταπεντάρης μέσου αναστήματος, απλά ντυμένος, να τον κρατεί η γεναίκα του, ιδίου σχεδόν αναστήματος, μες τ΄αγκάλια της. Τα σταχτοπράσινα μμάθκια του βουρκωμένα. Κάτι θέλουν να πουν της γεναίκας που κρατεί το κορμίν της ίσια σαν να τζιαι εν ο στύλλος του μαραμμένου κυρίου Το κορμίν της εν κορμίν μάμμας. Τα όμορφα της βυζιά εν πολούσια, αλλά εχάσαν το στήμαν των βυζιών της κορασιάς. Πάχος πολλήν εν έπιαεν, αλλά η μέση της δεν είναι πλέον δαχτυλίδι. Οι δύο όμορφες κοράτσες που στέκουν μαζίν με το ζεφκάριν αφήκαν τα ίχνη τους όταν επεράσαν εννιά μήνες η καθεμιά που την τζοιλιάν της κοπέλλας.

Η μια κορούα εν δώδεκα. Έχει τα ίδια καστανόμαυρα μαλιά με την μάναν της κομμένα μοδάτα μύττες μέχρι τους ώμους, με μιαν ανταύγιαν φούξια να της ππέφτει στο πρόσωπο το καλυμμένον κατά τρία τέταρτα που τα μαλλιά. Στέκει ένα μέτρο μακρυά που τους γονιούς της τζιαι βλέπει στο πουθενά το πλήθος λες τζιαι είναι απούσα.

Η μιτσιά, γύρω στα έξι, εν κολλημένη πας την ζάμπα του παπά της τζιαι κρατεί το έναν του σιέριν, τζιείνον που δεν κρατεί την μάναν που την μέση. Τα καστανόξανθα μαλλιά της κάμνουν αγγλικές μπούκλες, τζιαι το αγγελικόν της πρόσωπο αντιγράφει την θλίψην του πατέρα.

Πογυρίζω τους τζιαι σπρόχνω τρεχάτος την πόρταν του αποχωρητηρίου. Μια κυρία που πλυννίσκει τα σιέρκα της ρίχνει μου έναν βλέμμα κεραυνό που μου δείχνει την ταπελλούαν Ladies. Στρέφουμαι πίσω συγχυσμένος μη ξέροντας που να χώσω την ατζιαμοσύνη μου. Η μεγάλη κορούδα, παρόλην την θλίψη μέσα στην οποίαν φαίνεται να βουλιάζουν οι γύρω της, προσέχει την αδεξιότητα μου τζιαι σκάει ένα χαμόγελο. Μπαίννω στην διπλανή πόρτα, τζιαι πάω κατ΄ευθύαν να κόψω χαρτίν. Που την ημέραν που άκουσα τον Χάρρυ Κλίν να περιπαίζει τον κύριον που επιστρέφει στην αίθουσαν ότι όσον τζιαι να την τίναξε, η τελευταία σταγόνα στο σόβρακο θα πέσει, εγώ την τελευταία σταγόνα σφοντζίζω την πάνω σε έναν κομμάτι χαρτί.

Φκαίννω ξαλαφρωμένος τρέχοντας να προλάβω την πτήση μου. Σε λλίον εν να φωνάξουν το όνομαν μου τζιαι που τα μεγάφωνα του αεροδρομίου να με καλέσουν να πάω στην έξοδο. Η ιδέα ότι θα με συγχύσουν οι επιβάτες με τζιείνους τους αππωμένους, που χάννουνται στο shoping των αφορολόγητων τζιαι καθυστερούν έναν ολόκληρον αεροπλάνον, αγχώνει με ιδιαίτερα.

Φκαίννοντας έξω, εσυνειδητοποίησα ότι σε χρόνο ενός κατουρήματος, το ναυάγιον επήρεν δραματικές διαστάσεις. Ο κύριος εγίνην μωρόν να κλάιει στην αγγαλία της μάνας του. Αυτής που ένα κατούρημα πριν ήταν υποτίθεται η γεναίκα του. Αυτή από σκληρή εξουσία επήρεν τον ρόλον της μάμμας τζιαι εχάδευκεν τα μαλλιά, όχι του μωρού που εκρατούσεν ακόμα τον παπάν του που την ζάμπα τζιαι έκλεεν μες την απόγνωση γυρεύκοντας να τον σώσει που να ναυάγιο, αλλά του ππούφφουρου που έσπειρεν τες θκυο κόρες. Μέχρι να περπατήσω 5 μέτρα, ο ππούφφουρος ενεκαλιέτουν με μεγαλλύττερην απόγνωσην που το μωρό ποη ήτανκρεμμασμένον πας τη ζάμπαν του φωνάζοντας με «ύπάρχω τζιαι γω».

Η μεγάλη κόρη, στην ίδιαν απόστασην με εκοίταζεν με απάθειαν που έτρεχα σαν τον πελλό να προλάβω. Όταν εφάτσσισα από ατζιαμοσύνην πάλε πάνω σε κάλαθον των αχρήστων, δεν εχαμογέλασεν αυτήν τη φορά. Εδίκλισεν που την άλλην να σφοντζίσει ένα δάκρυ που έτρεξεν πάνω στην βούκκαν της. Άραγες σου εν ο τζιύρης της που έφεφκεν, οξά εν η μάνα της;

7 σχόλια:

Kai Na Katharisoume Tous Kakomoutsounous είπε...

Εξαιρετικό το σημερινό σου διήγημα στον Πολίτη.

stalamatia είπε...

Εν ο τζιύρης που έφευκε επήαινε να δει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του ,γιάυτό έκλαιε όπως το μωρούι.
Πάλε καλά που ένε κατούρησες πάνω σου.Καλές γιορτές.

Κκουλλάς είπε...

People are strange when you are a stranger...

Κκουλλάς είπε...

Ήταν καλή ιστορία, έκαμε με να σκεφτώ

Aceras Anthropophorum είπε...

Σταλαματιά σώπασε. Απο σεβασμό στην κορούδαν την μεγάλη δηλαδή.

Aceras Anthropophorum είπε...

Κκουλά αισθάνθου. Μη σκέφτεσαι. Δε χρειάζεται.

ιων είπε...

Καλά Χριστούγεννα και Χρόνια Πολλά.
Μα εν εσιόνισεν τζιαι δεν μας έβαλες καμιάν φωτογραφίαν που την Ελβετίαν;