Κυριακή, 19 Απριλίου 2009

Φωτογράφηση με δίχα κκάμερα

* σε όσες λέξεις είναι γραμμένες με γυρτά γράμματα μπορείται να δείται επεξήγηση αν αφήσετε το cusror πουπάνω για μερικά δευτερόλεπτα.

Φέτη ήρτα Κύπρον Απρίλλην να φκάλω καμπόσες φωτογραφίες της ανοιξιάτικης φύσης. Εκανονίσαμεν τα τζιαι με έναν ψηφιακό φίλο που γνώρισα που το μπλόγκ να βρεθούμεν να πάμεν να παρπατήσουμεν. Εκανόνισα φωτογραφικές, άρβυλα, ρούχα που δεν φοούνται τους. ασπάλαθους .
«Να βρεθούμεν η ώρα 7 στον τάδε τόπον.»
«Να βρεθούμεν»
«Να φέρω τζιαι ένα φίλον που οπωσδήποτε πρέπει να γνωρίσεις»
«Φέρτον να πολλύνουμεν»

Εσηκώστηκα η ώρα πεντέμιση να σαστώ. Βάλλω τες παταρίες μες την φωτογραφικήν… τίποτε. Εν δουλέυκει. Ρε ταράσσω τα κουμπιά, ρε αλλάσσω παταρίες. Τίποτε. Υπολογίζω ότι η Ακερούα η Πονηροφέρουσα έπιασεν την να πάει να φωτογραφίσει την χλωρίδαν των Άλπεων τζι έριξεν την τζι ετσάκκισεν την. Ήβρα κάτι ύποπτα σημάθκια που μάλλον είναι από ττοππουζιά . Τζι εγώ δεν αθθυμούμαι να μου ππέσει η φωτογραφική χαμαί.

Εμαράζωσα πολλά. Έπαθα σαν τον τζιυνηόν που σηκώννεται να πάει στα περτίτζια τζιαι ανακαλύπτει πρωίν - πρωίν ότι εζάωσεν η κάννη του όπλου του. Ευτυχώς που τα μαράζια τρία λεπτά κρατούν πας τον Aceras Antrhropophorum. Σικκιμέ . Εν να σπάσω. Έσπασεν; ΄Εσπασεν. Φωτογραφίζω τζιαι με τα μμάθκια μου. Αν θέλετε αγαπητοί αναγνώστες να δείτε φωτογραφίες της μακαρίτισσας της φωτογραφικής μου, έσιει φυτά των ελβετικών Άλπεων δαμαί, τζιαι φυτά της κυπριακής φύσης δαμαί. Σε αυτήν την ανάρτησην θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω μερικές εικόνες που εφωτογραφίσαν τα μμάθκια τζιαι ο νους.

Φτάννουμε στο ραντεβού, ο ψηφιακός φίλος ήρτεν με ακρίβεια στην ώραν του. Ούτε Ελβετός να ήταν. Εγώ συνήθως είμαι αργοπορημένος, αλλά πρώτη φοράν που θωρώ τα πλάσματα, εφόρησα τα ψευτοελβετικά μου να με φανούμεν τέλλια κοτσινοχωρκάτες. Έφτασα ακριβώς στην ώραν.

«Χαίρω πολύ»
«Χαίρω πολύ»
«Χαίρω πολύ»

Ο ψηφιακός φίλος εγίνην άθρωπος με φάτσαν, με γυαλιά, με φωνήν. Η ψηφιακή συμπάθεια επιβεβαιώνεται τζιαι η επιμονή του να με γνωρίσει με έναν φίλον του Πάφιον εφάνην ότι είχεν βάσην.

