Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Αλμπέρ Καμύ

Τα βιβλία τα χάρτενα δεν είναι είδη πρώτης ανάγκης σύμφωνα με τα διατάγματα. Είναι τα κωλόχαρτα, τα χαρτομάντηλα, τα τσ̆ιπς, τα τσιάρα. Οι βιβλιοθήκες τζ̆αι τα βιβλιοπωλεία είναι αννοιχτά αν είναι περίπτερα.

Έσ̆ει τζ̆αι ψηφιακές λύσεις. Στην αστοσ̆ιαν φελά τζ̆αι το χαλάζιν.

Έτην μιαν δαμαί...

αν θέλεις κάμε κλικ τζ̆αι έχ̆εις το σε pdf


en en Français en livre audio

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2020

Όλα τα ΄χε η Μαριορή...

Όλα τα ΄χε η Μαριορή, το τραίνον πας τη μούττη του βουνού την εμάρανεν.

Στην χώρα της βίζας, της μίζας τζ̆αι του κακού συναπαντήματος, του κακού συναπαντήματος έκοψεν ο νους του τζ̆ι ο κώλος του να θέλει τρένον πας την μούττην του βουνού. Το τρένον εν με έψιλον οξά με άλφα γιότα;

Στην χώραν που αντί να επενδύσει να απαξαρτηθεί που τους υδρογονάνθρακες τζ̆αι να συνταυτιστεί με την πολιτικήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης τζ̆αι του πολιτισμένου κόσμου να ανακόψει την πορείαν προς την κλιματικήν αλλαγήν, το κακόν συναπάντημαν γοράζει δικαιώματα ρύπανσης διότι τα θεωρεί οικονομικά πιο επικερδή. Τα κακά συναπαντήματα όταν κάτσουν σε θέσεις εξουσίας δεν ισκέφτουνται πως θα απαντήσουν στες ανάγκες της κοινωνίας με τες αποφάσεις τους. Έχουν πέντε ή δέκα χρόνια να αποφασίζουν για να πλουτίσουν τα σόγια τους τζ̆αι τζ̆είνους που εσπονσοράραν την εκλογήν τους.

Ψόφον. Έτσι εκλογείς έτσι κράτος. Υποκριτές θεοφοβούμενοι, θεομπαίχτες άρπαγες ππαραόπιστοι, μια κοινωνία διαπλεκόμενη από τα νύσ̆ια ως την κουρίαν. Τα όρνεα της κκελλές εφάαν τον τόπον με τες Εόκες, με τα κόμματα, με τους συλλόγους με τα κουμπαράτα, με τους δικηγόρους, με τους δικαστές με τες τράπεζες τους ως την τελευταίαν παραλίαν, μέχρι τζ̆αι πας τα κατσάβραχα των θαλασσινών σπηλιών, τζ̆αι τωρά που αρκέψαν τα λίφκουν ετσιππώσαν πας τα βουνά τζ̆αι μες τα πελάγη.

Η στρατηγική για μείωσην των ρύπων είναι οικονομικά ασύμφορη τζ̆αι αναβάλλουσιν τα μέτρα για ενεργειακήν μετάβασην γοράζοντας δικαιώματα ρύπων ενώ να κάμνουσιν τρενούθκια πας τα κάκκαφα τζ̆αι south stream πετάσσοντας τα λεφτά για σωλήνες μες τους βυθούς εν σσυφφέρουσα. Λαμπρόν να κάψει τους υπολογιστές τους τζ̆αι ιός να φάει τα λογισμικά τους που κάμνουν έτσι λοαρκασμούς. Η πελλάρα ζαττίν εν τζ̆ιαι εν πας τα βουνά. Τί κόσμος είσαστιν σε τούτον τον τόπον;

Ενώ η Λευκωσία πνίεται μες την ρύπανσην τζ̆αι το μποτιλιάρισμαν, ενώ η διακίνηση εν υπεύθυνη για το 50% των εκπομπών διοξιδείου του άνθρακα, τα αγγόνια των ματσουκάρηων που εγινήκαν business men θα πα να πετάξουν εκατομμύρια για μιαν κιτς φαντασίωσην να κάμουν τρενάκιν πας τα βουνά. Να καταστρέψουν ακόμα παραπάνω το τοπίον, να κόψουν σ̆σ̆ιλλάες δεντρά, να σ̆ιονώσουν τόνους γλυφοζάτ πας τες ράγιες για να σκοτώννουν τα αγριοχόρτα, για να κουβαλούν πέντε χαζοχαρούμενους τουρίστες. Άππαρον. Με τους τουρίστες σκέφτουνται, με την οικολογίαν. Να δώκουν αύξησην στην αξίαν των χωραφκιών πέντε Μαραθευτών τζ̆αι τριών Τίλληρων, μεταξύ των οποίων τζ̆αι μερικών συγγενών της κυβέρνησης σκεφτουνται, δεν είναι πελλάρα, ή λάθος υπολογισμοί. Διαπλοκή είναι, όπως ότι αποφασίσαν.

