Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

Άλλος ένα γύρος συνομιλιών

 


Αν εβρέθετουν η Καλλιόπη μες στο αεροπλάνον που εστρέφετουν που την Γενεύην, είτε το Ελληνικόν, είτε το Τούρτζ̆ικον, είσ̆αν να τους πει τα ίδια που την άκουσεν ο Ησίοδος να λαλεί τους ματσουκάρηες που αντιπάθαν:

 

« ποιμένες γραυλοικάκ λέγχεα, γαστέρες οον» 

 

Μπορεί να παραξενεύκεστε που βάλλω αρχαία μες το κείμενον μου αφού πάντα γράφω διάλεκτον. Είναι που θαρκέστε πους δεν ιξέρετε αρχαία. Μητρική σας γλώσσα όμως εν η Κυπριακή Ελληνική! Άρα ξέρετε χωρίς να το ξέρετε! Κυπριακά τζ̆αι αρχαία ελληνικά το  ίδιον είναι, τζ̆αι θα σας το αποδείξω. Είναι δηλωμένον τζ̆αι που υπουργόν. Όπως εδήλωσεν επισήμως η υπουργάρα της παιδείας, η γλώσσα που μιλούν οι Κυπραίοι έρκεται κατ΄ εύθείας που την αρχαίαν. Τζ̆αι τα ρητοριλλίκκια έχουν βάσην! Οι  άλουτοι τζ̆αι οι αχτένιστοι που διαδηλώννουν «ως δαμέ διχοτόμησην» θα έπρεπεν να γνωρίζουν κατά τον υπουργον ότι έστω τζ̆αι ανορθόγραφα, διαλαλούν στους δρόμους όπως το κόμμαν του: «η Κύπρος είναι Ελληνική». «Ώς δαμέ» τζ̆αι που μόνον του φωνάζει «η Κύπρος είναι Ελληνική». Από την στιγμήν που τζ̆αι το «ως» τζ̆αι το «δαμαί», με άλφα γιώτα βέβαια όπως εν το σωστόν, έρκουνται κατ΄ευθείας που τα αρχαία, επιβεβαιώννει το πολιτικόν φαντασιακόν του υπουργού περί γλώσσης. 

 

Πάμεν λοιπόν.

 

Ποιμένες. Ως δαμέ καταλάβετε: Ματσουκάρηες, βοσ̆σ̆οί, αιγοπροβατοτρόφοι. Ο ποιμήν του ποιμένος. Ο που πάει ομπρός τζ̆αι ακολουθούν κουέλλες τζ̆αι αίγες.

 

Τζ̆αι οι αίγες, όσοι από εσάς ακολουθείτε ποιμένας, από την Θεογονίαν του Ησιόδου φκαίννετε. Η αιξ της αιγός. Τζ̆αι λαλούμεν «υπό την αιγίδαν». Αν μεν ήταν η αιξ η Αμάλθεια, ούτε ποιμένας ήσ̆αν να ’σ̆εί, ούτε ποίμνια να ακολουθούν. Ούτε καν Γριστούς ήταν να ’σ̆ει ούτε Παναΐες, διότι τζ̆αι τζ̆είνοι υστεροφανούσιμοι του Δία είναι. Όσοι αμαθείς δεν το ξέρουν, εν η Αμάλθεια που ήταν η τροφός του Διός. Που το τζ̆έρρατον της έφκαλλεν τζ̆είνον που ετράβαν η ψυσ̆ή του θεουθκιού να τρώει να ως που να γινεί θεός να πα να καθαρίσει τον τζ̆ύρην του τον Κρόνον που έτρωεν τα παιδκιά του τζ̆αι να ποσπάζεται τζ̆αι τζ̆είνος τζ̆αι η Γαία η μάνα του που την πατριαρχίαν. 

 

Η αιξ εν περίτου που το προλεταριάτον. Ότι χρήσιμον έσ̆ει πάνω της, θα του κάμουν χρήσην τζ̆αι οι θεοί τζ̆αι οι αθρώποι. Ακόμα τζ̆αι που ήρτεν η ώρα της Αμάλθειας τζ̆αι εψόφησεν, πριν να την κάμουν τσαμαρέλλαν, εν που την πετσ̆ιάν της που έκαμεν ασπίδαν ο Ζευς, για να λαλούν οι θνητοί μέχρι σήμμερα «υπό την αιγίδαν». Που μιάν αίγαν εκρέμμετουν η τύχη όσων ακολουθήσαμεν, τζ̆αι θεοί τζ̆αι αθρώποι. Αν μεν εβρέθετουν η Αμάλθεια, ο Κρόνος ήσ̆αν να τρώει κόμα τα παιδκιά του πριν να φτάσουν να ζήσουν. Πιλέ μου τωρά, χάρη στην Αμάλθειαν τζ̆αι τον Δίαν, τζ̆αι θνητούς τζ̆αι θεούς, αντίς να μας φάει ο Κρόνος, ο χρόνος που μας τρώει αφήννει μας να ζήσουμεν τζ̆αι μιαν ζωήν να γευτούμεν τες χαρές της.

 

«Ποιμένες άγραυλοι», είπεν η Μούσα που τους επροσφώνησεν. Τζ̆αι αγρός ιξέρετε ίνταν πο νι. Αφούς εν είδος αρχαίων ελληνικών που μιλά η Κύπρος. Ξέρετε τζ̆αι την λέξην αυλή. Άγραυλοι φαίνεται σας παράξενον, αλλά κυπριακή διάλεκτος είναι λοιπόν τζ̆αι τούτη. Τωρά εν πλεονασμός να πεις τζ̆αι ποιμήν τζ̆αι άγραυλος. Ο μακαρίτης ο Μαυράτσας έγραψεν τζ̆αι βιβλίον με παρόμοιον τίτλον. Σε τελευταίαν ανάλυσην, εν που τον τζ̆αιρόν της Καλλιόπης, της Κλειούς, της Ευτέρπης, της Μελπομένης, της Πολυμνούς, που να πεις του άλλου άγραυλε εν τζ̆αι ππέφτεις τζ̆αι πολλά έξω με το να του πεις ματσουκάρη, ξύλον απελέτζ̆ητον, κούζουλε, ανάγωγε. Τζ̆αι όι άγραυλοι να νομίσετε τωρά ότι σας μιλώ για Παφιτούες ή Πιτσιλλούες που συναφέρνω την Κλειούν τζ̆αι την Μελπομένην. Εν για τες Μούσες που μιλώ, 800 γρόνια πριν να φέρει στον κόσμον τον γιον του θεού των Εβραίων η Μαρία. 

 

Των Μουσών δεν εμπορούσεν κανένας να τους γελάσει, με θνητός, με θεός, με ηγήτωρ με τράουλλος που ακολουθεί, όι ήσ̆αν να τους γελάσουν οι πονηροί τσ̆ουπάνηες, τα κακ΄ ελέεγχεα. Που τότες οι άγραυλοι ήταν ποδκιάντραποι, αιδώς αργείοι. Στην ύβριν πρώτοι, ιδίως άμαν πάρει ο νους τους αέραν την ώραν που από ματσουκάρηες βρεθούσιν ποιμένες ένστολοι να ηγούνται κουέλλων τζ̆αι να νέμονται πλούτον, γην τζ̆αι ύδωρ.

 

Τζ̆αι να εγέλαν κανένας γαστέρας οίον της ονειροπαρμένης Ερατούς, μετά την άτην η Καλλιόπη ήσ̆αν να του την φέρει πουπάνω μες το έπος με την νέμεσην τζ̆αι με την τίσην.

 

Κακ΄ελέγχεον σημαίνει κακόν όνειδος. Τζ̆ει που την αντροπήν τους επεήντιζειν η Καλλιόπη όσοι ήταν κοιλιόδουλοι.

