Πέμπτη, 6 Μαΐου 2021

Άλλος ένα γύρος συνομιλιών

 


Αν εβρέθετουν η Καλλιόπη μες στο αεροπλάνον που εστρέφετουν που την Γενεύην, είτε το Ελληνικόν, είτε το Τούρτζ̆ικον, είσ̆αν να τους πει τα ίδια που την άκουσεν ο Ησίοδος να λαλεί τους ματσουκάρηες που αντιπάθαν:

 

« ποιμένες γραυλοικάκ λέγχεα, γαστέρες οον» 

 

Μπορεί να παραξενεύκεστε που βάλλω αρχαία μες το κείμενον μου αφού πάντα γράφω διάλεκτον. Είναι που θαρκέστε πους δεν ιξέρετε αρχαία. Μητρική σας γλώσσα όμως εν η Κυπριακή Ελληνική! Άρα ξέρετε χωρίς να το ξέρετε! Κυπριακά τζ̆αι αρχαία ελληνικά το  ίδιον είναι, τζ̆αι θα σας το αποδείξω. Είναι δηλωμένον τζ̆αι που υπουργόν. Όπως εδήλωσεν επισήμως η υπουργάρα της παιδείας, η γλώσσα που μιλούν οι Κυπραίοι έρκεται κατ΄ εύθείας που την αρχαίαν. Τζ̆αι τα ρητοριλλίκκια έχουν βάσην! Οι  άλουτοι τζ̆αι οι αχτένιστοι που διαδηλώννουν «ως δαμέ διχοτόμησην» θα έπρεπεν να γνωρίζουν κατά τον υπουργον ότι έστω τζ̆αι ανορθόγραφα, διαλαλούν στους δρόμους όπως το κόμμαν του: «η Κύπρος είναι Ελληνική». «Ώς δαμέ» τζ̆αι που μόνον του φωνάζει «η Κύπρος είναι Ελληνική». Από την στιγμήν που τζ̆αι το «ως» τζ̆αι το «δαμαί», με άλφα γιώτα βέβαια όπως εν το σωστόν, έρκουνται κατ΄ευθείας που τα αρχαία, επιβεβαιώννει το πολιτικόν φαντασιακόν του υπουργού περί γλώσσης. 

 

Πάμεν λοιπόν.

 

Ποιμένες. Ως δαμέ καταλάβετε: Ματσουκάρηες, βοσ̆σ̆οί, αιγοπροβατοτρόφοι. Ο ποιμήν του ποιμένος. Ο που πάει ομπρός τζ̆αι ακολουθούν κουέλλες τζ̆αι αίγες.

 

Τζ̆αι οι αίγες, όσοι από εσάς ακολουθείτε ποιμένας, από την Θεογονίαν του Ησιόδου φκαίννετε. Η αιξ της αιγός. Τζ̆αι λαλούμεν «υπό την αιγίδαν». Αν μεν ήταν η αιξ η Αμάλθεια, ούτε ποιμένας ήσ̆αν να ’σ̆εί, ούτε ποίμνια να ακολουθούν. Ούτε καν Γριστούς ήταν να ’σ̆ει ούτε Παναΐες, διότι τζ̆αι τζ̆είνοι υστεροφανούσιμοι του Δία είναι. Όσοι αμαθείς δεν το ξέρουν, εν η Αμάλθεια που ήταν η τροφός του Διός. Που το τζ̆έρρατον της έφκαλλεν τζ̆είνον που ετράβαν η ψυσ̆ή του θεουθκιού να τρώει να ως που να γινεί θεός να πα να καθαρίσει τον τζ̆ύρην του τον Κρόνον που έτρωεν τα παιδκιά του τζ̆αι να ποσπάζεται τζ̆αι τζ̆είνος τζ̆αι η Γαία η μάνα του που την πατριαρχίαν. 