«Θα σας πάρω πρώτα στην παραλίαν να δούμεν κανέναν Στρουθίον Μπαγκάλλοουμ . Έχει που το πεηνταέξη να έχουμεν αναφορά στην Κύπρον τζιαι εφωτογράφησα το φέτη για πρώτη φορά στον τόπο μας.» Είπεν ο Πάφιος.
«Ά φωτογραφίζεις τζιαι πουλιά»
« Ποούλλα φωτογραφίζω»
«Εγώ μόνον φκιορούθκια φωτογραφίζω. Τα πουλιά τζιαι οι πεταλλούδες εν ηστέκουν να σε καρτερούν»

Πηαίννοντας προς την παραλίαν με το τζιπ εκάμναμεν όπως τους σσιύλλους που μυρίζουνται ο ένας τον άλλον πριν να πλησιαστούν με εμπιστοσύνην. Ο φίλος του ψηφιακού φίλου δεν είναι πολλόλοος . Θα καταλάβετε ύστερα γιατί. Ευτυχώς που ο ως προ ολίγου ψηφιακός φίλος εν κοινωνικός τζιαι στον χαραχτήρα τζιαι στο επάγγελμα τζιαι τσακ - τσακ είπεν μου καμπόσα για τον καρδιακόν του φίλο.
Φτάννουμε στην παραλία. Το μεγαλείον της Μεσογείου σκάει πας το τσιακκίλιν της παραλίας τζιαι φκάλλει τζιείνον τον ήχον που κάμνει τους αθρώπους να γίνουνται άλλα πλάσματα. «Άμαν είμαι στη θάλασσα σιαίρουμαι τη ζωή μου» έγραφεν πας τον πίνακα νου φίλου μου ζωγράφου. Όταν τον αρώτησα ποιος ποιητής το έγραψεν, είπεν μου ότι εν αθθύμιο που τα λόγια της κόρης του όταν ήταν μωρό.

Πριν να πα να δούμεν το Στρουθίον Μπαγκάλλοουμ, εσταματήσαμεν πας σε κάτι βράχους να δούμεν έναν Αειζώον, του οποίου εξήχασα το δεύτερον όνομαν. Κανονικά έπρεπεν να είσιεν αθθίσει αυτές τες μέρες. Εν σπάνιο φυτό. Τελικά ο φίλος ο Πάφιος απογοητεύτην που δεν μας επρόσφερεν την απόλαυσην να δούμεν κάτι που ίσως δεν θα ξαναδώ αθθισμένον. Προχωρούμεν προς τες λιμνούες να δούμεν για το Στρουθίον. Οι λιμνούες ήταν κάτι λάντες δίπλα που νεόκτιστα μπάγκαλλοους. Ευτυχώς που εν όφκαιρα διότι οι εγγλέζοι που τα εγοράσαν μόνον καλοκαίριν έρκουνται. Έτσι δεν φοητσιάζουν τα πουλιά.

«Τους μαυρογέρημους ρε. Ήρταν τέλια πας την θάλασσαν να κτίσουν; Αλλό πόσα χρόνια εν να υπάρχουν τούτες οι λιμνούες να έρκουνται τα Στρουθία σου; Είντα ξέρω, του χρόνου εν να έχεις μόνο μπάγκαλοου να φωτογραφίσεις χωρίς τα Στρουθία»

Δεν απάντησεν τίποτε ο Πάφιος. Είπαμεν, είναι λλιομίλητος.

Συνεχίζουμεν τη διαδρομή μας. Κάθε λλίον σταματούμεν να δούμεν έναν Πουπούξιον , μιαν Μαλαθούραν, έναν Ζευκαλάτην . Ο Πάφιος άμαν μιλά, μιλά με ακρίβειαν τζιαι σαφήνεια. Η έως προ ολίγου ψηφιακή γνωριμία μιλά με ενθουσιασμό τζιαι καλοσύνη. Τζιαι η ακρίβεια όμως πάθος είναι, η δε σαφήνεια, είναι αρετή που πολλοί ερωτεύτηκαν αλλά ολίγοι κατέκτησαν. Εγώ άμαν την κατακτήσω για μερικά δευτερόλεπτα σιαίρουμαι σαν το μωρόν. Φαντάσου τον Πάφιον που συζεί μαζίν της. Μόνον τζιαι μόνον για τούτον, ο έως προ ολίγου ψηφιακός φίλος είσιεν δίκαιον να θέλει πέι χαλί να με γνωρίσει με έτσι άθρωπον.

