
Ο τίτλος του άρθρου θα μπορούσεν να ήταν "ανάγκη για ανακαίνισην της κυπριακής γλώσσας". Λέω γλώσσας διότι η κυπριακή διάλεκτος έσιει ΚΑΙ στρατό, ΚΑΙ ναυτικό τζιαι σύφφωνα με τον ορισμό του γλωσσολόγου Μαξ Βάινραιχ μπορεί κάποιος να την αποκαλέσει τζιαι γλώσσα όπως όλες τες διαλέκτους του κόσμου που επήραν το στάτους της γλώσσας. Το άρθρον είναι ακατάλληλον για ανήληκους κάτω των 18, για σεμνότυφους ορθόδοξους χριστιανούς, ή για αρθρογράφους τζιαι φανατικούς αναγνώστες του Χριστόφκιας Γουότς. Αφιερώνω την ανάρτηση στον Φοίβον Παναγιωτίδην που μου έμαθεν με τα γραφτά του πολλά πράματα για την γλώσσα.
Το τζυπόιν, η βουκάνη, τα ρέτινα, ο σφόντζιος, το πρόσιασμαν, είναι πράματα ή πράξεις που δεν είναι πλέον χρήσιμα στην καθημερινότηταν των Κυπραίων. Οι λέξεις που τα σημαίνουν εξηχαστήκαν πιλέ. Αν δεν εμείναν πούποτε γραμμένες, επεθάναν, ή εν να πεθάνουν μαζίν με τους τελευταίους χρήστες τους.
Ας παν εις το καλόν. Ήρταν άλλες. Έχουμεν τωρά ποντίκιν, έχουμεν λάπτο, χάμπουρκε, αυτοκινητόδρομον. Η γλώσσα ανακαινίζεται. Είναι πράμαν ζωντανόν. Λαλεί το τζιαι ο Φοίβος Παναγιωτίδης που εν τζιαι καθηγητής στο πανεπιστήμιον.
Σε ούλλες τες γλώσσες, άμαν οι αθρώποι θέλουν να πουν κάτι τζιαι λείφκουνται τες λέξεις για να το εκφράσουν, δανείζουνται ήχους που άλλην λέξην της καθημερινότητας, χρησιμοποιώντας την εικόναν που παριστάνει παραβολικά. Όταν κάποιος έθελεν να χαραχτηρίσει έναν πόσικον άθρωπον, ασυνεπήν, σσυφφεροντολόγον, που δεν μπορ΄α βασιστείς πάνω του, που μπορεί να σε προδώσει για την παραμικρήν ιδιοτέλειαν, που δεν σέβεται με αθρώπους με ιερά, που στη σκέψην του τζιαι μόνον έρκεται σου ζόλος μες τα ρουθούνια τζιαι ανακάτσιασμαν εις το στομάσιν, αντί να κάτσει να τα πει τούτα ούλλα, είπεν εν κοτσιρόσιυλλος.
Έσιει έτσι λέξεις που εκαταντήσαν προβληματικές διότι η δανική εικόνα εγίνην παρωχημένη με τον χρόνον. Όταν ελάλεν ο παππούς μου της χαρτωμένης του «πουρέκκα μου», τα πουρέκκια, το ζάχαρις, γεννικά, ήταν μια γλύκα σπάνια. Η αναρή η ξασπραρέτιτζιη ήταν προϊόν που έφκαιννεν λλίους μήνες του χρόνου ως που είχαν γάλαν οι τσούρες που τον Μάην ως τον Σεττέβρην. Σήμμερα γάλαν οι φάρμες φκάλλουν γύρου - γύρου του χρόνου, το ζάχαρις καταναλώννεται με τους τόνους, τζιαι τα πουρέκκια δεν είναι έναν δυσεύρετον σπάνιον γλυτζιστικόν. Γλυκά έχει σσίλια να θκιαλέξεις.
Αν πεις της αγάπης σου πουρέκκα μου, εν να σε φκάλει τζιαι κούλλουφον. Τι θα της πεις όμως της ωραίας που κρατείς μες τ΄αγκάλλια σου; Τζιαι κούκλα μου να της πεις, οι κούκλες δεν έχουν την μοναδικότηταν τζιαι την ακρίβειαν που είχαν πριν. Δκυο ευρώ τζιαι γοράζεις Κινεζούν.
Θέλουμεν άλλες λέξεις να εκφράσουμεν την έκστασην μας μπροστά στην ομορκιάν, μπροστά στην μοναδικότηταν. Πέρτικα μου, πεζούνα μου, πουρέκκα μου, κουκλάρα μου, είναι λέξεις παρωχημένες. Η εικόνα της λέξης της δανεικής άλλαξεν μες την φαντασίαν του κόσμου τζιαι δεν εκφράζει το περιεχόμενον που μένει το ίδιον.