 

Οι γαστέρες οίον, που εγεμώσαν δκυό αεροπλάνα, έναν τούρτζ̆ικον τζ̆αι έναν ελληνικόν να πάσιν να φαν τον ούτσ̆ιαλιν τους στας Γενεύας, έμπα τζ̆αι το Λήδρα Ππάλας δεν τους εγέμωννεν την γαστέρα, χαριεντίζουνται διότι στρέφουνται πίσω σε φάσην άτης. Εκόψαν να πάσιν 2500 μίλια μάκρος για να πούσιν έναν τίποτε, να ξοδκιάσουν μιαν φάουσαν ριάλλια του δημοσίου τζ̆αι να απλώσουν σκεμπέν (γαστήρ εν η σκεμπέ, εν την γαστέρα που πονείς άμα σε πιάσιν τα κοψίματα που γαστρεντερίτηδαν). Τζ̆αι το «γαστέρες οίον» κυπριακά ένι. Σατέ σκεμπέν που λαλούμεν. Κοιλιόδουλοι, που δεν τους κανούσιν να φαν οφτόν πλουμίν, να φαν οφτόν περτίτζ̆ιν, να φάσιν άγρην του λαού που τρώσιν οι αρκόντοι, να πκιούν γλυκόποτον κρασίν που πίννουν φουμισμένοι. Θέλουν γαστρονομίαν της Γενεύης τζ̆αι μεζεν των Σεϋχέλλων να γλαρώσουν τα υπογάστρια τους. 

 

Οίον που ακολουθεί το γαστέρες εν το κοινόν σατέ. Σατέ πελλάραν λαλούμεν ή πελλάρα σκέττη. Πελλάραν οίον θα ελαλούσαμεν. Οίον φκάλλει τζ̆αι οιωνός. Οίον με ψιλήν που σημαίνει μόνον, όι με δασείαν που θα εσήμενεν τέθκιοι που είσαστιν. Αλλά όπως τα σύχρονα πληκτρολόγια θέλουν θεούς τζ̆αι δαίμονες γράψουν δασείες τζ̆αι ψηλές, γράφουμεν τα στην κοινήν τζ̆αι πρέπει να τα κάμνουμεν σελίνια τζ̆αι ριάλες να καταλάβει ο άλλος. Οιωνός εν το μοναχικόν σαρκοφάγον πουλλίν που φέρνει τα κακά μαντάτα. Τζ̆αι τούτον που το οίον φκαίννει διότι ζ̆ει μόνον του. Πάσιν μια τζ̆οιλιά σκέττη, γαστέρες οίον, παίζοντας τους χαριεντισμένους να φέρουν λύσην ίμις̆ τζ̆αι προκοπήν στον τόπον τζ̆αι στρέφουνται ψία τζ΄εκούρτισεν τες η Μελπομένη να μας παίζουν τραγωδίαν να πουλήσουν τζ̆αι λλίον μελό. Περικκιάττερσιν βέβαια θα σου πούσιν τα μίντια, να φάσιν τζ̆αι τζ̆είνα το κάτι τις τους που τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα. Κακοί οιωνοί είναι, μοναχικά αρπαχτικά μαύρα πουλιά που αμα κράξουν λαλούν την καταστροφήν που έπεται.

 

«Ποιμένες άγραυλοι, κακ΄ελέγχεα, γαστέρες οίον, οιονοί κακοί», θα ήταν μια κυπριακότατη προσφώνηση που θα έκαμνεν με σταράτα λόγια η μούσα που δεν χαρίζει κάστανον. Η Καλλιόπη που άμαν κάμει να μιλήσει με στόμαν θνητού φκάλλει Ομήρου Οδύσσειαν τζ̆αι Θεογονίαν του Ησίοδου. Τζ̆αι αθθυμίζει τζ̆αι σε θνητούς τζ̆αι σε θεούς ότι ύβρις, άτη, νέμεσις τίσις στην ίδιαν σειράν πάσιν πάντα.

 

Να περιμένουμεν μερικούς μήνες, λαλεί ο Γκουτέρες, για το επόμενον ραντεβού. Ας ελπίσουμεν ότι ενώ οι ποιμένες εν ναν πας τ΄αρπουρα της άτης τους, ο ένας να πουντζ̆ιάζει προϊόντα της διαφθοράς, ο άλλος πουλώντας το Βαρώσιν στα σόγια του Έρτογαν, το έσ̆κιν του κόσμου που σιγοβράζει ηφαίστιον θα κρεπάρει τζ̆αι θα τους τα πουκουππίσει ούλλα, να πάρει στα Τάρταρα ποιμένας αγραύλους, κακ΄ελέγχεα, γαστέρες οίον, που την Άγκυραν στην Χώραν, τζ̆αι την ποτζ̆εί του συρματομπλέγματος τζ̆αι την ποδά.

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2021

Η γλυκάδα μιας Κυπριακής άννοιξης

 Η γλυκάδα της κυπριακής αριστεράς εν η γλυκάδα της Κύπρου ούλλης. Αρώτουν μιαν συντρόφισσαν καλαμαρούν τι την τραβά να θέλει την Κύπρον, να μαθαίννει κυπραίικα, να τραουδά την Μουζουρούν του Μόρφου; “Η γλυκάδα της γλώσσας σας, η απουσία της επιθετικότητας στην γλώσσαν τους σώματος σας, η καλοπροαίρεση άμαν σ̆αιρετάτε τον ξένον. Εμάς την γλυκάδαν της αριστεράς εσκοτώσαν την στες εξορίες τζ̆αι στα βασανιστήρια. Εκτελέσαν την με τον Μπελογιάννην τζ̆αι έμεινεν μας ένας θυμός, μια πικρή βία που σας λείπει εσάς τζ̆εικάτω.”



 

Θορώντας το πρόσωπον τούτου του παιθκιού έρκουνται μου οι νότες του μουσικού ποιήματος του Γιώρκου του Κάρβελλου που κάμνουν μελωδίαν τζ̆αι ρυθμόν τα αγαλματούθκια της Χοιροκοιτίας την ώραν που φκαίννουν που την γην 9 σ̆σ̆ιλιάες χρόνια μετά τζ̆αι λαλούν του κόσμου που αντικρίζουν “ώρα καλή”, “ώρα γρουσή”. Όποιος κάτσει τζ̆αι ακούσει το έργον ξανά, τζ̆αι ξανά θα ακούσει σε νότες ότι θωρούμεν πας τες φωτογραφίες των παιθκιών της πρώτης διαδήλωσης, ότι ξέρουμεν που την Κυπριακήν κοινωνίαν. Ακόμα τζ̆΄ο πόλεμος, ακόμα τζ̆΄η βία, βρίσσουν τζ̆αι κάμνουν τόπον άμαν ακουστεί “ώρα καλή” μες το έργον.

 

Το χωνευτήριν του “κυπριακού νησιωτισμού” που λαλούν οι σύγχρονοι αρχαιολόγοι, καταλιεί την πιο αηδιαστικήν βίαν, δαμάζει την πιό άνοστην κατζ̆ίαν, βάλλει χαλινάριν στην πιο ανέντιμην κλεψιάν ,να επικρατήσει στο τέλος η γλυκάδα του τόπου, η αγάπη που φκάλει το κυπριακόν σ̆αιρέτημαν: “ώρα καλή”.

 

Μπροστά στην βίαν που επροτάξαν οι μισταρκοί του Μίδα, οι γιούδες της νύχτας, τζ̆αι τα αγγόνια του κακού πνεύματος που τους εόκαν που τα παππογεννητικά τους, ακόμα τζ̆αι οι καβλιές της θυμωμένης Αναστασίας που την ελούσαν με τα νερά ήταν ένας γλυτζ̆ής χορός σε ρυθμόν “εν φοούμαι τες εξαρτήσεις σας”. Το όργανον που επάτησεν πας το κουμπίν να σημαδέψει το κανόνιν το πρόσωπον της χορεύτριας, εν που τα ίδια σόγια με την συμμορίαν των οργάνων που εφακκούσαν με την πέτραν πας την κκελλέν του συνδικαλιστή Μένοικου, ή των άλλων που ετρυπήσαν το σώμαν του Αρκοπάναου που την Ασ̆ιερίτου με τες σπόντες των έξι ιντζών ωστι να φκεί η ψυσ̆ιή τους. Εν που τα ίδια σόγια με τα τέρατα που επαίξαν τα μωρά στην Αλόαν τζ̆αι στον Σανταλλάρην μες τες αγκάλες των μανάων τους. Όποτε νώσουν εξουσίαν απόλυτην στα σ̆αίρκα τους, τούτα τα σόγια θα κλέψουν το σιτάριν, θα σκοτώσουν τον συνδικαλιστήν, είτε χορεύκει, είτε στέκει να τους θωρεί τους μες τα μμάθκια πίσω που τα προσωπεία. Τα τέρατα στην Κύπρον φορούν πάντα μάσκες. Δεν αντέχουν να τους θωρεί το γλυτζ̆ίν βλέμμαν των αθρώπων του τόπου. Άμα νοιώσουν αθρώποι αφοπλίζουνται.