«Θα σας πάρω να δείτε έναν σπάνιον Έχιουμ .» Είπεν ο Παφίτης. Εβρεθήκαν τρακόσιες ρίζες στην Κύπρον τζιαι βλαστά σε θκυό τόπους μόνον.

Όχι πους ενθουσιάζουμαι να δω το συγκεκριμένον Έχιουμ. Μόνον ένας φυσιοδίφης με πολλή γνώση μπορεί να το ξεχωρίσει από το κοινόν που βλαστά παντού μέσα στα παγκέττα τζιαι τα εγκαταλελειμένα οικόπεδα. Επειδή ακριβώς είμαι βοτανικά σχεδόν αδαής, εχάρηκα να δω Έχιουμ. Το ότι είναι σπάνιο, λόγος παραπάνω. Ο πραγματικός λόγος που έθελα να το δω είναι ότι αθθυμίζει μου την χωράφαν δίπλα που το φτωσικό μας σπίτι στο Βαρώσι. Επήαιννα με τους φίλους μου τζιαι τ΄αδέρκια μου τζι επαίζαμεν με τες μέλισσες που εσυνάαν πας τους αθθούς τους ροζ τζιαι βιολεττίν που μοιάζουν με την το στόμαν της κουφής όταν φκάλλει την γλώσσαν της έξω (εξ ου τζιαι έχιουμ).

«Προσέχετε που τους κούφους .» επροειδοποίησεν ο Πάφιος.
«Α μάνα μου, τζιαι αν έσιει πάλε σαν την άλλην φοράν που εμάχουμουν να φωτογραφίσω τζιαι ήταν μιαν ασσιελιάν μάκρος που μέναν…» επρόσθεσεν ο έως προ ολίγου ψηφιακός φίλος.

Ο Πάφιος επροχώραν ομπρός φακκόντας χαμαί με μιαν βέρκαν που αναθροίκαν . Σαν έμπειρος φυσιοδίφης ξέρει πολλά καλά πως να προστετευτεί. Στην Κύπρον μόνον η κουφή η φίνα δακκάννει με δηλητήριο. Των άλλων φιθκιών το δηλητήριον τους εν κουφόν . Αλλά άμαν σε δακκάσει η κουφή η φίνα όμως έχεις πρόβλημαν. Μπορεί τζι α πεθάνεις τζιόλας . Επειδή εν φοητσιάρικον χτηνόν όμως, τζιαι επειδή εν κουφή μόνον που τον αέραν, ακούει πολλά καλλύττερα τα δονήματα της γης. Άμαν φακκάς χαμαί, θεωρητικά ακούει σε τζιαι φεύκει.

Οι τοίσιοι του αρκατζιού μέσα στο οποίον θκιανεφκούμαστιν εν φαημένοι που τον αέραν τζιαι τα χρόνια. Τα σκαλίσματα εν πανέμορφα. Πρέπει ναν αμμώδη πετρόματα τζαι τρώνται εύκολα. Τζιειμέσα φουλιάζουν αρκοπέζουνα . Δυστυχώς όμως εδιασταυρωθήκαν με τα σπιθκιάσιμα τζιαι εγινήκαν πολύχρωμα.

«Άτε να μεν πολλοκαθυστερούμεν», είπεν ο Πάφιος. «Να παμεν στο πάνω χωρκούιν να δούμεν τον Φασίολους Αρνακένσις. Ο Φασίολους τούτος βλαστά θκυο τρις τόπους, είναι ενδημικόν τζιαι εν δημοσιευμένον μέσα στο κόκκινον βιβλίον των απειλούμενων φυτών της Κύπρου.»

