Σάββατο 16 Απριλίου 2022

Να σας γνωρίσω τους φίλους μου 2: oγράτζ̆οι τζ̆αι γυρίνοι.



 Η φωτογραφία μεγαλώννει με έναν κλικ

Εξεκίνησα να γράφω για τους φίλους μου τους μέσα. Για το "φιλόδεντρον που εφημερεύει" στο σαλόνι μου κατ΄ακρίβεια. Αλλά είσ̆εν τόσον ωραίον τζ̆αιρόν σήμμερα που έφκηκα έξω τζ̆αι εσυνάντησα τους φίλους μου τους έξω. Αφούς το φιλόδεντρον εφημερεύει, όπως εφημερεύει τόσα χρόνια τζ̆αι διά μιαν άλλην αισθητικήν στην μελαγχολίαν τζ̆αι στην μοναξιάν, να το αφήκω για άλλον κείμενον, διότι οι φιλοι πον να σας παρουσιάσω σήμμερα αλλάσσουν μέραν με την ημέραν. 


Όταν σας μιλώ για μοναξιάν, μεν νομίζεται πως σας μιλά κανένας κακομάζαλος ερημήτης. Η σ̆ειρόττερη μοναξιά εν μες σε κακές συντροφκιές ή ακόμα σ̆ειρόττερα, μες την πολλοκοσμίαν με την οποίαν δεν έσ̆ει το πλάσμαν να πει τίποτε. Φίλον ονομάζω τζ̆αι συντροφκιάν, έναν πλάσμαν που έσ̆ει να μου πεί κάτι να μάθω, κάτι να αισθανθώ.

 

Πέρσυ εκαρτέρουν τους τζ̆ι έν ήρτασιν. Μιλώ για τους ογράκους που έρκουνται τα τελευταία χρόνια τζ̆αι γεννοβολούσιν μες την κολύμπαν που έκαμα για ότι ζωντανόν χρειάζεται νερόν στην γειτονιάν να έρκεται να σερβίρεται τζ̆αι να κόφκουμεν τζ̆αι καμιάν κουβένταν. Οι υδροβιότοποι λλιανίσκουν τζ̆αι στες γειτονιές μου. Ενόμισα ότι εν θα έρκουνταν ούτε φέτη. Άμαν κάμνεις διάλογον με την βιοδιαφορετικότηταν στο ιμιάγριον, ιμιήμερον περιβάλλον, οι ξένοι σου ότι θέλουν κάμνουν. Για μέναν τούτος ο διάλογος εν η χαρά. Να παρακολουθώ πως αντιδρούσιν στες διάφορες επεμβάσεις που κάμνω στον κήπον ή στο χωράφιν. Εν έναν είδος διαλόγου που σου μαθαίννει πολλά για τον κόσμον τους, για τον κόσμον σου.

 

Μες τον υδροβιότοπον που έφτιαξα, μετά που έβαλα μερικά ιθαγενή φυτά, άφηκα τον κόσμον που θέλει να έρτει να ρτει. Δεν έβαλα σ̆ελωνούες ή χρυσόψαρα. Έβαλες χρυσόψαρα μες το νερόν τίποτε άλλον δεν θα έρτει. Το ίδιον τζ̆αι με τες σ̆ελώνες. Άσε δε που οι σ̆ελώνες διαφεύγουν τζ̆ιόλας τζ̆αι άμαν καταλήξουν στην άγριαν φύση μπορεί να εξολοθρέψουν ολόκληρον βιοσύστημαν που καταβροχθίζουν τα πάντα, δεν έχουν θηρευτές τζ̆αι δεν έχουν ξίλημμαν άμαν πολλαπλασιαστούσιν. Ολόκληρον βάλτον στο Jussy κοντά στην Γενεύην εκάμαν τον βασίλειον τους τζ̆αι εξολοθρέψαν τα πάντα. Οι αχάπαροι από ζωήν pet lovers που εγοράσαν σ̆ελωνούες στα μπάσταρτα τους, μετά που τες εβαρεθήκαν ελυπηθήκαν τες να τες σύρουν του αποπάτου να ποσπάζουνται τζ̆είνες που τα βάσανα, να ποσπάζουνται τζ̆αι τζ̆είνοι που τους πελάες, τζ̆ι επήραν τες να τες αφήσουν ελεύθερες στην φύσην… Καταλαβαίνετε τί ακολούθησεν…

 

Στον υδροβιότοπον μου εμέναν τα πρώτα που ήρτασιν ήταν δύο είδη καραόλων που ήταν πας τα φυτά που εκουβάλησα για προζύμιν. Ντόπιοι οι καραόλοι, διότι τα φυτά έπιασα τα που την Κλερ Λιζ, που δεν θά έκαμνεν ποττέ το “αμάρτημαν” να νεκατώσει το γενετικόν υλικόν των Άλπεων με εξωτικά φυτά η ζωΐφια που κουβαλούν τα πέτ σ̆ιόπ.Τα πέτ σ̆ιόπ είναι τόποι αηδίας για μέναν. Είναι τζ̆ειαμαί που συναται η αγορά με την έλλειψην τρυφεράδας με την μοναξιάν του σύχρονου κόσμου. Όπου συνταντάται η αγορά, το κίνητρον κέρδους δηλαδή, με την ζωήν γεννά δυστυχίαν. Αρωτάτε ότι επέρασεν που πετ σ̆ιοπ τζ̆αι θα σας πει. Αν καταλάβετε δηλαδή την γλώσσαν του χτηνού.

 

Με τους καραόλους ήρτασιν τζ̆αι Νωτονέκτες (εν κάτι έντομα του νερού που κωλυμπούν πισινήν λαλεί το τζ̆αι το όνομαν τους notonecta, που κωλυμπά με τα νώτα). Δεν ξέρω αν επετησαν που άλλην κολύμπαν ή αν ήρταν τ΄αυκά τους πας τα φυτά που κουβάλησα, ήρταν πάντως που τον πρώτον χρόνον. Τα βιβλία βιολογίας λαλούσιν ότι παρόλον που εν κολυμβητές, άμαν πολλήνουν πολλά σε μιαν κολύμπαν, μπόρουν τζ̆αι πετουσιν να παν να έβρουν αλλού νερόν. Εν όπως τους νέους επιστήμονες, ειδικά στην Κύπρον, που αν δεν φκάλουν φτερά παρόλον που δεν θα το θέλασιν, θα τους φάσιν τα αρπαχτικά που κρατούν τες θέσεις. Οι νωτονέκτες μου δεν αφήνουν σκνήπαν να σταυρώσει. Δεν έχω σκνήπες χάρη στους νωτονέκτες, στες λιβελούλες τζ̆αι σε κάτι μισ̆ιαρούς του νερού που τους λαλούμεν δακάτω triton. Τρίτωνες δηλαδή. Τζ̆αι τα τρία είδη είναι πραγματικοί εξολοθρευτές άλλων εντόμων. Οι προνύμφες της λιβελούλης, (αεροπλανούθκια τες εβαφτήσαμεν που είμαστιν μιτσ̆οί διότι κανένας δεν μας είπεν τί όνομαν έχουν στην γλώσσαν μας) εν το ίδιον αρπαχτικά, όσον τζ̆αι τα πετούμενα.

 

Έκατσα πάνω που ώραν σήμερα τζ̆αι επαρακολούθουν τι ζ̆εί μες την κολύμπαν. Δεν ξέρω γιατί μου ήρτεν το ποίημαν του Ελύτη. Εν συνηρμός που που το φιλόδεντρον που εσυνομίλουν με τους φίλους μου τους μέσα; Εν ήρτεν όμως το Άξιον εστι. Εν η πρωτομαγιά που ήρτεν, που “το ημερολόγιον ενός αθέατου Απριλίου” του 1984.

 

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:

 

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη

 

ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας

 

οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά

 

και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα

 

ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα

 

τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες

 

λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

 

Θα λεγες, έτοιμα όλα τους να παν

 

στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη

 

Έφυγα που τες οθονες να ξεφύγω που τον χορόν των μεταμφιεσμένων του Άδη τζ̆αι κατατρέχουν την σκέψην μου μέχρι τζ̆αι το τελευταίον μου καταφύγιον. Μες την σκέψην όμως εν πιο υποφερτοί παρά να τους θωρείς αυτοπροσώπως. 

 

Τζ̆αι έτσι όπως εκάθουμουν ακίνητος για ώραν τζ̆αι βάλε, 

 

Βρεκεκέξ κουάξ κουάξ 


λαλεί μου ο όγρακος που την προηγούμενην νύχταν εγεννοβόλησεν τες ταντέλλες με σπορούθκια ζωής που θωρείτε πας την φωτογραφίαν που έφκαλα να μοιραστω με όποιον του αρέσκει τζ̆αι θκιαβάζει τα γραφτά μου. Έκατσα αλλότοσην ώραν να συνομιλώ με τους φίλους μου χωρίς να σκέφτουμε τους μισταρκούς του Άδη, ή τα παιδκιά της νύχτας, τους ψέφτες ή τους κλέφτες.




φωτογραφία του ίδιου υδροβιότοπου παγωμένου, λλίες ημέρες πριν να αρκέψει ο τελευταίος θερμός τζ̆αι ψυχρός ταυτόχρονα πόλεμος.