 

Ώρα καλή, ώρα γρούσή Αναστασία. Ώρα καλή, ώρα γρουσή Ηλία.

 

Ήρτεν η σειρά σας. Δύναμη των αθρώπων εν τα σαξόφωνα, τα πιάνα, τα βκιολιά τζ̆αι ούλλα τα έγχορδά. Η φώνη των καλοφωνάρηων που εγέννησεν τούτος ο τόπος σ̆σ̆ιλιάες. Κανένα σιδερικόν δεν μπορεί να φκάλει αρμονίαν. Καμιά κλεψιά δεν μπορεί να κάμει τον πλούτον χαράν. Η δύναμη της κοινωνίας εν η δύναμη των πολλών. Η δημοκρατία εν όπλον των ειρηνιστών, το κράτος δικαίου εν όπλον των ειρηνιστών. Εν όμηροι τζ̆αι η μιά τζ̆αι το άλλον στα σ̆ιέρκα θκυο συμμοριών “που τρων κηφήνες της ζωής” η μιά ποτζ̆εί, ή άλλη ποδά του συρματομπλέγματος. Θέλει την αρμονίαν των πολλών να τα ελευθερώσει τζ̆αι να πέψει ο τόπος τέρατα τζ̆αι συμμορίες ποτζ̆εί που ρταν. 

 

Θωρούν σας τα αγαλματούθκια της χοιροκοιτίας που τους έδωκεν ο Γιώρκος φωνήν τζ̆αι σ̆αίρουνται σας, όπως σας σ̆αίρουμαι τζ̆αι γιώ. Αφιερώννω σας το μουσικόν ποίημαν γιατί εν της αξίας σας. Μακάρι να έσ̆ιετε δύναμην παραπάνω που την γενιάν την δικήν μας να ξιλώσετε την συμμορίαν της διαφθοράς που κρατεί συρματομπλέγματα τζ̆αι βαρέλλες 60 χρόνια να χωρίζουν τον κόσμον τζ̆αι τον τόπον.

 

Αφιερώννω σας το. Ούλλον δικόν σας.

 

Ώρα καλή, ώρα γρουσή.



Όσοι αναγνώστες εν ιξέρετε ην μουσικήν του Γιώργου, ή νομίζετε πως εν καταλάβετε που κλασσικήν μουσικήν, ακούστε τζ̆αι ξανακούστε τζ̆αι ξανακούστε το μουσικόν ποίημαν ώσπου να έβρετε την ψυχ̆ήν της Κύπρου μέσα.



Αλγοριθμικόν κάρφωμα


Ζητά σου συστηματικά το φέιζπουκ να καρφώννεις τους αθρώπους που ξέρεις για να τους φισ̆ιάρουσιν. Στην παρούσαν κατάστασην απλά θέλουν να διασταυρώννουν τες πληροφορίες για να πουλούσιν πκιο αποτελεσματικά διαφήμησην. Εζητήσαν μου να καρφώσω το παιδίν που μάχεται να φυλακίσει η Κυπριακή Αστυνομία.

Έβαλα τους ψευδώνυμο που εκφράζει τζ̆αι την ουσίαν. Ξέρεις εσύ σε ποιόν θα πουλήσουν αύριον την πληροφορίαν;

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2021

Κανεί πκιόν. Κάτω η βία, κάτω η συμμορία, κάτω η διχοτόμηση.




 Η βία στραβώννει. Η βία φκάλλει μμάθκια τζ̆αι αφήννει πλάσματα στραβά, πατά μες τον βούρκουραν, φακκά με το ματσούτζ̆ιν πας την κκελλέν πισώπλατα, εκτοξέφκει μέταλλα, υγρά, χημικά που προκαλούν πόνον, που φέρνουν θάνατον.

 

Η κυπριακή δεξιά είναι παιδίν της βίας, o μισταρκός του Άδη του Λιασίδη. Ότι πόλεμος εγίνην εν οργανωτής του. Όποιος επέθανεν στον τόπον από λόγον όι της φύσης, επέθανεν που την δράσην της, είτε τούρτζ̆ικα κάμνει προπαγάνδαν για να κάμει οπαδούς είτε ρωμικά. Η διχοτόμιση εν η αρφή της διαφθοράς, τζ̆αι το κράτος ή το παρακράτος που τσακκίζει κόκκαλα ο τζ̆ύρης τζ̆αι ο αρχηγός. 

 

Ακόμα ξιθκιαλίζουμεν λείψανα, να βάλουμεν ονόματα πάνω τζ̆αι τζ̆είνοι που τα κάμασιν πουντζ̆ιάζουν τα κέρδη, τζ̆αι τα κέρδη των κερδών, τζ̆αι τους τόκους των κερδών των κερδών, τζ̆αι που τα ππούλια πιλέ που χρεώννουν για να σταμπάρουν τα κέρδη. Η γενεαολογία της δεξιάς εν η γενεαλογία της βίας. Όποιον τραπεζιτικόν λοαρκασμόν με στηβασμένα ριάλια τζ̆αι να πιάσεις, μες την γενεαλογίαν του κάθε στηβασμένου ευρώ θα έβρεις την γενεαλογίαν της σημμερινής συμμορίας που δεν είναι άλλη που την γενεαλογίαν της βίας.

 

Μμα γέρασες

είπεν του που τότες ο Λιασίδης, 

κανεί σε πκι̮όν, εν μιλιούνια γρόνια

που ζ̆εις κηφήνα της ζωής, τζ̆αι τρώς τζ̆αι πίννεις γαίμαν…

Αναστηθήκαν οι νεκροί, τζ̆ι εστρέψαν τα κανόνια πίσω τζ̆αι καταπάνω σου

να σε σκοτώσουν ψέμαν…

 

Αυτόν που δεν είσ̆εν ακόμα δει ο ο Λιασίδης είναι πως το ψέμαν εν όπως την Λερναίαν Ύδραν. Κόφκεις μιαν κκελλέν τζ̆αι βλαστούσιν δέκα. Για να λείψη που το πρόσωπον της γής τζ̆αι να κυβερνήσει το δίτζ̆ιον, να ξαναπλαστεί χαρά τιμή τζ̆αι ζήση, θέλει ακόμα αγώνες πολλούς.

 

Που τους αγώνες δεν περισσεύκει κανένας. Ούλλοι οι αριστεροί στην Κύπρον είμαστιν αδέρκια. Ούλλοι έξω που την γενεαλογίαν της βίας, έξω που την γενεαλογίαν του στηβασμένου € είμαστιν

 

Αλληλεγγύη στα θύματα.

 

Κανεί πκιόν.

 

Κάτω η βία!

 

Κάτω η διχοτόμιση, κάτω η διαφθορά, κάτω η χούντες, κάτω η συμμορίες, τζ̆αι ποτζ̆εί τζ̆αι ποδά του συρματομπλέγματος.




Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2020

Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον

 Το λογοατεχνικόν κείμενον που ακολουθεί εγράφτην σε γλώσσαν που δεν ιγράφεται κατά την περίοδον του κκέρφιου του πρώτου κύμματος της πανδημίας.

Αν θέλεις τσίλλα το πλέι να σε βάλει ο Τσ̆αικόφκσι μες την αμπιάνς σαν θκιαβάζεις το κείμενον. Εν 3300 λέξεις τζ̆αι θέλει κανέναν τέταρτον να θκιαβαστεί. Αν θέλεις να δεις καλλύττερα τους πίνακες κάμνεις τσιλ πάνω τζ̆αι μεγαλώννουν.



Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον.


Άκουα ξανά τζ̆αι ξανά για νιοστήν φοράν την άριαν του Λένσκι που την όπεραν Ευγένιος Ονέγκιν του Τσ̆αϊκόφσκι. Ήταν να παίξει σύντομα σε γειτονικήν πόλην τζ̆αι επροετοιμάζουμουν για να πάω να την δω. Θα ήταν κοντά μεσάνυχτα. Έτσι σαν άκουα τον τενόρον Λεμέσ̆εφ τζ̆αι υποδύετουν τον Λένσκι να παραλαλεί τζ̆αι να φωνάζει «приди приди»  της Όλγας του να ΄ρτει, επήρεν με ο ύπνος τζ̆αι εποτζ̆οιμήθηκα. Ελαοτζ̆οιμούμουν τζ̆΄έξύπνουν κάθε νάκκον ώραν όπως τον ναρκωμένον. Άκουα μουσικήν να παίζει, αλλά ήμουν ανίκανος ν΄αννοίξω τ΄άμμάθκια μου να καταλάβω τί γίνεται τζ̆αι να σβήσω το τηλεφωνούιν. Εξύπνησα που τα καλά κατά τες τέσσερεις τζ̆ειαμαί που έπαιζεν έναν ρωσσικόν ταγκό του 30. Έκλεισα το ππλέϊερ, έφκαλα τζ̆αι τ΄ακουστικά που τα φκιά μου τζ̆ι εξανατζ̆οιμήθηκα.

 

Το πρωίν του Σαββάτου εσηκώθηκα τζ̆αι ήμουν μόνος μου έσσω. Είχα μεγάλην περιέργειαν που με επήρεν τζ̆αι που με έφερεν ναννουριστόν ο αλγόριθμος του Musi. Το Musi εν έναν προγραμματούιν πας το σμάρτφοουν που σου φκάλλει τα τραούθκια που το γιούτιουμπ χωρίς να σου βάλλει  διαφημήσεις. Άμαν το αφήσεις, αποφασίζει ποιόν επόμενον τραούδιν συνάδει με τζ̆είνον που άκουες τζ̆αι κοττά σου το αυτόματα. Έβαλα το πίσω – πίσω τζ̆αι άκουσα τα ούλλα έναν – έναν, ότι μου επέλεξεν. Όπως ερμηνευτής του Λένσκι ήταν ο Λεμέσ̆εφ, σοβιετικός τραουδιστής της δεκαετίας του τριάντα, το ρεπερτόριον που μου εκούρτισεν το Musi ήταν σοβιετικά λαϊκά τραούθκια, κλασσικά τζ̆αι σοβιετικά ταγκό της εποχής. Έψαξα τα έναν-έναν, τους ερμηνευτές, τους συνθέτες, αλλά ελάχιστα πράματα βρίσκεις που να μεν εν εις τα Ρώσσικα. Έβαλα το κκίπορ το ρώσσικον πας το τηλεφωνούιν να τα βρίσκω καλλύτττερα. Ήταν σαν να μου εξιτρύπωσεν έναν κρυμμένον θησαυρόν το Musi. Έχουν τζ̆αι την καλήν πλευράν τους οι αλγόριθμοι άμαν έσ̆εις τα μμάθκια σου αννοιχτά.

 

Είχα μεγάλα κκέφκια τζ̆είνον το Σάββατον. Ετζ̆οιμήθηκα καλά, ήμουν χαλαρός, οι δουλειές μου πάσιν καλά, ο χρόνος τζ̆υλά χωρίς να κορακά. Πότε – πότε άμαν με πιάουν οι μοναξιές, τραουδώ τες, χορεύκω τες, γράφω τες τζ̆αι μεταβολίζω τες μες σε μιαν γλυτζ̆ιάν μελαγχολίαν που τζ̆υλά αρμονικά συντροφκιάν με την ζωήν μου. Αυτοσχεδίαζα φιγούρες με τα σοβιετικά ταγκό τζ̆ι εταξίδευκα στο κοσιέναν, στο κοσπέντε, στο τριάντα στην Μόσχαν τζ̆αι στο Λένινγρατ. Μέχρι τζ̆αι στο σοβιετικόν Τβίλισσι στην Γεωργίαν εταξίδεψα χορευτής, στο θέατρον του ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ πριν να τον πιάουν στο Μπολσ̆όϊ. Εχόρευκα γλυτζ̆ιά – γλυτζ̆ια τον αρμονικόν ρώσσικον ρομαντισμόν, μες την μεγάλην κάμαρην μπροστά που έναν μεγάλον καθρέφτην. Έκαμνα του εαυτού μου παράστασην. Όϊ με την έννοια του ναρκισσισμού της αφελούς αυταρέσκειας. Ήταν μια κανονική παράσταση. Κάτι όπως άμαν μαειρεύκω με την πιο λεπτήν τζ̆αι ευφάνταστην γατρονομίαν του εαυτού μου. Άμαν είμαι μόνος μου πιάννει με τζ̆αι μαειρεύκω με το ίδιον μεράκκιν όπως άμαν έχω καλεσμένον τον πιο ακριβόν μου φίλον τζ̆αι δημιουργώ κάτι για να τον ευχαριστήσω. Εχόρευκα ζητώντας που το σώμαν μου να κάμνει φιγούρες κομψές με όσην χάρην μπορεί να δώκει. 

 

Εσ̆αίρουμουν για την παράστασην που εμπόρηεν να μου φκάλει η νοσσιά μου με έτσι σώμαν. Λία χρόνια πρίν, πριχού να το θεραπεύσει η γυμναστική ήταν δίσκαμπτον, ματσουκωμένον, εν εμπόρηεν πιλέ να δίσει έναν ζευκάριν ράμματα των παπουτσ̆ιών τζ̆αι να μεν κουντζ̆ίσει. Εχόρευκα τζ̆ι εσκέφτουμουν ότι αν ήταν αλήθκεια πως τα χρόνια γερνούν σε, τότε τόσον αλήθκεια θα ήταν τζ̆αι ότι η κίνηση ή η γυμναστική γυρίζουν τα χρόνια των ημερολογίων πίσω. 

 

Έτσι σαν εχόρευκα, κάτι εχρειάστηκα που την διπλανήν κάμαρην. Με δίχα να σταματήσω να χορεύκω, εμετακινήθηκα να πα να το έβρω. Εν τω μεταξύν, το άσμαν άλλαξεν τζ̆αι έπαιζεν έναν πιο χαρούμενον, έναν πιο τραππηητόν τραούδιν. Διώ έναν σάλτον με την μουσικήν, όσην ενέργειαν έβαλεν το σώμαν μου άνεννοιας μες την τρελλήν χαράν, έφαν την η τζ̆εφαλή μου που εφάτσ̆ησεν πας το δοκάριν του χαμηλού τταβανιού 2.10μ ύψος. Μες την ευφορίαν μου εξίχασα πως το διπλανόν δωμάτιον ήταν χαμηλοττάβανον όπως εχτίζαν τα σπιτούθκια το 1720. Έππεσα κάτω σαν το πουλλίν το παιξούμενον. Για μερικά δευτερόλεπτα έχασα τες αισθήσεις μου. Μαζίν με τον πόνον ήρτεν έναν παράπονον. Ήμουν μόνος μου σπίτιν τζ̆αι εμπορούσα να κλάψω όπως έρκετουν. Οι άνδρες στο χωρκόν μου δεν κλαίνε άμαν έσ̆ει άλλους τζ̆ειαμαί. Η ελεύθερία να κλάψει το πλάσμαν είναι προτέριμαν της μοναξιάς . Έκλαψα σαν το μωρόν που γυρεύκει την μάναν του. Σε έτσι ηλικίαν όμως, άλλες μανάες αφήκασιν χρόνια, άλλες έχουν άνιαν, άλλες ατσχάϊμερ τζ̆αι όσον τζ̆αι να κλάψεις, το κλάμαν σου μεινίσκει. Περικκιάττερσιν όμως, εχαλάρωσεν ο πόνος τζ̆αι τα δάκρυκα εμαλαθκιάναν τα συναισθήματα να δώκουν τόπον εις στην λογικήν. Εμέθυσα όμως που την φατσ̆ιάν τζ̆ι έρκουνταν μου εικόνες αλλόκοτες. Η αίσθηση του πλαφόν μου να ππέφτει που τον ουρανόν πας την τζ̆εφαλήν μου τζ̆αι να μου κόφκει τον σάλτον της χαράς, έρκετουν τζ̆αι συχχίζετουν με τζ̆είνην την αίσθησην του χαμένου σάλτου που έκαμεν η ανθρωπότητα την εποχήν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ, όταν ονειρεύτην μιαν κοινωνίαν με δίχα αδικίαν. Το τραούδιν του τριάντα που έπαιζεν ακόμα το Musi την ώραν που εκράτουν την κκελλέν μου την φατσ̆ημένην ήταν σαν να τζ̆αι έθελεν να με περιπαίζει.