 

Η αιξ εν περίτου που το προλεταριάτον. Ότι χρήσιμον έσ̆ει πάνω της, θα του κάμουν χρήσην τζ̆αι οι θεοί τζ̆αι οι αθρώποι. Ακόμα τζ̆αι που ήρτεν η ώρα της Αμάλθειας τζ̆αι εψόφησεν, πριν να την κάμουν τσαμαρέλλαν, εν που την πετσ̆ιάν της που έκαμεν ασπίδαν ο Ζευς, για να λαλούν οι θνητοί μέχρι σήμμερα «υπό την αιγίδαν». Που μιάν αίγαν εκρέμμετουν η τύχη όσων ακολουθήσαμεν, τζ̆αι θεοί τζ̆αι αθρώποι. Αν μεν εβρέθετουν η Αμάλθεια, ο Κρόνος ήσ̆αν να τρώει κόμα τα παιδκιά του πριν να φτάσουν να ζήσουν. Πιλέ μου τωρά, χάρη στην Αμάλθειαν τζ̆αι τον Δίαν, τζ̆αι θνητούς τζ̆αι θεούς, αντίς να μας φάει ο Κρόνος, ο χρόνος που μας τρώει αφήννει μας να ζήσουμεν τζ̆αι μιαν ζωήν να γευτούμεν τες χαρές της.

 

«Ποιμένες άγραυλοι», είπεν η Μούσα που τους επροσφώνησεν. Τζ̆αι αγρός ιξέρετε ίνταν πο νι. Αφούς εν είδος αρχαίων ελληνικών που μιλά η Κύπρος. Ξέρετε τζ̆αι την λέξην αυλή. Άγραυλοι φαίνεται σας παράξενον, αλλά κυπριακή διάλεκτος είναι λοιπόν τζ̆αι τούτη. Τωρά εν πλεονασμός να πεις τζ̆αι ποιμήν τζ̆αι άγραυλος. Ο μακαρίτης ο Μαυράτσας έγραψεν τζ̆αι βιβλίον με παρόμοιον τίτλον. Σε τελευταίαν ανάλυσην, εν που τον τζ̆αιρόν της Καλλιόπης, της Κλειούς, της Ευτέρπης, της Μελπομένης, της Πολυμνούς, που να πεις του άλλου άγραυλε εν τζ̆αι ππέφτεις τζ̆αι πολλά έξω με το να του πεις ματσουκάρη, ξύλον απελέτζ̆ητον, κούζουλε, ανάγωγε. Τζ̆αι όι άγραυλοι να νομίσετε τωρά ότι σας μιλώ για Παφιτούες ή Πιτσιλλούες που συναφέρνω την Κλειούν τζ̆αι την Μελπομένην. Εν για τες Μούσες που μιλώ, 800 γρόνια πριν να φέρει στον κόσμον τον γιον του θεού των Εβραίων η Μαρία. 

 

Των Μουσών δεν εμπορούσεν κανένας να τους γελάσει, με θνητός, με θεός, με ηγήτωρ με τράουλλος που ακολουθεί, όι ήσ̆αν να τους γελάσουν οι πονηροί τσ̆ουπάνηες, τα κακ΄ ελέεγχεα. Που τότες οι άγραυλοι ήταν ποδκιάντραποι, αιδώς αργείοι. Στην ύβριν πρώτοι, ιδίως άμαν πάρει ο νους τους αέραν την ώραν που από ματσουκάρηες βρεθούσιν ποιμένες ένστολοι να ηγούνται κουέλλων τζ̆αι να νέμονται πλούτον, γην τζ̆αι ύδωρ.

 

Τζ̆αι να εγέλαν κανένας γαστέρας οίον της ονειροπαρμένης Ερατούς, μετά την άτην η Καλλιόπη ήσ̆αν να του την φέρει πουπάνω μες το έπος με την νέμεσην τζ̆αι με την τίσην.

 

Κακ΄ελέγχεον σημαίνει κακόν όνειδος. Τζ̆ει που την αντροπήν τους επεήντιζειν η Καλλιόπη όσοι ήταν κοιλιόδουλοι.