Έκαμνα πους έξερα τον φασίολον τούτον. Εσσύχχιζα τον με τον ονόβρυχην του οποίου βλαστουν ακόμα τρις ρίζες πας σε έναν φτέρος στο χωρκόν μου. Δεν πρόκειται βέβαια για φασίολον. Απλά λαλώ σας έναν παραπλήσιον είδος. Φοούμαι άμπα τζιαι ο ιδιοκτήτης του φτέρους πάνω στο οποίον βλάστά, μάθει ότι βλαστά φυτόν προστατευμένον τζιαι πάει με τον κκάρτερπιλλαρ τζιαι να ισιώσει το χωράφιν του. Το διπλανόν χωραφούιν ήδη εγίνην οικόπεδον τζιαι στο πλευρινόν εκτίστην εξωχική ωκέλλα με πισίνα. Εφυτέψαν τζιαι τζιυπαρισσούθκια αμερικάνικα. Έβαλα δε Αρνακένσις, για να παραλλάξω τζιαι το χωρκόν αφού το πραγματικόν φυτόν έχει το όνομαν του χωρκού όπου πραγματικά βλαστά. Επειδή το χωρκόν τούτον έχει πολλήν ομοιότηταν με την Αρνάκαν της οποίας το καβενούιν εγίνην σουβενίρ σιοπ, εδανίστηκα το όνομαν της.

Φτάννουμεν στην Αρνάκαν, έμπα του χωρκού θωρούμεν τες χαρακτηριστικές στέγες τζιαι την χαρακτηριστικήν αρχιτεχτονικήν. Όι δηλαδή πους τα εξωχικά που κτίζουν εν τζιαι πολλά διαφορετικά που τζιείνα που χτίζουν στην Αγιάνναπαν, απλά εδώ αντίς να εισάγουν πέτραν που την Ινδίαν να επικαλύπτουν τα τσιμέττα, κόφκουν που τα γύρω λατόμια. Έμπα του χωρκού τζιαι το πετρόχτιστον περίπτερον. Για να το χτίσουν εκόψαν ολόκληρον βουνον τζιαι κάμαν 6 μέτρα τοίχον αντιστήριξης με μπετόν.

«Θώρε δουλειές.» Λαλεί μου ο Πάφιος. «Αυτόν τον τόπον εκατάστρεψεν τον η πολεοδομία τζιαι το τμήμαν δασών που υποτίθεται θα έπρεπεν να τον προστατέψουν. Άλλους παιδεύκουν τους τρία χρόνια για να τους ευθυγραμμίσουν τα παράθυρα με του γειτόνου, τζιαι εδώ εκαταστρέψαν την είσοδον ιστορικού χωρκού τζιαι κανένας τίποτε εν είδεν. Θωρείς ούλλους τζείνους τους δρόμους που αννοίξαν πας τες κορυφογραμμές των βουνών. Υποτίθεται εν αντιπυρικές ζώνες. Για να προστατέψουν μερικά κάτσαρα , εκαταστρέψαν τα μισά που τζιείνα που μείναν τζιαι το τοπίον μαζί. Άσε που όπου τον τζιυνηόν τζιαι τον ραλλίσταν εν τζιειπάνω τζιαι τραβούν ανθρωπογενής δραστηριότητες με αυξημένους κινδύνους πυρκαγιάς τζιειαμαί που μόνον περτίτζια είσιεν.»

Ο Πάφιος δεν εξανάνοιξεν το στόμαν του να παραπονηθεί. Ούτε τζιαι όση ώραν εμίλησεν έφκην ξητιμασιά που το στόμαν του. Εμέναν τζιαι του έως προ ολίγου ψηφιακού μου φίλου το κάγριν μας να θωρούμεν την φύση τζιαι το τοπίο να καταστρέφεται φκαίνει με φορέαν τες λέξεις μαλάκες, μαλακίες, μαλακισμένοι, κοπρίτες, βλάκες τζιαι όλον το συναφές λεξιλόγιον που χαρακτηρίζει την ανθρώπινην αναισθησίαν όταν καθοδηγείται που το ατομικόν συφφέρον τζιαι μόνον.

Εφτάσαμεν πας το φτέρος. Επαρπατήσαμεν 5 μέτρα που έναν λαξευμένον οικόπεδο τζιαι βλέπουμεν το πρόσωπον του Παφίου να γλυκανίσκει σαν το μωρόν που παίζει μόνον του μες τα πηλά . "Φασίολους Αρνακένσις", είπεν, σαν να είδεν θεόν. Έφκαλεν την φωτογραφικήν. Ενώ ετράβαν φωτογραφίες τζιαι εσκόπαν για φωτογενή φυτά, είπεν μας τα πάντα για το φυτόν. Πόσες ρίζες βλαστούν τζιαι πού. Σε ποιες γειτονικές χώρες βλαστούν παραπλήσια είδη.

Ενώ ο Πάφιος ασχολείται με το fabaceae του, ο έως προ ολίγου ψηφιακός φίλος έδωκεν πας τον Όφρυν Μαμόσα. Φωτογραφίζουν τζιαι οι θκυό αβέρτα ενώ εγώ φωτογραφίζω με τα μμάθκια. Θωρώ το νερόν που συνάει το ενδημικόν φασολοειδές πας τα φύλλα του που την νοθκιάν . Τούτος ο μηχανισμός συλλογής νερού, διά τζιαι στο φυτόν δροσιάν σε περίπτωσην ανομβρίας, διά τζιαι στα έντομα νερόν να ξηδιψάσουν. Μετά εδώκαμεν πάνω σε έναν Ophrys Kotschyi. Αρκέψαμεν να μετρούμεν. Έναν, δύο, τρις, εφτάσαμεν σε καμιάν τριανταρκάν. Προχωρόντας πας το φτέρος εδώκαμεν τζιαι σε άλλην ματσούν τζιαι κάμαμεν τους καμιάν εκατοστήν. Έφκαλεν το GPS o Πάφιος τζιαι έπιασεν τες συντεταγμένες. Μετά ετηλεφώνησεν τζιει που έπρεπεν τζιαι έδωκεν αναφορά. Γίνεται μία τιτάνια προσπάθεια να καταγραφούν τα ενδημικά φυτά τζιαι να χαρτογραφηθεί ο πλυθισμός του κάθε είδους. Θέλει την συμβολή πολλών αθρώπων για να ολοκληρωθεί έτσι δουλειά.

Τελικά ο φίλος ο Πάφιος δεν ασχολείται μόνον με τα φυτά τζιαι τα πουλιά. Εκτός του ότι εφωτογράφησεν σχεδόν όλα τα φυτά της Κύπρου, εφωτογράφησεν τζιαι τζιαι πάρα πολλά πουλιά τζιαι σχεδόν όλες τες πεταλλούδες. Καταβαίνοντας που το αυτοκίνητον έδειξεν μου την δουλειάν του. Έμεινα με το στόμαν αννοιχτόν. Τι αισθητική, τί χρώματα, τί ευαισθησία στο αντικείμενο της φωτογράφισης του.

Ήταν σαν να είχα έναν γίγαντα μπροστά μου. Να ξέρεις όλα τα φυτά της Κύπρου είναι σαν να γνωρίζεις μια γλώσσαν 6000 λέξεων (3000 για τα ονόματα τζιαι τρις για τα επίθετα) συν τα ονόματα των οικογενειών, σύν τα ονόματα των οργάνων για να τα περιγράφεις… κάμνει μας μιαν ξένη γλώσσα. Τζιαι μια ξένη γλώσσαν για τες πεταλλούδες, τζιαι μιαν για τα αμφίβια τα θυλαστικα τζιαι τα ερπετά…
«Έν τζι εν που σνομποσμόν που τα μαθαίνεις. Άτε τωρά να τηλεφωνήσω του φίλου μου του Χ.Ψ. που κάμνει δοχτοράτον τζιαι καταμετρά τους φασίολους. Τι να του πω; Τζιείνον το φκιορούιν με τα τζίτρινα φκιορούθκια που βλαστά στον τάδε τόπον; Ώστι να συνεννοηθούμεν εν να περάσει η μέρα. Τζιαι αν έβρω πέντε;»