 

Ο Μαγιακόφσκι, στην εποχήν που με επήρεν το Musi, εφύτεψεν μιαν σφαίραν μες την καρκιάν του να μεν θωρεί. Ίσως να ήταν που αισθάνθην το πλαφόν της νέας κοινωνίας που επειραματίζετουν ο κόσμος για να απαλλαγεί που την αδικίαν της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπον τζ̆αι δεν έθελεν να το δει. Εγλύτωσεν που τον σοσιαλιστικόν ρεαλισμόν. Η ελευθερία έκφρασης τζ̆αι δημιουργίας της ρώσσικης αβανγκάρντ μες τον νέον κόσμον ήβρεν τζ̆αι τζ̆είνη το πλαφόν της υπό τύπον εντολών, που εππέφταν μέσω της Πράβντας για το τι έπρεπεν να δημιουργήσει ο καλλιτέχνης της νέας αποχής τζ̆αι ιδίως τι δεν έπρεπεν. Λλία χρόνια πριν, η δύναμη της αφαίρεσης του Μάλεβιτς, με έναν τετράγωνον μαύρον πλαισιωμένον που έναν τετράγωνον άσπρον εσάριζεν αιώνες θρησκευτικής παράδοσης τζ̆αι πνευματικής καθυστέρησης, απλά τοποθετώντας το μες την κάμαρην εις στην θέσην της εικόνας. Μια εικόνα χωρίς Αγίους, Γριστούς ή Παναϊες, άφτεν πουρλόττα στην συνείδησην των αθρώπων που σκέφτουνταν τζ̆ι επρομύνηεν την επανάστασην στην τέχνην που ο κόσμος είσ̆εν που την αναγέννησην να δει ξανά. Ήταν σαν να ΄σπάζαν τα νερά της αγγαστρωμένης τζ̆αι κατάβαρης ρωσσικής κοινωνίας που κόντεφκεν η ώρα της το 1917. Η δύναμη του κότσ̆ινου τριγώνου του Λισίτσκι έμπαιννεν σφήνα μες το άσπρον τζ̆αι ανάτρεπεν την άσπρην υποταγήν στην λογικήν της φεουδαρχίας, της αγοράς, του κέρδους τζ̆αι του ατομικού σσυφφέροντος, πέμποντας τον παλιόν κόσμον μες τα τάρταρα. Το σάλτον της ανθρωπότητας για έναν κόσμον ελεύθερον που τυράνους, ελεύθερον που εκμετάλλευσην, ελεύθερον που πολέμους, έβρισκεν το πλαφόν του, λλία χρόνια μόνον μετά την επανάστασην υπό τύπον λαϊκών δεσποτάων, λαϊκών πατέρων, λαϊκών στραταρχών τζ̆αι Λαϊκών Αγίων που τους ονομάσασιν Ηγέτες. Ο Λένιν είσ̆εν ήδη μπει σε μαυσωλείον την ώραν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ το τραούδιν που μου έπαιζεν το Musi για να με περιπαίζει που ήμουν ακόμα κατάχαμα τζ̆ιαι εκράτουν την τζ̆εφαλήν μου που ήταν να σπάσει που τον πόνον. Πεθαμμένος, εστράφην εις στον κόσμον Άγιος να πιάσει την θέσην που αφήκαν κενήν οι παλιοί Αγίοι μες το μαύρον τετράγωνον του Μάλεβιτς, που τους εξοράτισεν, φανταζόμενος ότι ήσ̆αν να βάλει στο κέντρον του κάδρου τον άνθρωπον. 

 


Τα σχέδια για μιαν κοινωνίαν όπου ο καθένας ήσ̆αν να δημιουργεί τζ̆αι θα παράγει ανάλογα με τες δυνατότητες του τζ̆αι θα απολαμβάννει ανάλογα με τες ανάγκες του, ήβρασιν το πλαφόν τους πας στην απληστίαν του Homo Sapiens Sapiens. Έπαιρνεν την μορφήν αντεπανάστασης που όσους εχάνναν τα προνόμια τζ̆αι ετραβούσαν την νέαν κοινωνίαν μες τον εμφύλιον. Η εκκλησία, οι τσάροι τζ̆αι οι ευγενείς, η γειτονική καπιταλιστική μεταπολεμική Ευρώπη, δεν είπασιν τον τελευταίον τους λόγον μπροστά στην επαναστατικήν αφαίρεσην που εδημιούργαν τζ̆αι οικοδόμούσεν μιαν νέαν τέχνην, έναν νέον κόσμον, την νέαν εποχήν.




Τζείνη ούλλη ομορκιά που εγέννησεν το πνεύμαν της Βαρβάρας Στεπάνοβας, αρνούμενη την απεικόνησην, όπως την αρνήθην ούλλη η ρώσσικη πρωτοπορία, ήβρεν το πλαφόν της στα γούστα των στραταρχών τζ̆αι των συντρόφων ηγετών, που γινήκαν κάτοχοι εξουσίας τζ̆ι εθέλαν πορτρέττα που να τους απεικονίζουν, ίδια με τζ̆εινα που απεικονίζαν τους παλιούς αφέντες. Εφέραν πίσω τον ρεαλισμόν που τον προηγούμενον αιώναν τζ̆αι βάλαν τον για γραμμήν του νέου κόσμου μέσω της Πράβδα. Εκολλήσαν του τζ̆αι έναν “σοσιαλιστικός” ομπροστά τζ̆αι αναστήσαν τον ρεαλισμόν του 19 αιώνα που απεικόνισεν με τόσην πίστην τους τσάρους τζ̆αι τον κόσμον τους. Εφορτώσαν παράσημα «Στάλιν» τον Γερασίμοφ, που έφκαλεν με τόσον πάθος τον ρεαλισμόν που την ναφθαλίνην να του κάμνει πορτρέττα τζ̆είνου τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ όπως τους αρέσκαν να τους δοξάζει ο σοβιετικός λαός. Αρκεί να βάλεις Alexandre Gerasimov πας το γκούγλολ τζ̆αι να κοιτάξεις τες εικόνες τζ̆αι καταλάβεις πως μπορείς να γινείς ο ζωγράφος της εξουσίας.

 

Η avant guard έκαμεν εις στην Ρωσσίαν πρίν την επανάστασην την μεγαλλύττερην επανάστασην στην τέχνην πετάσσοντας τζ̆αι το τελευταίον ίχνος απεικόνισης. Η απεικόνηση εξιδανίκεψεν για αιώνες το παλιόν τζ̆αι την ξημαρισιάν του μαζίν. Οι καλλιτέχνες της avant guard, ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί, αρχιτέκτονες, αγγαλιάσαν την επανάστασην τζ̆αι η επανάσταση αγγάλιασεν τους για να δημιουργήσουν με τον λαόν για τον λαόν έναν νέον κόσμον, να μεν ιμοιάζει με τον παλιόν, έναν κόσμον γραμμένον ξανά που την αρκήν πας σε μιαν κόλλα άσπρην χαλαζένην. Ο νέος κόσμος για τους ποιητές, Ρώσσους, Κυπραίους, Κινέζους ή Αμερικάνους, εν ένας κόσμος που σ̆αίρεται, όπως τες πεταλλίνες της μανιέρας του Λιασίδη, “μεσα στου δίτζ̆ιου τ΄άγιον φως, του αθανάτου”, άμαν δεν είναι “μαεμμένον του ψεμάτου”, άμαν “με κρούζει, μήτε σβήννει ο αέρας…”. 

 



Η υπέροχη φωνή του Λεμέσ̆εφ που ετραούδαν την άριαν του ποιητή Λένσκι λλίον πριν να τον  παίξει ο παραπόττης ο Ευγένιος Ονέγκιν ήταν μια ηχογράφηση του 1936. Τότες η αφαίρεση, είσ̆εν ήδη ππέσει σε θανατερήν δυσμένειαν. Ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν τζ̆αιμαί να θωρεί. Η αφαίρεση εβαφτίσην φορμαλισμός από συνέδρια συσκέψεις τζ̆αι δημοσιογραφικά άρθρα. Αρκούσεν να σου φκάλουν την αβανιάν πους είσαι φορμαλιστής, εμπόρηεν να του την κόψουν. Της Στεπάνοβα, του Ροτσ̆έγκο, του Τάτλιν, εγλύτωσεν, εθάψαν απλά το έργον τους, του Κλουτσίς όμως εκόψαν του την να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να αποτελεί κίνδυνον. Η επανάσταση έθαψεν την επανάστασην που της επροηγήθην. Στο όνομαν του δικαίου, όσοι επιάαν που την επανάστασην εξουσίαν εθεωρήσαν νόμιμον τζ̆αι δίκαιον να εξοντόννουν ότι τζ̆αι όποιον εσυγκόφκαν εμπόδιον εις στους στόχους της. 