 

Οι γαστέρες οίον, που εγεμώσαν δκυό αεροπλάνα, έναν τούρτζ̆ικον τζ̆αι έναν ελληνικόν να πάσιν να φαν τον ούτσ̆ιαλιν τους στας Γενεύας, έμπα τζ̆αι το Λήδρα Ππάλας δεν τους εγέμωννεν την γαστέρα, χαριεντίζουνται διότι στρέφουνται πίσω σε φάσην άτης. Εκόψαν να πάσιν 2500 μίλια μάκρος για να πούσιν έναν τίποτε, να ξοδκιάσουν μιαν φάουσαν ριάλλια του δημοσίου τζ̆αι να απλώσουν σκεμπέν (γαστήρ εν η σκεμπέ, εν την γαστέρα που πονείς άμα σε πιάσιν τα κοψίματα που γαστρεντερίτηδαν). Τζ̆αι το «γαστέρες οίον» κυπριακά ένι. Σατέ σκεμπέν που λαλούμεν. Κοιλιόδουλοι, που δεν τους κανούσιν να φαν οφτόν πλουμίν, να φαν οφτόν περτίτζ̆ιν, να φάσιν άγρην του λαού που τρώσιν οι αρκόντοι, να πκιούν γλυκόποτον κρασίν που πίννουν φουμισμένοι. Θέλουν γαστρονομίαν της Γενεύης τζ̆αι μεζεν των Σεϋχέλλων να γλαρώσουν τα υπογάστρια τους. 

 

Οίον που ακολουθεί το γαστέρες εν το κοινόν σατέ. Σατέ πελλάραν λαλούμεν ή πελλάρα σκέττη. Πελλάραν οίον θα ελαλούσαμεν. Οίον φκάλλει τζ̆αι οιωνός. Οίον με ψιλήν που σημαίνει μόνον, όι με δασείαν που θα εσήμενεν τέθκιοι που είσαστιν. Αλλά όπως τα σύχρονα πληκτρολόγια θέλουν θεούς τζ̆αι δαίμονες γράψουν δασείες τζ̆αι ψηλές, γράφουμεν τα στην κοινήν τζ̆αι πρέπει να τα κάμνουμεν σελίνια τζ̆αι ριάλες να καταλάβει ο άλλος. Οιωνός εν το μοναχικόν σαρκοφάγον πουλλίν που φέρνει τα κακά μαντάτα. Τζ̆αι τούτον που το οίον φκαίννει διότι ζ̆ει μόνον του. Πάσιν μια τζ̆οιλιά σκέττη, γαστέρες οίον, παίζοντας τους χαριεντισμένους να φέρουν λύσην ίμις̆ τζ̆αι προκοπήν στον τόπον τζ̆αι στρέφουνται ψία τζ΄εκούρτισεν τες η Μελπομένη να μας παίζουν τραγωδίαν να πουλήσουν τζ̆αι λλίον μελό. Περικκιάττερσιν βέβαια θα σου πούσιν τα μίντια, να φάσιν τζ̆αι τζ̆είνα το κάτι τις τους που τα μιλλοσφοντζ̆ίσματα. Κακοί οιωνοί είναι, μοναχικά αρπαχτικά μαύρα πουλιά που αμα κράξουν λαλούν την καταστροφήν που έπεται.

 

«Ποιμένες άγραυλοι, κακ΄ελέγχεα, γαστέρες οίον, οιονοί κακοί», θα ήταν μια κυπριακότατη προσφώνηση που θα έκαμνεν με σταράτα λόγια η μούσα που δεν χαρίζει κάστανον. Η Καλλιόπη που άμαν κάμει να μιλήσει με στόμαν θνητού φκάλλει Ομήρου Οδύσσειαν τζ̆αι Θεογονίαν του Ησίοδου. Τζ̆αι αθθυμίζει τζ̆αι σε θνητούς τζ̆αι σε θεούς ότι ύβρις, άτη, νέμεσις τίσις στην ίδιαν σειράν πάσιν πάντα.

 

Να περιμένουμεν μερικούς μήνες, λαλεί ο Γκουτέρες, για το επόμενον ραντεβού. Ας ελπίσουμεν ότι ενώ οι ποιμένες εν ναν πας τ΄αρπουρα της άτης τους, ο ένας να πουντζ̆ιάζει προϊόντα της διαφθοράς, ο άλλος πουλώντας το Βαρώσιν στα σόγια του Έρτογαν, το έσ̆κιν του κόσμου που σιγοβράζει ηφαίστιον θα κρεπάρει τζ̆αι θα τους τα πουκουππίσει ούλλα, να πάρει στα Τάρταρα ποιμένας αγραύλους, κακ΄ελέγχεα, γαστέρες οίον, που την Άγκυραν στην Χώραν, τζ̆αι την ποτζ̆εί του συρματομπλέγματος τζ̆αι την ποδά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: