Σάββατο 23 Ιουνίου 2007

Η ιστορία της Τριδρακούνας.

Η περιοχή της Τριδρακούνας κατά πάσαν πιθανότηταν εν ο τόπος καταγωγής του Πελλού που την πόρταν. Τον τόπον τούτον εφκάλαν τον έτσι γιατί είσιεν μιαν ιστορίαν τρομερήν.

Λαλούν ότι μιαν φοράν τζι έναν τζαιρόν, είσιεν μιαν δράτζαιναν που γέννησεν τρία δρακούθκια. Η δράτζαινα έζιεν μες την φτώσιαν μόνη της σ΄έναν δάσος. Για να τα φκάλλει πέρα, έμαθεν τα δρακούθκια να τρων καπνόν. Το έναν δρακούιν εβάφτησεν τον Καπνορούφην, τον άλλον Καπνορούφαν, τζαι το τρίτον Καπνορουφκιάν. Ήταν έξυπνη η ιδέα της, διότι μες το δάσος είσιεν ξύλα πόλικα τζαι αντί να γρειάζεται να γυρίζει να τζιυνηά, ή να κλέφτει τους αθρώπους, για να φέρνει των μωρών να τρων, επετάσσετουν ένα βουρίν ως τον δρυμόν, εσύναεν καμπόσα κατσαρούθκια, επυρκόλαν τα, τζαι ετάιζεν τα μωρά με τον καπνόν.

Λλίον – λλίον τα μωρά ενιωθήκαν τζαι η δρακούνα έπεμπεν τα να συνάουν μόνα τους ξύλα. Τζαι τα τρία δρακούθκια ήταν όμως κουνούθκια⋅ ο ένας εβαρκέτουν περίτου που τον άλλον. Ώς που έζιεν η δρακούνα, εκατσάρκαζεν τα του βούρου τζαι επηαίνναν να φέρουν ξύλα να φκάλουν καπνόν. Λλίον λλίον όμως η δρακούνα εγέρασεν τζαι μιαν ημέραν ετέζαρεν σαν εμάσιετουν να άψη την φωδκιάν. Οι νεαροί δράτζοι στην αρκήν εμαραζώσαν, ύστερα όμως εχαρήκαν, διότι εν θα τους έλαμνεν πιον κανένας να πα να κουαλούν ξύλα. Αντίν να θάψουν την μάναν τους, εσύραν την πας τα κάρβουνα τζαι εκάμαν ζιαφέττιν με την καπνιάν που ξικάπνιζεν καμπόσες ημέρες. Λίον λίον τα ξύλα που είχαν συναμένα ελείψαν τζαι οι δράτζοι αρκέψαν να παστινίσκουν που την πείναν.

Πρέπει να έβρουμεν λύσην αδέρκια λαλεί τους ο καπνορουφκιάς. Εν πάει άλλον. Εν να πεθάνουμεν που την αφαΐαν. Μπορεί τα δρακούθκια να ήταν κουνούθκια, ήταν όμως τετραπέρατα. Εσυφωνήσαν να χωρίσουν τζαι να πάει ο καθένας να βρει την τύχην του, διότι κανένας εν εδέχετουν να πα να φέρει ξύλα για τους άλλους.

Ο καπνορούφας εσκεύτην να κάμει τσιμινιάν να κρούζουν καλλύττερα τα ξύλα του τζαι να συνάει τον καπνόν να μεν τον ισκορπά ο αέρας. Η τσιμινιά του εδούλεψεν μιά χαρά τζαι ο καπνορούφας επήεννεν που πάνω τζι ερούφαν τον καπνόν όπως τα μωρά που ρουφούν την κοκακόλαν με το καλαμάκιν. Δεν του έφευκεν ττούφα. Το πρόβλημαν όμως ήταν που εβαρκέτουν να παέννει να συνάει ξύλα να γεμώννει την τσιμινιάν. Πολλοπάητος όπως ήταν, εσκεύτην τέγνην να γλυτώσει που τον κόπον των ξύλων. Επήεν τζαι ήβρεν τον Τουρτούρην εις την διπλανήν πόλην τζαι λαλεί του:

– Μα εν βαρκέσαι να τυλίεσαι τους σάκκους τζαι τες πατανίες για να βράζεις;. Να σου πουλήσω μηχάνημαν να βράζει το σπίτιν σου γύρου – γύρου του γρόνου.

Ο Τουρτούρης άλλον που δεν έθελεν. Εγόρασεν την τσιμινιάν για κάτι ψίχουλα τζαι έβαλεν την μες το σπίτιν του. Εκουβάλεν ξύλα ούλον σιειμώναν για να βράσει τζαι ο καπνορούφας έστηννεν καρτέριν πας το δώμαν να ρουφά τον καπνόν τζαι λαρτομουστατζιάζει. Ώς που έτρωεν ενιώννετουν τζαι έθελεν παραπάνω καπνόν. Με τα ριάλια που πούλησεν την τσιμινιάν του Τουρτούρη έκαμεν άλλην τσιμινιάν τζαι πούλησεν την τζείττε μέρου Λλίον λλίον η πόλη ούλλη απόχτησεν τσιμινιάν τζαι ο καπνορούφας καπνόν να τρώει όσον θέλει, μούχτιν τζαι με δίχα κόπον.

Ο Καπνορούφης είσιεν άλλη ιδέαν. Επήεν τζαι στάθην δίπλα που έναν χτίστην τζαι άρκεψεν να κλαψουρίζει:

– Χα τον κακομάζαλον, εν να κόφκεται η μέση του κουβάλα – κουβάλα πέτρες. Καλά τζαι σώννει τες. Μάνα μου τζαι ννα μείνουν τα μωρά τους στες πέντε στράτες αν συνεχίσει έτσι να φορτώννεται πέτρες διτζίμην.

Στην πολλήν την ώραν ο χτίστης εδισπύρκασεν τζαι έμπηξεν του τες φωνές.

– «Έσιεις ιδέαν να βρίξεις. Ειδέ κανού, έλα να δώκεις κανέναν σιέριν να κουαλήσεις κανέναν κομμόροτσον αν με λυπάσαι.»

– «Εγώ να κουβαλήσω πέτραν. Έν εκατάλαβες καλά. Την μεσούλλαν μου θέλω την για τα υστερινά μου. Αν θέλεις όμως τάνιμαν, να σου μάθω τέγνην να λλιάνεις τον κόπον.»

Έτσι ο δράκος έμαθεν τον χτίστην, αντίν να κουαλεί πέτρες διτζίμην, να ζητά που το λατομείον να τους τες λέθουν, άλλες σαν τον άμμον, άλλες σαν το τσιακκιλούιν τζαι άλλες να τους τες κάμνουν κορνιαχτόν τζαι να τες βάλλουν μες σε καμίνιν να τες ιψήνουν στους 1500 βαθμούς. Έδειξεν του ότι άμαν νεκατώννει τον άμμον, το τζιακκιλούιν τζαι τον κορνιαχτόν τον ψημένον με το νέρόν, φκάλλει τσιμέττον τζαι το τσιμέττον άμαν ιξεράνει ξαναγίνεται κουγγρίν που εν σκλερόττερον τζαι που την πέτραν. Ο χτίστης επέλλανεν που την χαρά του. Αντίν να φορτώννεται τους κομμόροτσους, εκουάλεν τα υλικά σικλούαν – σικλούαν τζι έκαμνεν μάλιστα σπίθκια πιό στερέα.

Ο καπνορούφης έστησεν κλούβαν εις το καμίνιν τζαι ερούφαν καπνόν όσον έθελεν. Είσιεν να φα τζαι να πετάξει μούχτιν τζαι συνόξοα τζαι χωρίς να ταράξει το δαχτυλούιν του να κόψει έναν ξύλον.

Ο καπνορουφκιάς ήβρεν άλλην τέγνην. Επήεν εις τον βαρκάρην που είσιεν μιαν βάρκαν μιάλην της γραμμής τζαι λαλεί του:

– «Μα εβ βαρκέσαι ούλλη μέρα πήαιννε ΄λα να κουαλείς τον κόσμον, να φορτώνεις τζαι να ξιφορτώνεις χορτικά τζαι ψαρικά;»

– «Καλάν τζαι το ψουμίν μου ίνταλοϊς εν να το φκάλλω;» αρώτησεν τον ο βαρκάρης.

– «Να σου μάθω τέγνην», λαλεί του ο καπνορουφκιάς. «Αντί να μάσιεσαι με το πήεννε ΄λα, να κάμνεις βαρκούες μιτσιές τζαι ο κεθένας να τες οδηγά μόνος του. Εσού θα τους πουλάς τες βαρκούες τζαι τα κάρβουνα που ΄ν να κρούζουν μες την ατμομηχανήν».

Η τέγνη του καπνορουφκιά έπιασεν τζαι σ’έναν γρόνον ο βαρκάρης έκατσεν τζαι την βάρκαν της γραμμής τέλεια. Ο Καπνορουφκιάς έτρων καπνόν τζαι που τους καρβουνάες, τζαι που τα εξώς των βαρκούων που εγέμωσεν η λίμνη.

Ο κόσμος της πόλης των τριών δράκων επέρναν ζωήν χαρισάμενην. Ως που οι αθρώποι εκαλοπερνούσαν οι δράτζοι εδρατζιάζαν. Επασιύναν τζαι κάμαν κανάτζια σαν τους σιοίρους, ο λαιμός τους εχόντρινεν σαν την καπνοούφαν του εργοστασίου τζαι η ράσιη τους απλάτυνεν ίσια με το χάϊγουεϊ. Στα πολλά τα γρόνια αγαπήσαν τους τζαι οι αθρώποι, πολλοί εδοξάζαν τους πιλέ, που τους εγλυτώσαν που τους κόπους τζαι που το μεροδούλιν – μεροφάιν.

Με τον τζαιρόν όμως η καπνιά επολλήνισκεν τζαι πολλής κόσμος άρκεψεν να δισπυρκά τζαι να μουρμουρά. Είσιεν που φωνάζαν ότι τα μωρά τους απιάσαν άσθμαν που τον καπνόν. Είσιεν που λαλούσαν ότι εν αντέχαν πιον την τσίκναν του καπνού. Κανένας όμως δεν έβαλλεν φτίν. Που την μιαν ποιός ήσιαν να τα βάλει με τους δράκους που εγινήκαν καπάταηδες ανίκητοι τζαι τρομεροί, που την άλλην, ποιος είσιεν να τα βάλει με τον κόσμον που έμαθεν με την ευκολίαν.

Λλίον λλίον, μες σε τζείνους που φωνάζαν, ενωθήκαν οι φρουτοπαραγωγοί, οι ρεσπέρηες, τζαι οι πατατάρηες. Τα ρεντικά τζαι τα φρουτόδεντρα ετζιτρινίσαν που εν τους εδίαν πιον ο νήλιος. Τζαι οι βοσσιοί επήαν με το μέρος τζείνων που αντιδρούσαν.
Το χόρτον εχάθην, οι έγιες τζαι οι κουέλλες εν εβρίσκαν πιον ούτε κατσαρούιν να βοσσιήσουν τζαι ο κόσμος αναγκάζετουν να φέρνει κιρτάριν τζαι σόργον ακριβόν που μέρη μακρυνά. Τζαι οι ψαράες ήταν θυμωμένοι διότι εγεμώσαν οι τόποι βαρκούες τζαι εξιφαράζαν τα ψάρκα. Οι τζυνηοί ήταν ακόμα πιο θυμωμένοι διότι το δάσος ελλιάνικεν, τζαι που το κόψε κόψε, τζαι που την αλλαήν του τζαιρου. Η σκοτεινιασούρα, που επάσιυνεν που την καπνιάν, δεν αφηννεν αχτίναν νήλιου να διαπεράσει για να πρασινίσει τα φύλλα των δεντρών.

Οι παραπονούμενοι επήαν εις τον μουχτάριν που τους έταξεν καμπόσα αλλά ο οποίος όμως στην ουσίαν τους έγραφεν κανονικά στα παλιά του τα παπούτσια. Όι πους ήταν κακός άθρωπος, αλλά τι εμπόριεν να κάμει ο καημένος. Να σκοτώσει τους δράκους; Με ίντα όπλα. Να πει του κόσμου να πάψει να κόφκει το δάσος τζαι να κρούζει ότι βλαστά; Είσιαν να τον λιτσάρουν οι σιωφέρηες των βαρκούων, οι καρβουνάες, οι χτιστάες, οι καπνοκαθαριστές.

Ως που ελλιάνισκεν το δάσος, τα ξύλα τζαι τα κάρβουνα ακριβώνναν. Στην αρκήν ο κόσμος ούλλος επωφελήτουν που την καλοπέρασην. Όταν όμως το κάρβουνον έφτασεν τα 150 τάλαντα την σακκούλλαν, μόνον οι πλούσιοι εμπορούσαν να άφτουν τσιμινιάν τζαι να τζυλούν βαρκούαν. Όταν επήαν τζαι οι φτωσιοί με τους παραπονούμενους, η κυβέρνηση για να κρατήσει την σταθερότηταν έβαλεν τον στρατόν να κρατά την τάξην.

Είσιεν που είχαν ιδέες καλές για να αλλάξουν τον κόσμον που χάννετουν. Άλλοι ελαλούσαν να χτίζουν με ξύλα τζαι να απομονώνουν τα σπίθκια με τα λλιοστά σκλινίτζια που εγιωρκούσαν κόμα για να μεν γρειάζουνται τσιμινιές να τα βράζουν. Άλλοι ελαλούσαν να ξαναβάλουν την βάρκαν της γραμμής τζαι να κάμουν βαρκούες με ποηλατούιν να μεν καταλιούν κάρβουνα. Πού να αφήκουν όμως οι δράτζοι να ξιμουττήσει ιδέα που θα τους έκοφκεν το φαΐν.

Αρκέψαν τζαι συγκρούσεις μεταξύ των φιλοκάπνων τζαι των αντικάπνων. Οι δράτζοι αναπνεύσαν λλίον. Με την έλλειψην της ξυλείας αρκέψαν να παστινίσκουν, τωρά όμως με τον εμφύλιον, κάθε φοράν που έκρουζεν σπίτιν, ερουφούσαν τον καπνόν τζαι ελαρτομουστατζιάζαν.

Οι λλιοστοί που εβάσταν ακόμα το πουτζίν τους εποσπάσαν τζαι τα τελευταία στρέμματα δάσους που πομείναν. Στην πόλην των τριών δράκων άρκεψεν να κυβερνά το χάος. Δράτζοι τζαι αθρώποι αξαπολίσαν το κουμάντον τζαι ο μόνος νόμος που απόμεινεν ήταν «ο σώσων τον εαυτόν σωθήτω». Κουμάντον έκαμνεν πιον η φύση. Η φύση όμως με αθρώπους ιξέρει με δράκους, με αρκόντους με πλουσίους, με καλούς με κακούς. Οι δράτζοι αρκέψαν να φθίσιάζουν. Τα λλιοστά ποκάπνια που τα τελευταία πτώματα του εμφυλίου εν τους εκανούσαν ούτε για μπούκκωμαν. Ετεζάραν τζαι οι τρείς την ίδιαν ημέραν. Ο Καπνορούφας εκορτάτζιασεν που την τσιλλάραν νου στρουφουθκιού που του έσιεσεν μες το ρουθούνιν την ώραν που εψυχομάσιεν. Ο Καπνορούφης επνήηκεν που μια σταγόναν νερόν της βροσιής που ερούφησεν την ώραν που εμάσιετουν να συνάξει τα τελευταία ποκάπνια που πολέμου. Ο καπνορουφκιάς επέθανεν απλά που ακαπνίαν. Η πόλη εποδεκατίστην. Οι λλιοστοί αθρώποι που εγλιτώσαν επήαν σε άλλην γην. Εγερίμιασεν ο τόπος που ονομάστην η Τριδρακούνα.

Ο μόνος που εστράφην εις στην γήν των τριών δράκων ήταν ένας Πελλος τζαι μια πελλή που τον αγάπησεν τζαι κλούθαν του ποπίσω. Λαλούν πως ήταν ο Πελλός που την πόρταν. Ανταν τζι αρτζιέψαν οι πολέμοι τζαι το κάρβουνον ακρίβωσεν πολλά, ο Πελλός έφυεν με τον αρφόν του τον νούσιμον να παν σε τόπους άλλους. Όταν ήβραν τον βασιλιάν, ο νούσιμος έπιαεν τα γρουσαφικά τζαι στράφην εις την Τριδρακούναν. Εφαν τα χρυσαφικά στα κάρβουνα τζαι χάθην με τους άλλους εις τον εμφύλιον. Ο Πελλός αποστρέφετουν τον καπνόν, για αυτόν εν εστράφην με τον αρφόν του. Όπου επήεννεν εκουάλαν τζαι την πόρταν μιτά του, τζαι τα ελιοκόκκονα που σύναξεν που το τραπέζιν του βασιλιά. Στην πορείαν ήβρεν μιαν πελλήν που τον αγάπησεν τζαι κλεφτήκαν τζαι επήεναν ως που να μεν θωρούν καπνόν. Όταν εστραφήκαν πίσω ύστερα που γρόνια, η φύση εκαταπράυνεν. Ο καπνός εδιαλύθην μα δάσος πασιύν εν είσιεν πιον. Η βροσιή έπλυννεν το χώμαν το γόνιμον τζαι τα δεντρά που είσιεν πριν εχαθήκαν. Είσιεν όμως κάτι ξισταρκες, κάτι ασπάλαθους, κάτι μαζιά, τζιάει δάει καμιάν μοσφοιλιάν τζαι καμιάν τερατσιάν που γιορκούσαν πας τες ξεροκαφκάλλες.

Ο Πελλός εύκαλεν τα ελιοκόκκονα που τα φύλαξεν τα να καπνίσει στον θεόν που τον αξίωσεν να ξαναδέι τον τόπον του. Φωδκιάν να άψει όμως ειν είσιεν τζαι εμαράζωσεν πολλά. Εδίκλήσεν πας τον ουρανόν τζαι επαρακάλεσεν τον θεόν.

– «Θεέ μου συχχώρα με που δεν έχω φωδκιάν να σε καπνίσω. Δέχτου τα τούντα ελιοκόκκονα ας ένι τζαι δίχα καπνόν» τζαι έσυρεν τα πας την καφκάλλαν της Τριδρακούνας.

Θεός ήτουν, Γριστός ήτουν, η φύς΄επάκουσεν τον τζαι τα ελιοκόκκονα εβλαστήσαν τζαι κάμαν έναν περβολούιν ελιές. Ο Πελλός εν αξιώθην να φάει ελιάν, εκανούσαν τον τζαι τα τεράτσια τζαι τα μόσφοιλα. Εφάαν όμως το παιθκιά του τζαι τα ΄γγόνια του, τζαι μακαρίζαν τον που τους τα ΄φηκεν κληρονομιάν,

τζαι ζήσαν τζείνοι καλά, τζαι μεις καλλύττερα.

19 σχόλια:

kkai-Lee είπε...

Όμορφο, προφητικό τζιαι τελικά, αισιόδοξο το παραμύθι σου Acera.

Έτσι όπως τα εκρούσαμεν ούλλα
ένας πελλός ( ως ένας σύγχρονος Νώε ) που κουβαλεί μιαν πόρτα
( για σχεδία ή κιβωτό - γεμάτη με DNA ) τζιαι η αγάπη τζιαι η αδελφοσύνη μπορεί να εν η λύση.

Η γη της Τριδρακούνας μπορεί να ελπίζει.

Λείπει μόνο ένα πεζούνι που το παραμύθι σου.

Βάλε έναν ασσέν τζιαι μουζωμένο ή άλλαξε το με το στρουφούιν.

Ανώνυμος είπε...

ασερα ήξερες ότι εμπηκες στον πολίτη σήμερα; ή εβάλαν το χωρίς να σε ρωτήσουν;

Aceras Anthropophorum είπε...

@KKai-lee Με τα πεζούνια έχω πρόβλημαν. Επειδή μ΄αρέσκουν χογλαστά δυσλολεύκουμαι να τω δώ να συμβολίζουν οτιδήποτε.

@Ανόμυμε έξερα για το άρθρον του Πολίτη. Θα μου βάλουν τζαι μιάν ιστορίαν ανέκδοτην την ερχόμενην Κυριακήν. Έν η περίφημοι "Έρωτες των υμενοπτέρων".

Επωφελούμαι να σας πώ ότι την αφιερώνω στους φίλους μπλογκερ των οποίων οι σκέψεις, τα ντέρτια, οι έρωτες τζαι οι μη έρωτες με ενέπνευσαν για να φκάλω εικόνες: Εβήτα, Veritee Devotee, Ευφυές Αργινόν, Δόχτωρ Ψυχία και Zappa.

Aceras Anthropophorum είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραία η ιτορία σου ίσως να πρέπει να δημοσιευθεί και αυτή στην εφημερίδα ,ίσως έτσι ξυπνήσουν μερικά μυαλά.
Μία παλιά Ινδιάνικη παροιμία λέει ότι
[Η Γη δεν μας ανήκει ,αλλά την δανειστήκαμε από τα παιδιά μας]

shashoura είπε...

πραγματικά υπέροχο το παραμύθι!συμβολικό κ προφητικό!

θα΄ταν πολλά καλή ιδέα να μπεί σε κάποιο διδακτικό βιβλίο του δημοτικού!
-εγώ πάντος θα το εκτυπώσω, για να το θκιαβάζω στα αρφοτεχνούθκια κ ανηψούθκια μου!!-
:)

Έλατο Χελιδόνι είπε...

Ηθικό δίδαγμα: Το κάπνισμα σκοτώνει

Συφωνώ με τους πουπάνω για το παραμύθι σου, μπράβο! Θέλω να γράψεις τζιαι την "παραμύθι" του βάτραχου με το βραστό νερό αν εσηεις την καλοσύνη τζιαι το αθκιάσην

Ανώνυμος είπε...

Μπράβο Άσερα. Εχάρηκα που σε είδα τζιαι έντυπον. Για ένα σχόλιο που πιο πάνω, είδες που έννεν μόνη μου που τα λαλώ; :-)

Aceras Anthropophorum είπε...

Xekkiou (Ευχαριστώ με Λιοπετρίτικην προφοράν) για τα καλά σας λόγια ούλους σας.

Έλατο Χελιδόνιν, αν εν υπάρχων παραμύθιν που θέλεις δεν το ξέρω. Αν θέλεις παραμύθιν τζουνούρκον, δως μου 5 ακόμα στοιχεία που θέλεις να έσιει μέσα τζαι να προσπαθήσω να σου φκάλω έναν. Φτάνει να μεν βιάζεσαι.

Έλατο Χελιδόνι είπε...

Εννεν παραμύθι, εν γιαυτό που έγραψα την "παραμύθι" , ηταν να γράψω ιστορία ή το φαινόμενο....

Γιά εννα την έβρω γραμμένη, γιά εννα σου τη γράψω εγω δαμε τζιαι θέλω να την γράψεις με το δικό σου τρόπον, να γινει παραμύθιν του Ασέρα

Marlen είπε...

Αρέσκουν μου πολλά οι παραλληλισμοί σου Ασέρα. Να σαι καλά τζαι να μας γράφεις συχνά. Ευχαριστώ για την αφιέρωση.

Ανώνυμος είπε...

Άσερα είσαι ένας σύχρονος Αίσωπος όχι μόνο για μικρά αλλά και για μεγάλα παιδειά προπαντός για μας.Νά είσαι καλά.

Aceras Anthropophorum είπε...

@Νοσταλγία: Έλα τωρά. Καλάν δεν λέω ότι δεν μ΄ερέσκουν τα κομπλιμέττα, αλλά όι τζαι Αίσωπος.

Είδες που σου ήβρα τζαι τέλος του πελλού που την πόρταν!! Επροσπάθησα να θθυμηθώ ίνταμ που έκαμεν τα ελιοκόκκανα αλλά τίποτε. Ε!! ήσιαν να σπάσω; Έκαμα του τέλος. Να φήκουμεν το παραμύθιν ίσια πας την αγωνίαν;

Ανώνυμος είπε...

Πίστεψε με Ασερα το τέλος του πελλού που την πόρτα είναι τέλειο δεν θα ήθελα κανένα άλλο .Έχει τόση αισιοδοξία! ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.

Ανώνυμος είπε...

Πάντως αν είχαμε παραπάνω Πελλούς, έστω τζιαι που την πόρτα, μάλλον καλό θα ήταν.
Συνέχισε.

Έλατο Χελιδόνι είπε...

Ασέρα, έγραψα σου το φαινόμενο του βάτραχου με το βραστό νερό στο πλόκ μου. Ελπίζω να σε εμπνέυσει τζιαι να φκάλεις ενα παραμύθι με το ίδιο νόημα.

Aceras Anthropophorum είπε...

Στην προηγούμενην ανάρτησην έβαλα μιαν ανακοίνωσην ότι καταζητήται ο Πελλός που την Πόρταν. Τελικά, εκτός που τούτην την ιστορίαν που έκαμα για να έβρω έναν τέλος που το εξίχασα, εβρεθήκαν αλλό τρείς. Ο ένας είναι εδώ http://hlithioagrino.blogspot.com/, τον άλλον ήβρα τον σε έναν βιβλίον τζαι τον τρίτον τζαι καλλήττερον εδιηγήθην μου τον ένας Κωστής ο οποίος άκουσεν την ανακοίνωσην τζαι έπιαεν με τηλέφωνον που την Κύπρον τζαι μου την εδιηγήθηκεν. Μεγάλη πλάκα. Θα σας την ιγράψω αργότερα. Έσιει μέσα τζαι παπαθκιές, τζαι διάφορα ευτράπελλα.

Ανώνυμος είπε...

Την Κυριακή διάβασα την ιστορία των υμενοπτέρων στον πολίτη από τον υπολογιστή, γιατί στην όμορφη μικρή πόλη που μένω δεν βρίσκεις κυπριακές εφημερίδες. Μου άρεσε η ιστορια πολύ ,χρήσιμα τα [μικρά πετούμενα],χτύπα ξύλο άν ποτέ εξαλειφθούν αυτά ,φασκελωκουκούλοστα,θα αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση κανονικά.Πάντως την κανονική εφημερίδα μου την φυλάξανε στην Κύπρο τέλος Αυγούστου θα την εχω . Αλλά και οι μελισούλές ,να μην τσιμπάγανε τουλάχιστον όχι να με στελνουν για οξυγόνο και κορτιζόνες να τις φροντίζεις όταν δεν έχουν τίποτα να φάνε και αυτές να στην φυλάνε. Σχέση αγάπης και μίσους. Σε χαιρετώ.

Joshoua είπε...

Λεβενκία!
Πολλα ωραίο παραμύθι.
Έσιη χρόνια να διαβάσω κάτι τέτοιο,τζιε που τον τζιερό του παππού μου να θυμηθώ τα Κυπριακά παραμύθκια.
Γουέλλ ντάν μαι φρέντ.