 

Έκλαια την κκελλέν μου που πόνεν που φάτσ̆ισεν  πας το πλαφόν μου αντίς να κινηθεί ελεύθερη μες τον χώρον. Έκλαια τζ̆αι τα έργα τα τρισδιάστατα του Τάτλιν που εχαθήκαν, όπως εχαθήκαν τα όνειρα του κόσμου να γλυτώσει που τους άρπαγες τζ̆αι που τους τυράνους. Γιατί επαίξαν τον Κλουτσίς; Γιατί εθάψαν την avant guard; Γιατί εκόψαν την κκελλέν τόσων πρωτοπόρων; Γιατί; Κλάψε να σου περάσει ελάλεν μου η στετέ μου άμαν με θώρεν μαραζωμένον.



 



Από τον Λένσκι στην Ποπόβα...

 

Η όπερα ήταν καλή, οι φωνές όμως δεν ήταν ούτε η φωνή του Λεμέσ̆εφ που μου έγινεν σύντροφος πια, μέσω του γιουτιούπ, ούτε της σοπράνο που εκένταν την φωνήν της ταντέλλαν με την άλτο στην εισαγωγήν της πρώτης σκηνής το 1936. Περικκιάττερσιν όμως, τα σκηνικά αναστήσαν μου την εποχήν τζ̆αι τα κομμάθκια του Πούσ̆κιν που απαγγέλλασιν εις τα ρώσσικα το έργον Ευγένιος Ονέγκιν αναστήνναν μου την ομορκιάν τζ̆είνης της επανάστασης που έθελεν να αλλάξει τον κόσμον αρκέφκωντας που την Ρωσσίαν. Ήταν η αφορμή να μελετήσω πιο βαθκιά την εποχήν πρίν να παρσαμώσουν το όνειρον τζ̆αι να του δώκουν φόρμαν ποταξαρωμένην, ταπελλώννοντας τους δημιουργούς της επανάστασης «φορμαλιστές». Ο παραπόττης ο Ονέγκιν που έβαλεν ο Πούσκιν να σκοτώσει τον ποιητήν επέρασεν καλά. Την αγάπην όμως της Άνιούσ̆ας απόλαυσεν την ένας άθρωπος που με όμορφος ήταν, με καυλάντης. Έπιασεν την ο έντιμος τζ̆αι συνετός. Ήταν σαν να τζ̆ι ο Πούσ̆κιν έγραψεν την επανάστασην μέχρι τέλους πριν να γινεί. Έτσι εν οι ποιητές, προφήτες. Έτσι εν η τέχνη. Γράφει την ιστορίαν πριν να γινεί.

 

Μάλεβιτς̆, Τάτλιν, Ροτσ̆ένκο, Ποπόβα… Μάνα μου Ποπόβα μου εσύ επήες που την Σκαρλατίνην που το 1924 τζ̆ι εγλυτώσαν τα μμάθκια σου τζ̆είνα που εν εθέλησεν να δει ο Μαγιακόφσκι. Η κραυγή σου που εγίνετουν που το 23 έργον τέχνης να φωνάζει “κρατήστε την ψυσ̆ήν της επανάστασης ζωντανήν”, “οι ηγέτες πιο κοντά στον λαόν”, εν έπιασεν τόπον τζ̆αι επιάσαν ούλλα την πορείαν του πολέμου. Σ̆αγκάλ, Καντίνσκι, Στραβίνσκι εφύασιν. Ο Σ̆οστακόφιτς έμεινεν, να τον ταπεινώννει το κόμμαν τζ̆αι ο γιός του, να υπογράφει διακυρήξεις αυτοκριτικής να γλυτώσει που την μαρμάγκαν. Ποπόβα μου, Στεπάνοβα μου, πόσην ομορκιάν εγέννησεν η ψυσ̆ή σας για να γεμώσει την κόλλαν την άσπρην, που πάνω της ήταν να γράψετε την πρώτην σελίδαν του κόσμου τον νέου; 

 



Τζ̆αι που να χωρέσουν οι κόλλες οι άσπρες την ομορκιάν μιας επανάστασης; Η τέχνη επέθανεν ετολμήσετε τζ̆αι το είπετε, ετολμήσετε τζ̆αι το επιστέψετε. Η τέχνη που απεικονίζει μιαν ξοφλημένην κοινωνίαν εν μια ξοφλημένη τέχνη. Η τέχνη χτίζει, είπετε τζ̆αι ονομάσαν σας κονστρουκτιβιστές. Η τέχνη χτίζει με τον λαόν που έβαλεν ομπρός να χτίσει τες νέες σχέσεις, τες ανθρώπινες, για να δημιουργεί ο καθένας ότι μπόρει τζ̆αι να απολαμβάννει ότι έσ̆ει ανάγκην που ότι επαρήχθην. Αναγύρετε τον κόσμον τζ̆αι τίποτε δεν έμεινεν εις τον τόπον του. Που να χωρέσει μια κόλλα την ομορκιάν που εγέννησεν η επανάσταση μες την ψυσ̆ήν της Βαρβάρας Στεπάνοβας; Η αγάπη, ο έρωτας, η ομορκιά εξισ̆είλησεν που τες κόλλες τζ̆ι έβαλεν τες βάσεις του μοντέρνου ντιζάιν που εξεκίνησεν την πορείαν του χρωματίζοντας τα ρούχα των προλεταρίων, που οι τσάροι τα είχαν καταδικάσει μες το κουλλουφκιόν τζ̆αι την ξιμαρισ̆ιάν. Η ομορκιά πας τα ρούχα της σοβιετικής εργάτριας δεν ήταν διακόσμηση. Ήταν η ουσία της νέας θηλυκότητας που δεν είσ̆εν τίποτε να κάμει με τα κορσέ της Άννα Καρένινα. Η θηλυκότητα που απεικόνιζεν ο ταλαντούχος τζ̆αι καλοπληρωμένος ρεαλιστής ζωγράφος μες τα κορσέ των μπουρζ̆ουά γεναικών του Σαν Πέτερμπουργκ τζ̆αι της Μόσχας, του Παρισ̆σ̆ού τζ̆αι του Βερολίνου, ήταν τζ̆είνη που εγίνετουν αναπαραγωγική μηχανή τζ̆αι να γεννοβολά για να διαιωνίζει ταξικά προνόμια. Η αισθητική τζ̆αι η ομορκιά που εγέννησεν η ψυσ̆ή τζ̆αι το σ̆έριν της Στεπάνοβας ήταν η βάση μιας νέας θηλυκότητας, που εκφράζετουν με την ελευθερίαν του σώματος να κινηθεί, να δημιουργήσει, να παράξει, ίση προς ίσον, χάρη σε ρούχα λειτουργικά που εδημιούργησεν η νέα τέχνη. 

 



 

Για λλία χρόνια, η παλιά τέχνη της απεικόνισης έκαμεν πως επέθανεν. Εκούντησεν την μες τα τάρταρα η ορμή των αθρώπων που επιστέψαν εις στην ελευθερίαν, στην δικαιοσύνην, στην ειρήνην τζ̆αι στην αδερφοσύνην του κόσμου. Δεν είπεν όμως την τελευταίαν της λέξην. Ο ρεαλισμός δεν εστράφην πίσω στην Ρωσσίαν θρησκευτικός, ευγενής ή μπουρζουά. Εστράφην πίσω στοισ̆ιωμένος. Εστράφην σοσιαλιστικός. ΄Επρεπεν η τέχνην ναν απλή να την καταλάβει ο νέος προλετάριος. Ψία τζ̆ι ο νέος προλετάριος ήταν ο παλιός τσάρος, ο παλιός μπουρζ̆ουάς. Το χωρκαθκιόν του Στάλιν τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ που τους αρέσκαν τα τσαροπρεπή πορτραίτα, όπως διηγούνται οι ιστορικοί των νικητών του ψυχρού πολέμου, δεν είναι αρκετόν να εξηγήσει γιατί εθάψαν την Αβαντγκάρντ. Εμπορούσεν τζ̆αι η Αβανγκάρντ να φκάλει χαράν εάν το κράτος εχρειάζετουν αισιοδοξίαν για να κρατήσει την επανάστασην ζωντανήν.

 

Η περιδιάβαση που μου εξεκίνησεν ο αλγόριθμος του Musi εφερεν με έναν μήναν μετά με το αεροπλάνον εις στην Θεσσαλονίκην, στο μουσείον μοντέρνας τέχνης που στεγάζει την συλλογήν Κωστάκη. Του Κωστάκηπου έσωσεν την ψυσ̆ήν του κόσμου. Ήταν μιαν εφτομάδαν πριν τον Κορνοϊόν. Μες τα έργα που έσωσεν ο Κωστάκης σώζεται τζ̆αι η αισθητική της επανάστασης όπως την εγεννήσαν τα σπλάχνα της κοινωνίας που δεν την εχώρεν πκιόν ο τόπος. Δεν την εχώρεν ο τόπος διότι η κοινωνία η ίδια δεν εμπόρηεν πκιον να χωρέσει την αντίθεσην μεταξύν του κεφαλαίου τζ̆αι της εργασίας, την αντίθεσην που εσυντήραν τόσην δυστυχίαν, τόσην κακοζωϊαν, τόσον πόνον μες τες καρκιές τζ̆αι πας τα κορμιά των ανθρώπων. 

 

Η ψυσ̆ή μου ετζ̆οινώναν ψυσ̆ήν, μπροστά που κάθε έργον της Λιουπόφ Ποπόβα, που εξέθεσεν λιτά το μουσείον της μοντέρνας τέχνης μες την παλιάν Μονήν των Λαμπαδιστών. Κάθε γραμμή της τούτης της κοπελλούας έγραφεν την επιθυμίαν για έναν τζ̆ουνούρκον κόσμον. Κάθε χρώμαν πας το χαρτίν ή πας το ρούχον έφερνεν εις το φως ομορκιάν που δεν εγέννησεν άλλος νους, άλλη ψυσ̆ή, άλλον σ̆έριν, άλλον όνειρον. Κάθε μορφή που δεν ήταν απεικόνιση ήταν δημιουργία μιας τζ̆ουνούρκας μαθηματικής συνάρτησης, που έγραφεν μιαν γεωμετρίαν από την οποίαν έπρεπεν να απουσιάζει η μιζέρκα, η αμορφωσ̆ιά, η αδικία, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπον.

 



Μισήν ημέραν, επεράσαμεν την μόνοι μας μες το μουσείον θκυό πλάσματα που ήρταμεν που του θκιαόλου την μάναν. Που την μιαν ελυπούμουν, που την άλλη απολάμβαννα την μοναξιάν μέσα σε έτσι θησαυρόν. Εμπόρηα να συγκεντρώθώ τζ̆αι να προσπαθώ να φανταστώ την εξίσωσην που θα φκάλλει μιαν γεωμετρίαν με δίχα κλιματικήν αλλαγήν, με δίχα κοινωνικήν αδικίαν νέου τύπου, με δίχα αμορφωσιάν πτυχιούχων, με δίχα βιομηχανικόν βασανισμόν των ζώων, με δίχα εξαφανισμόν της βιοποικιλότητας, με δίχα διαφθοράν, με δίχα ψέμαν που το λαλούμεν πλέον εις τα αμερικάνικα φέικ, με δίχα αρπαγήν του δημόσιου αγαθού που μιαν κλίκκαν δια νόμου προνομιούχων.

 



Ώραν ώραν εκάμμουν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆αι εσυνέχιζεν να λουλλουπίζει η ομορκιά της επιθυμίας, η ομορκιά του έρωτα. Εσκέφκουμουν μιαν κοινωνικήν οικολογίαν όμορφην σαν την επιθυμίαν, χρωματιστήν σαν την ανατροπήν. Εφαντάζουμουν μιαν οικολογίαν που θα πέψει στα τάρταρα την ασ̆σ̆ήμιαν του κόσμου, όι απο φόβον για την κατάρρευσήν τζ̆αι το τέλος του κόσμου, όι από ενοχές που εφάαμεν τ΄αππάϊν των απογόνων μας για να κινήσουμεν μιαν αγοράν που μας χαριεντίζει, όι απο θυμόν για την περιρρέουσαν βλακείαν, εγωϊσμόν ή αυταρχισμόν, αλλά απο επιθυμίαν για έναν κόσμον της αρμονίας. Ακόμα τζ̆αι τα συνθήματα που έθελεν να φωνάξει η Ποπόβα, έγραφεν τα με μιαν εικαστικήν αρμονίαν που χτυπά το κέντρον του στοχασμού σου. Σκέφκουμαι τα ακόμα τωρά που τα γράφω τζ̆αι ακούω την χαράν της πρώτης συφφωνίας του Σ̆οστακόβιτς.

 



 

Κάποτε πάλε, έκλεια τα μμάθκια μου μπροστά σε άλλον έργον τζ̆αι εξέφευγα που την έκθεσην. Εσκέφκουμουν τους φίλους μου, τους συνήλικους μου. Όταν ήμασταν μιτσ̆οί ονειρευκούμαστιν κόσμους νέους τζ̆αι όμορφους. Τωρά που θωρούν τα κορμιά τους να ποσ̆ειλώννουν ή να ποξαμαθκιάζουν, που θωρούν το δέρμαν τους να πατσ̆αουρκάζει, την ψυσ̆ήν τους να ποκασ̆ιάζει κάθουνται τζ̆αι μοιρολοούν το τέλος του κόσμου. Ψία τζ̆αι εν ο κόσμος που τελειώννει τζ̆αι όι η νιότη του ναρκισσισμού τους. Προτείνουν μου την οικολογίαν της στέρησης, για να ξηκάμουμεν την ασ̆ήμιαν των επιπτώσεων του καταναλωτισμού τζ̆αι της αχαλίνωτης αγοράς, λες τζ̆αι δεν θα ήταν δυνατόν να αντιτείνουν την οικολογίαν της απόλαυσης. Άννοια τα πάλε να διαφύγω που τα μίζερα των μαύρων σκέψεων. Η γλυκάδα του έρωτα η γλυκάδα της αβανγκάρντ που εξισ̆είλαν μες την κάμαρην εζωγράφιζεν μου μιαν οικολογίαν με κινητήριαν δύναμην την απόλαυσην του δάσους που εν να προστατεύκουμεν, με πιξίδαν την απόλαυσην της φύσης, της βιοποικιλότητας που θα μπορούσαμεν να φέρουμεν μέχρι την πόρταν ακόμα τζ̆αι του πιό άσ̆σ̆ημου αστικού κούγκρενου ντουβαρκού, με πλώρην την αρμονίαν της κοινωνικής δικαοσύνης που θα μπορούσαμεν να διασφαλίσουμεν δια της ψήφου, μέσα σε έναν κράτος δικαίου, που τόσα χρόνια εδώκαμεν ζωήν για να διαφυλάξουμεν τζ̆αι να διαμορφώσουμεν όσον έφταννεν η κουτάλα των αγώνων του κόσμου. Αγωνιούν οι συνάνθρωποι μου για την καταστροφήν του περιβάλλοντος καθούμενοι μες την πτήσην τους για το τίποτε, μες το ιδιωτικόν τους όχημαν για το πούποτε, μες την κλιματιζόμενην τους κλειστην κάμαρην μπροστά που μιαν ενεργοβόραν οθόνην τζ̆αι κλαίσιν για το τέλος του κόσμου τους που την κλιματικήν αλλαγήν, λες τζ̆αι δεν είναι με μιαν νέαν οικονομίαν που δεν εφαντάστην ακόμα ανθρώπινος νους πον να απολυμάνουμεν την βιοσφαίραν που τα διοξίδεια του άνθρακα. Όϊ όϊ!! Έπιαννεν με η αγωνία που τούτες τες σκέψεις. Εξέφευγα τους ρουφώντας την δύναμην της επανάστασης μέσα που τα έργα της Ποπόβα. Ένωθα την να διαπερνά τζ̆αι που το τελευταίον μου κύτταρον δια μέσου των αισθήσεων που εμπορούσαν να απολαύσουν την ομορκιάν που εγέννησεν η avant guard ψυσ̆ή που άδικα έφαεν η σκαρλατίνα το 1924 στα 35 της χρόνια.




 

Η επιθυμία της ουτοπίας που εκίνησεν ότι εδημιούργησεν η Ποπόβα τζ̆αι οι άλλοι avant guard επαναστάτες δεν είσ̆εν πλαφόν το 1924. Ένοιωθες το μες τα έργα, ένοιωθες το μες την ομορκιάν που αδιαχέετουν που ότι εδημιουργήσαν τα πλάσματα τότες.

 

Άμα σκεφτείς ότι η επιθυμία μιας κοινωνικής τζ̆αι οικολογικής αρμονίας δεν έσ̆ει πλαφόν, μπορείς να φκείς τζ̆αι σε αννοιχτόν χώρον να χορέψεις. Έξω μπόρεις να τραππηήσεις όσον ιφτάννεις χωρίς να φάεις το πλαφόν σου σε δοκάριν πας την τζ̆εφαλήν. Από τον Τσ̆αικόφσκι στην Ποπόβα, τζ̆αι από τον Λεμέσ̆εφ στον Μάλεβιτς̆, εγίνην μου πλέον συνείδηση η αποστροφή μου προς την οικολογίαν της στέρησης τζ̆αι του φόου της κατάρρευσης. Εζωντάνεψεν μέσα μου ο παλιός έρωτας για το νέον, για το πρωτοφανούσιμον, για την ουτοπίαν της αρμονίας. Ο φόος είναι σατανάς, τζ̆αι ο πόλεμος η βία ή η τυρανία εν κάποιες που τες πολλές μορφές του. Ο Σατανάς αλλάσσει μορφές σ̆σ̆ίλλιες.  Ίσως η διαφορά της δικής μου αριστερής οικολογίας που την ξερήν οικολογίαν, είναι ότι εν μια οικολογία του έρωτα, της ομορκιάς τζ̆αι της επιθυμίας, που ξορκίζει τον φόβον, όπως τότε, όϊ που τον καλλιεργεί για να κινήσει τον κόσμον, όπως ότι ακολούθησεν. 




Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Ο βιότοπος της Κλερ-Λίζ

 Η Κλερ-Λίζ εν μια κυρία 83 ετών που στέκει σαν το τζ̆υπαρίσσιν, νέα τζ̆αι ωραία όπως ήταν μες την δεκαετίαν του 70 τζ̆αι του 80, αεροσυνοδός της Σουισέαρ. Είναι μοντέλλον ανθρώπου για μέναν, όι μόνον για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται το νεανικόν της σώμαν (πρόπερσυ εσ̆ιαίρετουν να μου διηγήται πως έκαμεν πρώτην φοράν στην ζωήν της Tirolienne να περάσει που την μιαν όχθην του φαραγιού στην άλλην κρεμμασμένη που έναν σ̆σ̆οινίν) αλλά τζ̆αι για το πως αγαπά τζ̆αι σέβεται την φύσην, αρκέφκοντας που την αυλήν της τζ̆αι φτάννοντας στον κόσμον ούλλον.

Τες 97 φωλιές που συντηρά γυρόν που το σπιτούιν της άρκεψεν να τες βάλλει που τον τζ̆αιρόν που ήταν αεροσυνοδός της Σουισέαρ τζ̆αι ανάγιωσεν γενιές τζ̆αι γενιές πουλιών, ντόπιων τζ̆αι αποδημητικών. Κάθε χρόνον καθαρίζει τες πριν να ξαναφουλιάσουν μέσα οι μουσαφήρηδες της, τζ̆αι βάλλει δακτυλιδούθκια πάνω στα αποδημητικά για να ενημερώννει τζ̆αι την επιστήμην πού π άσιν τζ̆αι που έρκουνται τα ταξιδιάρικα. Εδήλωσεν στες καμπάνιες καταγραφής τζ̆αι προστασίας πουλιά που ήρταν που το Μαρόκκον τζ̆αι που την Νότιαν Αφρικήν να φουλιάσουν πας τα δεντρά της στους πρόποδες των Άλπεων.

Έχει χρόνια που αγωνίζεται στην οργάνωση διάσωσης των λιβαδιών με ναρκίσσους που η μόντέρνα γεωργία απειλεί. Αν δείτε το βίντεο "οι 4 εποχές" μέσα στο καλοτζ̆αίριν θα δείτε ότι πολλής κόσμος, μεταξύ τζ̆αι εμού, πάμεν εθελοντικήν εργασίαν τζ̆αι θερίζουμεν στο σ̆έριν τα ορεινά λιβάδια, όπως εγίνετουν παλιά, για να την βοηθήσουμε να διασώσει τζ̆αι να επαναφέρει τους ναρκίσσους που τζ̆ειαμέ που εξιλειφτήκαν.

Που την ευτυχίαν της Κλερ-Λίζ, ευτυχούν σ̆σ̆υλιάες ζωές, μικρές τζ̆αι μεγάλες όπως θα ανακαλύψετε αν δείτε το βίντεο. Δεν ιχρειάζετε pet να καταστρέφεις την ανθρωπότητα τζ̆αι να συμβάλλεις στην εργοστασιακήν κτηνώδην κτηνοτροφία που βασανίζει άλλα ζώα να ταΐζει σ̆ς̆ύλλους τζ̆αι κάττους. Μπορείς να έχεις να έχεις χαρούμενα ζώα γυρόν σου που έρκουνται μόνα τους να σ΄έβρουν. Τζ̆αι τα σκαθθάρκα, τζ̆αι τα στρουφούθκια, οι σ̆ελεντρούνες, οι κουρκουτάες, οι αλουποί, τα γεράτζ̆ια τζ̆αι οι κουκκουφκιάοι, τα σ̆ελιόνια που θα έρτουν να φουλιάσουν πας το σπίτιν σου είναι συντροφκιά άξια αγάπης. Φτάννει να σκεφτείς τί χρειάζεται ένα άγριον ον τζ̆αι να του αφήκεις λλίον τόπον, έρκεται μόνον του. 

Αν δείτε το βίντεο θα δείτε ελάφκια τζ̆αι αρκοκάτσικα μες της Κλερ-Λίζ. Πράσινα Λιβάδια τζ̆αι βουνά. Τζ̆αι μες την πόλην υπάρχει ζωή. Θυμούμαι το Βαρώσιν μου, με τον κουκκουβκιάον που ήταν κάθη νύχτα πας τον στύλλον της ηλεκτρικής, τους κουρκουτάες πας το σιμιντίριν, τες μέλισσες μιλιούνια, τους μυλωνάες, τους ζίζζιρους... Όσοι δε ζ̆είτε σε χωρκόν, η ξερή μεσογειακή φύση είναι το ίδιον άξια λόγου με τα πράσινα λιβάδια τζ̆αι τα βουνά δακάτω.

Στο πρότυπον της Κλερ-Λίζ εδιαμόρφωσα τζ̆αι γω τον βιότοπον γυρόν που την δικήν μου φουλιάν. Φέτη ήρτασην τζ̆αι μέναν τα ελάφκια, τα βορτακούθκια, κάτι σπάνιες όσ̆εντρες του νερού. Σχεδόν ότι θωρείτε στης Κλερ-Λίζ σε λλία χρόνια που εμετάτρεψα το πρώην γρασίδιν τζ̆αι κήπον από εξωτικά φυτά σε πραγματικόν βιότοπον, ήρταν που μόνα τους. Δεν έχω 97 φωλιές, έχω 9, αλλά κάθε χρόνον κάμνω αλλο 2-3. Ελπίζω πον να γινώ τζ̆αι γώ 97 χρονών να έχω την νεότηταν τζ̆αι την χαράν της Κλερ-Λίζ να ζ̆ιώ σε αρμονίαν με τα άγρια μου πετ, τζ̆αι έν πειράζει αν μαλλώννω τζ̆αι λλίον μαζίν τους άμαν έρκουντα τα ελφάκια τζ̆αι τρών μου τες τριανταφυλιές τζ̆αι τα λάχανα, οι μαυρότζ̆ικλες τος σταφύλιν τζ̆αι οι σκίουροι τα καρύθκια. Φέτη έβρεσ̆ιεν μιαν εφτομάδαν που έπρεπεν να συναχτούν τα καρύθκια τζ̆αι εσυνάξαν μου εκατόν κιλά οι σκίουροι που το δεντρόν τζ̆αι τα ελάφκια που πουκάτω τζ̆αι δεν μου αφήκαν ούτε έναν. Χαλάλιν τους. Τούτα είναι που μου γεμώννουν την ζωήν μου ζωντάνια, τούτα είναι που με αποτοξινώννουν που ότι τοξικόν μπαίννει μες την ζωήν μου που το ίντερνετ τζ̆αι τα μέσα.

Να ζήσεις Κλερ-Λίζ. Τα νούφαρα που μου έδωκες αγγονίν, φέτη εγεμώσαν τον υδροβιότοπον. Εν τζ̆ειπάνω που κάθουνται οι Λιβελούλες για να πιούν νερόν.