Τζιειαμαί που επαλάβωσα ήταν όταν έφκαλεν τα κολεόπτερα. Όχι γιατί φκάλλει αλλο μια ξένη γλώσσα στο ενεργητικό, αλλά γιατί το αποτέλεσμαν της δουλειάς του, η μεθοδικότητα, το μεράκι του με κατέπληξαν. Έρκετουν στο νού μου το τραγούδι η δουλειά κάνει του άντρες . Κάθε κολεόπτερο ήταν σαν ένα κόσμημα. Οι χρυσοπράσινες, χρυσογάλαζες, ασημοβυσσινιές ανταύγιες εμπαίνναν σε αντίθεσην με το μαύρο των τεράτων των οποίων οι μεγενθυμένες που τη φωτογραφία δαγκάνες, οι αντένες, τα αγκαθθωτά άκρα, τα φτερά θα εκάμναν μιαν κορούα (ή ένα γιό) της πολυκατοικίας να τσιριλλίσει από αηδίαν. Το αποτέλεσμαν της τεχνικής αποτύπωσης της φωτογραφίας που χρησιμοποιά είναι αριστούργημα.

«Δεν μου αρέσκουν τα έντομα που φωτογραφίζουν τζιαι βλέπεις τα σκοτωμένα, βασανισμένα, πετσοκομμένα. Θέλω να το θωρεί ο άλλος τζιαι να το σιαίρεται. Βρίσκω τα πάνω στα φυτά, στις αυλές, μέσα στου κάμπους. Έχει είδη που πρέπει να πάεις να σκαλίσεις μέσα σε κοπριάν του γαδάρου για να τα βρεις. Είμαι πεήντα χρονών, αν μαζεύκω έναν την ημέρα, μέχρι να γεράσω πρέπει να κάμω όλην την συλλογήν των κολεοπτέρων της Κύπρου. Είναι έργον ζωής. Ήδη ήβρα 5 στον τόπον μας που είναι νέα για την επιστήμη.»

Δεν είπα τίποτε. Μέσα μου όμως ένοιωσα έναν ρίγος συγκίνησης. Άμαν έρκουμαι Κύπρο τζιαι θωρώ τες κακοτεχνίες των αχαμάκκηδων μαστόρων, την μετριότηταν της δημοσιογραφίας, την ματαιοδοξία του πολιτικού τζιαι του οικονομικού κόσμου, την ανευθυνότηταν ιθυνόντων και υπ΄ αλλήλων, την ακαλλαισθησίαν αυτών που σχεδιάζουν, την ξημαρισιάν αυτών που καταναλώννουν, την προκλητικότηταν όσων κατέχουν την παραμικρήν εξουσίαν, την ποθκιαντραπιάν αυτών που διασπαθίζουν τον δημόσιον πλούτον, την κακογουστιάν αυτών που κάμνουν τηλεόραση, φεύκω άρρωστος τζιαι πολλές φορές λαλώ δεν θα ξαναπατήσω. Άμαν θωρείς όμως έστω τζιαι έναν τέθκοιον άθρωπον μέσα - μέσα, σιαίρεσαι τον τόπον που σε γέννησεν. Αθθημάσαι ούλλους τους δουλευταράδες, τους μερακλήδες, τους ονειροπόλους, τους ευαίσθητους αθρώπους που βαρούν που την άλλην πάνταν της πιλάντζας τζιαι κουντούν τον τόπον τζιαι πάει μπροστά.

Ήβρα 5 νέα κολεόπτερα για την επιστήμην είπεν. Λες τζιαι έλεεν το πιό ασήμαντο πράμαν του κόσμου.