… Πολύ πάκτιδος αδυμελεστέρα, γάλακτος λευκοτέρα, ύδατος απαλωτέρα, πήκτιδων εμμελεστέρα, ίππου γαυροτέρα, ρόδων αβροτέρα, ιματίου εανού μαλακωτέρα, χρυσού τιμιοτέρα έλεεν η Σαπφώ στην πουρέκκαν π΄αγάπαν.
Πως θα πούμεν σήμερα «υματίου εανού μαλακωτέρα»; Άτε για τούτα να πούμεν μικροφιμπρομαλούσα μου με μαλλιά μαλακόττερα που το μετάξιν, Άτε να πούμεν πιο ακριβή τζιαι που το πλουζάκιν το Coucci. Με τι θα αντικαταστήσουμεν όμως ούλλες τζιείνες τες βρισιές που βασίζουνται πάνω σε μιαν καθολικήν υποτίμησην σε εποχές του παρελθόντος; Πως θα πεις "πούττε"; Πως θα πεις πουττέματα, πουττέφκεις, πουττίν κλαμένον…; Πως θα χαραχτηρίσεις όλα αυτά τα αππωμένα βουτυρόπαιδα που δεν αντέχουν το παραμικρόν ζόρι στον στρατό ή στην φοιτητικήν εστίαν, που δεν εμάθαν να χειρίζονται τη ζωή άμα τους λαλεί κάποιος "όχι", που τους έμαθαν οι μικροαστoί πρωτευουσιάνοι γονείς τους να τα θέλουν όλα τζιαι να μην δίνουν τίποτα, που δεν τολμούν να φκουν νύχταν έξω διότι φοούνται την νοσσιάν τους, που απεχθάνουνται να παρπατήσουν μες την φύσην διότι θα τους κατασσίσουν οι ασπάλαθοι το τζιουνούρκον τζιν D&G; Παλιά που ούλλος ο κόσμος υποτίμαν τες γεναίτζιες, ακόμα τζιαι οι ίδιες, ελαλούσαμεν εις τον στρατόν «εν πουττολευκωσιάτης».
Παλιά, που οι γεναίτζιες επιστεύκαν των παπάων, εθεωρούσαν την περίοδον ξημαρισιάν τζιαι κατώτερην βιολογικήν λειτουργείαν. Υποτιμούσαν αφάνταστα τον εαυτόν τους που το σώμαν τους εκουβάλαν τούτην την κατάραν. Σε σημείον που να φανταστείτε στο χωρκόν μου, άμαν επήαιννες νεκκλησιάν, εμέτρας έξω που την πόρταν πόσες χωρκανές ήταν με περίοδον. Εμεινίσκαν πόξω να μεν ηξημαρίσουν τον οίκον του θεού! Σε έτσι κοινωνικές συνθήκες, το να αποκαλέσει κάποιος τον νέον που επεριγράψαμεν πιο πάνω «μόταν», εχτύπαν κέντρον χωρίς να κάτσει να διηγείται λεπτομέρειες. Μια μότα εν κατώτερη ακόμα τζιαι που τον πούττον.
Σήμμερα τον πούττον εμάθαμεν τζιαι αγαπούμεν τον, ιδίως λουμένον. Η γλύκα του δεν έρκεται που την υποτίμησην, ή που την ασφαλήν του χρήσην σαν πεδίον εκσπερμάτωσης, ή που την επίδειξην δυνάμεως πάνω του. Απόχτησεν χαραχτήραν, σχήμαν, σημείον G, μυρωθκιάν άλλην που τα βακτηρίδια τα παγιάτικα, κούρεμαν αισθητικόν με αισθησιακές προεκτάσεις. Δεν είναι μόνον παθητικός να υπόκειται τζιαι να υπομένει. Πιάννει πρωτοβουλίες χωρίς να αντρέπεται τζιαι από πίστα όπου εμπόρηεν να πάει να χορέψει πάνω μανιχός του ο βίλλος τ΄αδρώπου, εγίνην πίστα απογείωσης που εκτοξεύκει το ζευκάριν σε παραδείσους που ήταν άπιαστοι για την παλιάν εποχήν (έξω που τα μπουρδέλλα).
Να πεις του αριστερού ιντελλέξιουαλ μπλόγκερ σήμμερα πους εν "το πουττίν το κλαμένον", προσβάλλεις το πουττίν που εν ο καλλύττερος σύντροφος εις τα ηδονικά σου ταξίθκια για τον παράδεισον. Τζιαι άμαν προσβάλεις τον άλλον, ισότητα δεν υπάρχει, τζιαι η ηδονή μέσα στην εξουσίαν τζιαι τους ταξικούς αγώνες πεθαίνει για να γινεί ήρωας (ή κρίνον). Έβρετε μου μιαν λέξην που να λαλεί αυτόν που ελάλεν στην εποχήν της υποταγής της γεναίκας η φράση «το πουττίν το κλαμένον»!
Πως θα πεις του άλλου σήμερα "βρωμόππουστε", σταμάτα τα ππουστέματα, εππούστεψες, ππούστη τζι άνοστε, που την στιγμήν που σήμερα άδρωπος που ερωτεύκεται άδρωπον είναι πρώτα απ΄όλα άδρωπος. Διαφορετικός μεν, άδρωπος δε. Η αντροπή της ορθόδοξης ακολασίας πιάννει μόνον τους ορθόδοξους, τζιαι ακόμα τζιαι που τους ορθόδοξους πιάννει μόνον τους πιο μουλλάες. Άμαν θέλεις να πεις ότι ένας πολιτικός έκλωσεν, ότι πάει σαν την αουρίαν όπου φυσήσει ο αέρας, ότι εν παλιάθρωπος να υποκρίνεται μπροστάρης σε πατριωτικούς αγώνες ενώ στην ουσίαν χρησιμοποιά τους αγώνες τζιαι τα κόμματα σαν ασσανσέρ για να πιάσει τζιείνον που δεν μπορεί να γοράσει με λεφτά, αν δεν είσαι ρατσιστής προς τους ομοφυλόφιλους, λείφκουνται λέξεις για να έβρεις μιαν που να τα λαλεί ούλλα. «Βρε ππούστη με το δίπλωμαν, κάμνεις ρητοριλλίκκιν;» είπεν κάποτε ο Άζινος του λεμεσιανού πολιτικάντη...
Το να χρησιμοποιήσει μια γλώσσα λέξεις παραβολικά δημιουργεί πρόβλημαν τζιαι στην βασικήν λέξην άμαν αλλάσσουν οι κοινωνίες. Τον ομοφυλόφιλον πως θα τον αποκαλέσεις για να με προσβάλεις την αθρωπκιάν του που την στιγμήν που ππούστης σημαίνει επίσης απατεώνας, ψεύτης, ανήθικος, παλιάθρωπος;
Τον πολιτικόν που υπογράφει την ανέγερσην ογκώδους ναού ουρανοξύστη μες την παλιάν την πόλην, εν έτι 2010 σε πρωτεύουσαν ευρωπαϊκού κράτους, για να έσιει απλά το κόμμαν του την εύνοιαν του αρχιεπισκόπου τζιαι τζιείνος τους σταυρούς προτίμησης των θεούσων τζιαι των θεοφοβουμένων τι θα τον πεις; Πως θα χαραχτηρίσεις τόσην έλλειψην ευαισθησίας για την πολιτιστικήν κληρονομιάν μιας ιστορικής πόλης που έναν δημοτικόν άρχονταν; Να τον πεις «γάρον»; Τι φταίσιν οι γάροι οι οποίοι καμίαν ευθύνην δεν φέρουν για την πολιτιστικήν μιζέριαν των ανατολίτικων αθρώπινων κοινωνιών; Να τον πεις χτηνόν; Τι φταίσιν τα ζώα για την αθλιότηταν μιας παιδείας που δημιουργεί αθρώπους έτοιμους να κάμουν πόλεμον για την ιστορικήν τους κληρονομιάν την ίδιαν στιγμήν που οι ίδιοι ασελγούν πάνω της για να κάμουν τα δικά τους βίτσια;
Χρειαζούμαστιν επειγόντως νέες λέξεις, νέες εκφράσεις στην κυπριακήν διάλεχτον. Επειδή δεν είμαι της στείρας κριτικής, βάλλω τζιαι γω έναν μικρόν λιθαράκιν. Βάλλω μιαν λίσταν ποτζιείνες τες φράσεις που χρησιμοποιώ άμαν λείψουν οι υπάρχουσες. Σε σας να φανταστείτε το νόημαν.
— Παλιόλαον του μαχτόνας (αντί βρωμισμένε, βρωμόππουστε ή πούττε άλουτε)
— Αλέρτα του Γουίντοους (αντί πρίχτη που μας τα κάμνεις παττιχούες)
— Πεζοδρόμιον της Μακαρίου (αντί σαράβαλλον, ππουστόπραμαν)
— Δεντρόν της Διαγόρου (πλέον ανύπαρκτε φοίκε)
— Χαρτζιν αγάνωτον (άξεστε, χτηνόν, γάρε)
— Βολίτζιην στρεβλόν (άχρηστε, ππούστη)
— Ρότσος ακατέργαστος (αντί χτηνόν)
— Δημοσιογράφε (αντί ψευτόππουστε, απατεώνα)
— Ποσκατίδην του αποπάτου του άπλυτου (αυτόν δεν είναι δικόν μου, το ήβρα σε μπλόγκ μιας κορούς, αλλά δεν αθθυμούμε το ρέφερενς παρόλον που το υιοθέτησα)
— Αποτυχημένη τηλεοπτική παρουσιάστρια
— Ποσκούπηδον του δερματολόγου (αντί γερόππουστε ή γερόπουττε, ππούστη τζι άνοστε)
— Ελιά του Τταλάτ τζιαι του Χριστόφκια (αυτόν είναι άσχετον αλλά το βάλλω για μπόνους).