Τρένον ή μετρό θέλει πας την γραμμήν Δάλιν, Τσέριν, Στρόβολος, ΓΣΠ, πανεπιστήμιον να φέρνει τον πολίτην που το Δάλιν στην Χώραν σε 15 λεπτά τζ̆αι που τον στρόβολον σε 5. Τζ̆αι  να δεις αν θα πιάννει το αυτοκίνητον ο εργαζομενος ή ο φοιτητής να σκοτώννει την ώραν του τζ̆αι το κορμίν του μες την κίνησην. Τρένον ή μετρό θέλει που την μιάν νάκραν της Λεμεσού ως την άλλην τζ̆αι που την που την Γερμασόγιαν στην Λινόπετραν, στα Πολεμίθκια στο Ζακάτζιν να κατεβαίννει ο Λεμεσιανός κέντρον σε πέντε δέκα λεπτά.

Αυτή η χώρα με έτσι κκελλέν μέλλον δεν έχει. Μια διχοτόμημένη νήσος με μιαν κοινωνίαν της διαφθοράς τζ̆αι του ψεμάτου θα μείνει, με πέντε οικογένειες τζ̆αι έναν τσούρον να κάμνουν κουμάντον τζ̆αι έναν εκατομμύριον εξαρτώμενους εκλογείς να προσεύχουνται τζ̆αι να ελπίζουν ότι θα αρπάξουν κανέναν ψύχουλλον που τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα των αρπάγων που κάμνουν κουμάντον το χοντρόν παιχνιδιν.

Λαλείτε μου έλα Κύπρον...

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

Ξερανίσκεις τα τζ̆αι τρώεις τα.

30% των ποσκουπήων είναι φαώσιμα πεταξούμενα. Το να είσαι σφιχτός όταν ψουμνίζεις τζ̆αι να μεν γοράζεις αλοάρκαστα αχρείαστα ή μεγαλλύττερες ποσότητες είναι η βάση. Το να μεν πετάσσεις ότι μείνει τζ̆αι να το βάλλεις στο ψυγείον τζ̆αι να το αξιοποιείς μετά είναι επίσης συστατικόν της βάσης. 

Ακόμα τζ̆αι να κάμνεις τα βασικά με σχολαστικότηταν, άμα αναλύσεις τα ποσκούπηα σου θα έβρεις έναν σωρόν φαώσιμα που τα πετάσσεις όι διότι έν έχουν καλήν γεύσην, όι γιατί εβρωμίσαν, αλλά γιατί εν άσ̆σ̆ημα. Κάτι φίλοι μου, εβάλαν μου στην ιδέαν μιαν άλλην στρατηγικήν εξοικονόμισης που την βρίσκω διασκεδαστικήν αλλά τζ̆αι παραπάνω αποτελεσματικήν από ότι φαίνεται.

1. Ότι λαχανικόν πλήννεις πληννίσκεις το καλά πριν να το καθαρίσεις. Ότι καθαρίσεις τζ̆αι εν σκλερόν, λλίον τατσομένον, άνοστον, κόφκεις το χώρκα τζ̆αι δεν το πετάσσεις κατ΄εύθείας στο κομπόστον. Σύρνεις το μες σε μιαν κουππούν δίπλα. Άμαν τελειώσεις βάλλεις το στην κατάψυξην. Όποτε έχεις φύλλα βάλλεις τα χώρκα τζ̆αι προσθέτεις τα όστι να τα πολλύνεις.

Επολλύνασην λλίες ημέρες ύστερα. Νουρκά της πάμιας, κρομμυόφυλλα, καρροτόφυλλα, μαϊτανοί (όι πολιτικοι, ποτζ̆είνους που βάλλεις στο φαϊν), νούροι του μαϊτανού, ξόφυλλα του μαρουλιού, ακόμα τζ̆αι τα όξινα κόφκω τους το πόξω τους με το άρωμαν τζ̆αι σύρνω τα ούλα μέσα.

Όποτε εν έχεις τίποτε να μαειρέψεις φκάλλεις τα ξόφυλλα που τον θάλαμον τζ̆αι σύρνεις τα μες σε μιαν μαείρισσαν. 


Φακκάς τους καμπόσους χόγλους όστι να ξαπολύσουν τα αρώματα τους. Ότι αρωματικόν έχεις που επάλ̆λ̆ι̮νεν σύρνεις το μέσα, Δαμαί έβαλα ριγανόξιλα που εμείνασιν που έτριψα την ξερήν ρήγανην, κάτι παλιά μπαχάρκα, κάτι παλιά πιπέρκα του Σιτσ̆ουάν, δάφνην, έναν κλωνίν λασμαρίν που τον κήπον.



Άμα χογλάσουν καλά κατεβάζεις τα τζ̆αι κουλιάζεις το ζουμίν. Έσ̆εις έτσι έναν τέλειον ζωμόν (που λαλούν τζ̆αι στες διαφημίσεις οι καλαμαράες) όι Μάντζ̆ι αλλά μαγικόν.


Τα φύλλα χώρκα

Στο κομπόστον με τα ταμπουρόφυλλα τζ̆αι άλλα που εν έχουν καλήν γεύσην για ανακύκλωσην. Τωρά θα μου πείτε, πού ξέρεις αν δεν πάσιν τζ̆αι τα ταμπουρόφυλλα μες την σούππαν. Δεν το δοτζ̆ίμασα για να είμαι ειλικρινής.


Τζ̆αι στον τελικόν τους προορισμόν πας το κομπόστον. Πριν να τσιππώσουν πάνω τους οι γεωσκόληκες, οι μύκητες, τα βακτηρίδια να φάσιν τζ̆αι ν΄αφήκουν το κομπόστον, αφήκαν πίσω τους ένα τέλειον τζ̆αι εύγευστον ζουμίν.


Η βάση για έναν τέλειον ριζόττο, μιαν σούππαν, έναν πουρκούριν, μιαν φατζ̆ήν...


Ριζόττον με πάμιαν του φούρνου


Τζ̆αι ότι εν παραπάνω στο καππακλίν της ΙΚΕΑ για την δουλειάν την επόμενην ή μιαν επόμενην να περιμένει μες τον θάλαμον.


Τα νουρκά της πάμιας εβραστήκαν φρέσκα μαζίν με τα παλιά τα κατεψυγμένα. Έτσι ζουμίν εύγευστον δεν έχει να σου πουλήσει ούτε η Νεστλέ, ούτε η Κνόρ.

Όι πους εν να σώσεις τον κόσμον, αλλά τζ̆αι η διάθεση καθορίζει μιαν στάσην ζωής. Βρίσκεις μιαν χαράν μες την οικονομίαν παρά μες την σπατάλην. Ο άνθρωπος σαν είδος, σαν θυλαστικόν, εκατάφερεν τα να διαχειριστεί την στέρησην (λέμεν τωρά...) αλλά έκαμεν τα μαμμούριν στην διαχείρησην της αυθονίας. 

Όπως έγραψα τζ̆αι στην προηγούμενην ανάρτησην, έκοψα το φέιζπουκ, οπόταν, άν θέλεις κάμε το σ̆έαρ εσύ που είσαι ακόμα μπλεμένος ή μπλεμένη τζ̆ειμέσα. Τα μπλόγκ ελάχιστοι  τα γυρεύκουν πκιον. Έβαλα τα κουμπούθκια πουκάτω για να το κάμεις σ̆έαρ με ένα κλίκ.

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

Facebook Πιττίν

—  Δεν θέλω να είμαι εν γνώσει ή εν αγνοία μου μέρος ενός αλγόριθμου.

—  Δεν θέλω να λαμβάννω κοινοποιήσεις από μιαν ομάδαν ανθρώπων που αποφασίσαν, σαν μέρος κάποιουαλγόριθμου, ότι μια πληροφορία με ενδιαφέρει.

—  Δεν θέλω να συλλέγουν τα προσωπικά μου δεδομένα, τες προτιμήσεις μου, το πού συχνάζω στο διαδίκτυο, ή στον κόσμον, το τί ξέρω τζ̆αι τί ψάχνω στους research browsers τζ̆αι να τα πουλούν σε εμπόρους, πολιτικούς ή διαχειριστές της εξουσίας για να πετύχουν καλλύττερες πωλήσεις, εκλογικά αποτελέσματα, κρατικές ή άλλες επιβουλές…

—   Δεν θέλω να ξοδεύκω άσκοπα τον χρόνον μου, ούτε καν τα πέντε λεπτά στον απόπατον, ττίππι-ττίππι πας το τηλεφωνούιν.

—  Δεν θέλω να είμαι αντικοινωνικός όταν είμαι με κάποιον πλάσμαν τζ̆αι βαρκούμαι λλίον, τζ̆αι κλεφτοκοιτάζω το τηλέφωνο για να περνά η ώρα. 

—  Δεν θέλω να σκοτώννω τες ώρες της procrastination(να αφήννω τα θέρη μου τζ̆αι να ξηκανναουρίζω) με τόσον βλακώδη τρόπο, φρου-φρου να κάμνω σκρολ μιαν οθονούαν να δώ τι εξυπνοκωλιάν έγραψεν ο ένας τζ̆αι ο άλλος.

—  Δεν θέλω να θωρώ πόσον χαμηλά μπορεί να ππέσει έναν πλάσμαν που εκτίθεται δημόσια στα κοινωνικά δίκτυα.

—  Δεν θέλω να είμαι μέλος κανενού δικτύου. Εδώ στην πραγματική ζωή τζ̆αι απόφυγα να δικτυωθώ με τους κυπραίους της χώρας που διαμένω, τί γυρεύκω σε έτσι τόπους, πραγματικούς ή βίρτουαλ;

—   Δεν θέλω να μπαίννει σε πειρασμόν ο ναρκισσισμός μου για την ευχαρίστησην ενός λάϊκ τζ̆αι να χάννει πραγματικές χαρές.

—  Δεν θέλω να έρχομαι σε επαφήν με τόσην ανθρωπίλλαν, τόσην βλακείαν, τόσην αμορφωσιάν, τόσον θρίαμβον της βλακείας που να γίνεται τιμή τζ̆αι καμάρι κάποιων, για να πουλήσει σε τελευταίαν ανάλυσην ο Τσουκκερμπεργκ διαφήμησην τζ̆αι να αστίζει ο αλγόριθμος του ακόμα παραπάνω τούτην την συμπεριφοράν.

—  Δεν θέλω να έχω επαφήν με κουτσομπολιά, φέικ νιους, βλακώδης κοκορομαχίες μεταξύ αγνώστων ονομάτων που μου ονόμασεν το φέιζπουκ φίλους ή μεταξύ αβατάρ.

—  Θέλω να κόψω μούτιν λλίον που την τοξικότηταν της Κύπρου που αγαπώ τζ̆αι που μισώ όσον ο εαυτός μου.
  
Εγράφτηκα σε τούτον το Φέιζπουκ διότι εσυνέχιζα να γράφω στο μπλόγκ μου που έγινεν μια πεθαμμένη υπόθεση με καμιάν δεκαρκάν επισκέπτες τον μήναν. Τούτος ο τρόπος έκφρασης επεριθωριοποιήθην, διότι ήβραν άλλον τρόπον να φκάλλουν λεφτά οι διαφημιστές που τους συνδρομητές του ίντερνετ τζ̆αι εβούρησεν ο λαός ποτζ̆εί. Που τότες βάλλω κοινοποιήσεις τζ̆αι έρκουνται καμιάν πεντακοσιάν, καμιάν φοράν τζ̆αι σ̆σ̆ίλια πλάσματα τζ̆αι θκιαβάζουν τες αναρτήσεις μου. 

Πρέπει να είσαι πολλά δυνατόν πλάσμαν για να γράφεις τζ̆αι να μεν σε κόφτει να μεν θκιαβάσει τζ̆αι κανένας το κείμενον σου. Εγώ δεν εκατάφερα ακόμα να δυναμώσω τόσον, τζ̆αι ο ναρκισσισμός μου εν άρρωστος όπως της μεγάλης πλειονότητας των ανθρώπων τζ̆αι ψάχνει υποκατάστατα της απόλαυσης. Η κολακία πιάννει ακόμα πάνω μου, άμαν μου λαλεί κάποιος ότι γράφω καλά. Τωρά όμως που μετρώ το κόστος του να είσαι πάνω σε τούτα τα σόσιαλ μίντια, σκέφτομαι ότι είναι ίσως η ώρα να οριμάσω τζ̆αι να κόψω μούτιν όι μόνον που την τοξικήν Κύπρον, αλλά τζ̆αι που τες τοξικές εκφράσεις του ναρκισσισμού. Που τες κοινοποιήσεις λλίον-λλίον εξέφυγεν τζ̆αι εγίνηκα κανονικός πελάτης του φέιζπουκ. Να απαντώ, να γράφω, να μου βάλλουν λάικ (εγώ σπάνια βάλλω). Πιττίν. Δεν θέλω άλλον.

Ποσ̆ερετώ σας που το φέιζπουκ, τζ̆αι αν κάποιος θέλει να θκιαβάζει πότε πότε τί έγραψα, ας κάμει tag acerasanthropophorun.blogspot.com ή ας στείλει μέιλ στην διεύθυνσην του μπλόγκ flou123@bluewin.ch. Τζ̆αι άμαν σας αρέσει καμιά ανάρτηση, κάμνετε την σ̆έαρ στο κοινωνικόν σας δίκτυον. Ότι τζ̆αι να κάμω, νομίζω ότι πάντα θα έχω το αΐπιν να μου αρέσκει να το δκιαβάζουν πολλοί τζ̆είνον πογραψα. Άμαν ηξέρεις τα αΐπια σου όμως κάτι είναι. Προσέχεις πουλλόου τους.

-->
Ορεβουάρ

Τρίτη, 20 Αυγούστου 2019

Το Βαρώσιν μου εμέναν.


Ήμουν πέρσι Κύπρον με πολλά στενούς παρέες, τζ̆αι είχα την πολλά κακήν ιδέαν να τους πάρω στα κατεχόμενα να τους δείξω τον πόνον μου. 

Ήταν σουρούππια φου, όταν εκαταλήξαμεν που τον Απόστολον Αντρέαν στο Βαρώσιν. Εκοντέψαμεν πας τα ττέλλια της πόλης τζ̆αι είδαν τα πλάσματα το πρόσωπον του πολέμου, γέρικον τζ̆αι γέρημον, αλλά εξίσου αηδιαστικόν. “Μα έσ̆ει έτσι πράμαν! Εμείς ούτε που ακούσαμεν πους εγίνην εισβολή. Εξέραμεν ότι είσ̆ετε κάτι φασαρίες με τους Τούρκους, αλλά τούτον εν τρομερόν!”

Εγώ άφηκα τους μόνους τους να φκάλλουν φωτογραφίες με τα τηλεφωνούθκια τζ̆αι ετράβησα πίσω. Εν έμπορα άλλον. Να κάμνεις τον ξεναγόν έτσι, πρέπει να είσαι πολλά μαζόχας. Όταν απομακρύθθηκα σε απόστασην ασφαλείας, στην αρκήν επήεν να με πιάει το κλάμαν. Εκατάπια έναν βρόκκον πίκραν τζ̆αι έσφιξα την καρκιάν μου τζ̆αι δεν έκλαψα. Εκρέπαρεν το συναίσθημαν με μια παράξενην μορφήν. Έπιαεν με ένας θυμός, μια αγανάχτηση, μια αηδία. Άρκεψα να ξιτιμάζω μεγαλοφώνως. Δεν λαλώ συνήθως χοντρές κουβέντες. Η μάνα μας απείλαν μας να μας κόψει την γλώσσαν μας να πούμεν ξιμαρόλοα, τζ̆αι ο τζ̆ύρης μου ότι ήταν να μας, λύσει αν ακούσει ξιμαρισμένα. Ότι δεν εξιστόμησα στην ζωήν μου έφκην σαν το έσ̆κιν. Έσ̆κιν για την Εόκα βήτα που εκατάστρεψεν τον τόπον το 74. Έσ̆κιν για τους εθνικόφρονες, που εξεκινήσαν την καταστροφήν που το 55 τζ̆αι πριν ακόμα. Έσ̆κιν για την γενιάν του 60, που τους εδώκαν κράτος τζ̆αι δεν τα εκαταφέραν να το κυβερνήσουν τζ̆αι βάλαν τον κόσμον να σφαεί, τζ̆αι να σφάζεται ακόμα. Έσ̆κιν για την Τουρκίαν που εξαπόλαν τες πόμπες πουπάνω μας τζ̆αι γέμωσεν την ζωήν μου εφιάλτες που τους κουβαλώ ακόμα τες νύχτες μιτά μου όπου πάω, όπου βρεθώ.

Μετά εξανακοίταξα τες καρκαλαμιές των ψoφισμένων χτιρίων με τα οποία εβιάσαν τον άμμον της πόλης μου οι πρώτοι διδάξαντες καπιταλίστες της χώρας μου, ευνοούμενοι της διαφθοράς του κράτους του Μακαρίου, της Εόκα τζ̆αι των τομεαρχών της επαρχίας. Ούλοι τούτοι που τα έχουν δαμαί, ήταν πουκάτω που την τσ̆ιούππαν του Μακαρίου, είπεν μου ένας ηλικιωμένος συμπολίτης μου. Γλείφτες, μακαριακοί τζ̆αι γριβικοί. Ούλλοι της Εόκα, της νεκκλησ̆ιάς, ανήψια, συμπεθθέροι, γαμπρούες, κόρες, αγγόνισσες, των πέντε αρκόντων, των πέντε αρπάγων που εκάμναν κουμάντον μες τα καπετανάτα τζ̆αι επιάσαν μοιράσιν τον εθνικόν πλούτον που αφκήκαν πίσω τους οι Εγγλέζοι. Πας το τζ̆ύμμαν εχτίζαν οι ππεζεβέγκηες. Πας το τζ̆ύμμαν, τζ̆αι πας τον άμμον της Αμμοχώστου με δίχα αντροπήν εχτίσαν τους πύργους τους να κάμουν την ομορκιάν του τόπου χρήμαν.

Τζ̆αι εφτάσαμεν σήμμερα να τα κάμνουν προσκύνημαν τζ̆αι να γράφουν αφελής Βαρωσιώτες “αννοίξετε τα ττέλια τζ̆αι άφηκα την ψυχήν μου μέσα”.

Πρώτην φοράν αηδίασεν η ψυχή η δική μου τόσον βαθκιά την εθνικόφρονην αστικήν τάξην της πόλης που με γέννησεν. Έφυα τζ̆αι άφηκα την τζ̆αι ήμουν πέμπτην του δημοτικού. Σε τούτες τες πολυκατοικίες πας το τζ̆ύμμαν ποττέ μου δεν επάτησα πριν τον πόλεμον στην θάλασσαν να λουθώ. Ο παπάς μου ενεκάτσ̆ιαν την ξημαρισ̆ιάν της παραλίας τους αρκόντους. Εμείς επααίνναμεν στες Κλαψίδες θάλασσαν, στον άμμον τον ανόθευτόν τον καθαρόν, μακρυά που την ξιμαρισ̆ιάν, τζ̆αι στες Σ̆ελώνες κάθε δεκαπεντάουστον, τζ̆ει που το Ριζοκάρπασον. Την ξιμαρισμένην Αμμόχωστον με τους κατράες που εφήνναν τα πλοία που έρκουνταν στο λιμάνιν, αφήνναμεν τα τους αρκόντους να τα σ̆αίρουνται με την ασ̆σ̆ήμιαν του κουγκριού τους τζ̆αι του αππωμάτου τους.

Τα παιδικά μου χρόνια δεν ήταν η οδός Κκένεττι, (άκου Κκενεττι…). Ήταν οι χωματόστρατες που επερνούσαν που μέσα που τα περβόλια τζ̆αι επαρπάτουν τες τα πρώτα χρόνια του σχολείου μου να πάω στο δημοτικόν του Λάξη τζ̆αι ύστερα του Κατωβαρωσιού. Δεν είχεν πεζοδρόμιον τζ̆αι εφορούσαμεν ποϊνούες να πάμε σχολείον τον σ̆ειμώναν, να μεν πιλώννουν τα παπούτσ̆ια μας τζ̆αι να ξημαρίζουν τα παντελονούθκια μας. Έναν παντελονούιν είχαμεν στολήν τζ̆αι έπρεπεν να το κρατούμεν καθαρόν ως το Σάββατον να το πλύννει η μάνα μας. 

Αθθυμούμαι τον ακκαννομούτταν πας τες τζ̆ιτρομηλιές που εφυτέψαν φραμόν του περβολιού με τα πορτοκκάλλια. Εφοητσ̆άζαν μας οι μεγάλοι πως άμαν σε άκκαννεν ο χαμολιός πας την μούττην, έπρεπεν να φκεί γάρος πας τον φούρνον ν΄αγγανίσει για να σε ξαπολίσει. Αθθυμούμαι την πασ̆ιαν την Λευκήν, που μας ελαλούσαν οι μεγάλοι πως ήταν καλή γεναίκα τζ̆αι πους άμαν μας εδάκκαννεν ο ακκαννομούτας, έπρεπεν να της φωνάξουμεν τζ̆είνης να φκεί πας τον φούρνον της να αγγανίσει, που δεν είσ̆εν γάρον η γειτονιά. Τζ̆αι εκάμναμεν πρόβες με την μούττην μας πκιασμένην “θκεια Λευκή, θκειά Λευκή”…

Όποτε μυριστώ αθθόνερον της τζ̆ιτρομηλιάς, μυρίζουμαι το Βαρώσιν μου. Μυρίζουμαι τους παιδικούς μου φόους, τζ̆αι τες παιδικές μου χαρές, τες παλιόστρατες του Κατωβαρωσιού, τες χωράφες με τα μαρτούθκια, τες μέλισσες πας τα μελισσόχορτα, τους ζίζζιρους πας την αθασ̆ιάν μας. Μυρίζομαι τους καλαμιώνες του Φάραγγα. Στον Φάραγγαν επααίνναμεν στον κουμπάρον του τζ̆ιουρού μου, τον Αντρέαν τον Μάντην. Εκάθουνταν με τες ώρες τζ̆αι εδιασκεδάζαν με τρία καραολιά τζ̆αι μια πότσαν Λοέλ 43. Είχαμεν τζ̆αι στο Βαρώσιν μαντογειτονιάν, που ακόμα τζ̆αι που τους φτωχούς, λλίοι εκαταδέχουνταν να πάσιν να τους κοντέψουν. Ήταν οι φτωσ̆οί των φτωχών. Οι ποκαριμμένοι οι τέλλια. Ο τζ̆ύρης μου ελάλεν “άμαν σου αννοίξει ο μάντης την πόρταν του σπιθκιού του, έσ̆εις φίλον μάντην, τζ̆αι άμαν έσ̆εις φίλον μάντην, έσ̆εις φίλον πον φίλος”.

Μυρίζουμαι τα στενά δρομούθκια τζ̆αι τα τζ̆υπαρίσ̆σ̆ια του Άη Λουκά, τους Ευκαλύπτους της λίμνης του τζ̆αι το απέραντον νερόν της μιαν φοράν που έβρεξεν πολλά τζ̆αι γέμωσεν. Στον Άην Λουκάν επααίνναμεν να δούμεν την γιαγιάν την Σιγκλούν που τον Άην Λιάν, τον Κακουλλήν τζ̆αι την Μυροφόραν που την Μηλιάν. Οι Βαρωσιώτες της ηλικίας μου είμαστιν Βαρωσιώτες. Οι γονιοί μας όμως ήταν ούλλοι μετανάστες της αστυφιλίας. Κάθε σαββατοκυρίακον εφτζ̆όρωννεν το Βαρώσιν. Άλλοι στο Αυκόρου, άλλοι στο Βρένναρος, άλλοι στην Καλοψίαν, στους Στύλλους, στο Αρναΐν, στον Γαουράν, στην Έγκωμην, στον Δαυλόν, στες Μάντρες, στην Ακαθθούν, στον Μαραθόβουνον. Προλετάριοι με 30 λίρες μεροκάματον τον μήναν, εσκοτώννουνταν που τον κάματον της δουλειάς, να ζήσουν τες χαρές της ζωής, να μορφωθούσιν, να προοδεύσουν, να φκάλουν παιθκιά προκομμένα. “Έρκουνταν που τα χωρκά χτηνά, ακοινώνητοι, βιβλίον στην ζωήν τους δεν αννοίξαν. Μες τον αγώναν για την διεκδίκησην εκάμναμεν ο ένας τον άλλον άθρωπον, εμορφωννούμαστιν, έρκουνταν οι γραμματιζούμενοι τζ̆αι αννοίαν μας τα μμάθκια μας, τζ̆αι όποιου αννοίαν τα μμάθκια του άννοιεν τα τζ̆αι του διπλανού του”, ιστόραν μου μετά την προσφυγιάν η Βερμαού, η συντρόφισσα που εμόρφωσεν δεκάδες χωρκατούθκια που τα εκατατρέχαν οι εγγλέζοι να μεν συνδικαλίζουνται. “Εμορφωννούμαστιν την νύχταν, στες σχολές του κόμματος τζ̆αι των συντεχνιών, μες την παρανομίαν, τζ̆αι πααίνναμεν εις τα χωρκά μας τζ̆ι εμορφώνναμεν τζ̆αι τους γονιούς μας. Μαρξ, Έγγελς, Λένιν, Καζαντζάκης, Λουντέμης, Νικολάι Οστρόφσκι, Ζολά, Μαξίμ Γκόρκι, Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα. Επιάνναμεν τα βιβλία που τους συλλόγους τζ̆αι εδανίζαμεν τα κρυφά ο ένας του άλλου να μεν ηππέσουν εις τα σ̆έρκα τους εγγλέζους ή στους απεργοσπάστες των νέων συντεχνιών που μας εκαρφώνναν. Για να κάμουμεν μιαν κοινωνίαν καλλύττερην, έπρεπεν να γινούμεν εμείς καλλύττεροι. Για να κάμουμεν μιαν κοινωνίαν του αθρωπισμού, έπρεπεν να γινούμεν εμείς πρώτα αθρώποι.”



Εκράτουν πας την ταπέλλαν της πύρας που εβάλαν οι Τούρτζ̆οι να χώννουν που τους τουρίστες τες ξημαρισ̆ές του πολέμου. Εδίκλεισα πάνω τζ̆αι είδα το φεγγάριν. 

Έμπηξα μια τελευταίαν ξητημασ̆ιαν παουριστά να μεν ακούω τες πόμπες που μας εσύρναν τα αεροπλάνα τζ̆ειν την ημέραν. 
— Εφώναξες μας; Αρώτησεν με ο Ζ̆ερόμ. 
— Ναι. Φεύκουμεν. Εν ημπόρω άλλον.
— Καταλάβω.
— “Σιγά που καταλάβεις”. Εσκέφτηκα που μέσα μου.
Εδώ οι Βαρωσιώτες τζ̆αι δεν καταλάβουν.

Είναι τούτον το Βαρώσιν που γεννά Σίμους Ιωάννου. Έχουμεν τζ̆αι εκλογές για τον δήμαρχον την Κυριακήν. 

Εν ο γιατρός του λαού, είπεν μου ένας προχτές. Άμαν συγκόψει κανέναν που δεν κρατεί, αρωτά τον, τζ̆ι εν τζ̆αι πιάννει του ριάλλια. Οι αμόρφωτοι τζ̆αι κάτι δεξιοί που… πού να καταλάβουν…, εκτιμούν το ότι τάχα κάμνει αγαθοεργίες. Στο Βαρώσιν όμως των λαϊκών συνοικιών δεν είμαστιν της θρησκείας να κάμνουμεν το καλόν για να μας δοξάζουν ή για να δοξάζουμεν τον θεόν να πάμεν εις τον παράδεισον, ούτε μορφωννούμαστιν για να φκάλουμεν ριάλλια. Μορφωννούμαστιν για να γινούμεν καλλύττεροι, έτσι όπως μου το περίγραψεν η μακαρίτισσα η Βερμαού. Η αλληλεγγύη προς τον άνθρωπον εν μες το DNA μας. Όταν δεν πιάννει ριάλλια το παιδίν μιας προλετάριας που έναν πλάσμαν που εν εις την ανέχειαν, μπορεί τζ̆αι ναν επειδή σκέφτεται την μάναν του, που εζάωσεν μες τα συσκευαστήρια να εξοικονομήσει πέντε δεκάρες για τες σπουδές, που δεν επλήρωνεν σε προλετάριους το κράτος. Μπορεί ναν που σκέφτεται τον πατέραν του, που έδωκεν την ζωήν του στον αγώναν να έχουν ούλοι, τζ̆αι οι προλετάριοι, οχτάωρον, σαββατοκύρίακον ελεύθερον, σύνταξην τζ̆αι ιατρικήν ασφάλισην.

Όι. Δεν γουστάρω Λόρδον για δήμαρχον της πόλης μου, όσον καλόν παιδίν τζ̆αι να έφκην όπως λέγεται. Θέλω πλάσμαν του λαού, που μόνον αξίες έσ̆ει για κληρονομικόν τζ̆αι που για αξίαν πρώτην το κοινόν σσυφέρον έσ̆ει.

Έχουμεν διαφοράν που τους δεξιούς. Ναι. Τζ̆αι ας μεν εμείναμεν πολλοί που δεν τους εφάαν οι εγωϊσμοί, το χρήμαν ή τα χρέη.