Ο μέχρι προ ολίγο ψηφιακός φίλος εγίνην φίλος. Ο φίλος του εγίνην φίλος μου. Κοινές αξίες η αγάπη για την φύση, η αγάπη για την δουλειά, το πάθος για αυτόν που αγαπούμεν.

Ανάθεμα την φωτογραφική που κόρτωσεν νούρον . Εφωτογραφίσαν τόσα πολλά τα μμάθκια μου που δεν πειράζει. Άλλωστε, εικόνες που γράφονται πάνω σε ανθρώπινες σχέσεις δεν σβήννονται όπως τες ψηφιακές φωτογραφίες.

Σε όσους επεριμέναν έστω τζιαι μια φωτογραφία της φύσης προτείνω να γοράσουν το κόκκινον βιβλίο της χλωρίδας της Κύπρου που έκδοσεν ο φιλοδασικός σύνδεσμος Κύπρου όπως τζιαι το βιβλίον με τες πεταλλούδες της Κύπρου που έκδοσεν η Τράπεζα Κύπρου. Να τα ανοίξουν τζιαι να δουν πως δουλεύκει ο Κυπραίος ο μερακλής. Ο κυπραίος που από την Αφροδίτην δεν έπιασεν μόνον το τιτσιρκόν αλλά προπαντός τον Ερωτα.

10 σχόλια:

MARINOS είπε...

Πολλά ωραία η ιστορία σου Aceras!
Και άρεσε μου πολλά και το τέλος με τον επίλογό σου: "ο κυπραίος που την Αφροδίτη δεν έπιασε μονον το τιτσιρκόν αλλά προπάντως τον έρωτα!"

Ανώνυμος είπε...

Άνοιξα το βιβλίο "Αγριολούλουδα και άλλα φυτά της Κυπριακής γης" του Τμήματος Δασών, τζε όπως εδκιέβαζα το κομμάτι σου, έβρησκα τις φωτογραφίες τους που ενέφκαλες.

Ματίλτα

Ανώνυμος είπε...

Με ταξίδεψες!

Μπορεί να μην "είδα" αυτά που θα φωτογράφιζες.... να μην έχω την εικόνα τους.... αλλά "είδα" το συναίσθημα, την αντανάκλαση που δημιουργούν στις ψυχές.

Κρατάω μια λέξη. Μεράκκι.

Καλημέρα.


Νεράιδα.

kkai-Lee είπε...

Ρε Aceras,

Επήρες μας περίπατο πάλε

Kai Na Katharisoume Tous Kakomoutsounous είπε...

Αγαπητέ Ασέρα, αν δεν διάβαζα τον πρόλογο σου δεν θα μου περνούσε από το μυαλό πως δεν είχες φωτογραφική μαζί σου!

Πολύτιμοι οι φίλοι σου.

Λεμέσια είπε...

Χρόνια σου πολλά, Ακέρα...

Υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι (χαμηλών τόνων...) στην Κύπρο που δεν είναι "δήθεν" και πραγματικά ασχολούνται με σεβασμό και αγάπη με όσα τους ενδιαφέρουν...

Να 'σαι καλά για τη νοερή ξενάγηση στην κυπριακή φύση...

(Χαιρετισμούς στην Ακερούα που σου αλλάζει τα προγράμματα...)

Sike είπε...

πολλά ωραίο...

|ρίτσα| είπε...

ωραίο ωραίο

αλλά εγώ θέλω φωτογραφίες :)

Aceras Anthropophorum είπε...

Ρίτσι πραγματικά έμεινα από φωτογραφική. Άλλωστε στο βουνό μου η άννοιξη οργιάζει αλλά την φωτογραφίζω μόνο με τα μμάθκια μου τζιαι δακάτω

μπλιμ~μπλομ είπε...

Όμορφο ποστ. Καλή σκέψη τούτο με την επεξήγηση των λέξεων! :D