Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2020

Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον

 Το λογοατεχνικόν κείμενον που ακολουθεί εγράφτην σε γλώσσαν που δεν ιγράφεται κατά την περίοδον του κκέρφιου του πρώτου κύμματος της πανδημίας.

Αν θέλεις τσίλλα το πλέι να σε βάλει ο Τσ̆αικόφκσι μες την αμπιάνς σαν θκιαβάζεις το κείμενον. Εν 3300 λέξεις τζ̆αι θέλει κανέναν τέταρτον να θκιαβαστεί. Αν θέλεις να δεις καλλύττερα τους πίνακες κάμνεις τσιλ πάνω τζ̆αι μεγαλώννουν.



Νανούρισμαν που τον αλγόριθμον.


Άκουα ξανά τζ̆αι ξανά για νιοστήν φοράν την άριαν του Λένσκι που την όπεραν Ευγένιος Ονέγκιν του Τσ̆αϊκόφσκι. Ήταν να παίξει σύντομα σε γειτονικήν πόλην τζ̆αι επροετοιμάζουμουν για να πάω να την δω. Θα ήταν κοντά μεσάνυχτα. Έτσι σαν άκουα τον τενόρον Λεμέσ̆εφ τζ̆αι υποδύετουν τον Λένσκι να παραλαλεί τζ̆αι να φωνάζει «приди приди»  της Όλγας του να ΄ρτει, επήρεν με ο ύπνος τζ̆αι εποτζ̆οιμήθηκα. Ελαοτζ̆οιμούμουν τζ̆΄έξύπνουν κάθε νάκκον ώραν όπως τον ναρκωμένον. Άκουα μουσικήν να παίζει, αλλά ήμουν ανίκανος ν΄αννοίξω τ΄άμμάθκια μου να καταλάβω τί γίνεται τζ̆αι να σβήσω το τηλεφωνούιν. Εξύπνησα που τα καλά κατά τες τέσσερεις τζ̆ειαμαί που έπαιζεν έναν ρωσσικόν ταγκό του 30. Έκλεισα το ππλέϊερ, έφκαλα τζ̆αι τ΄ακουστικά που τα φκιά μου τζ̆ι εξανατζ̆οιμήθηκα.

 

Το πρωίν του Σαββάτου εσηκώθηκα τζ̆αι ήμουν μόνος μου έσσω. Είχα μεγάλην περιέργειαν που με επήρεν τζ̆αι που με έφερεν ναννουριστόν ο αλγόριθμος του Musi. Το Musi εν έναν προγραμματούιν πας το σμάρτφοουν που σου φκάλλει τα τραούθκια που το γιούτιουμπ χωρίς να σου βάλλει  διαφημήσεις. Άμαν το αφήσεις, αποφασίζει ποιόν επόμενον τραούδιν συνάδει με τζ̆είνον που άκουες τζ̆αι κοττά σου το αυτόματα. Έβαλα το πίσω – πίσω τζ̆αι άκουσα τα ούλλα έναν – έναν, ότι μου επέλεξεν. Όπως ερμηνευτής του Λένσκι ήταν ο Λεμέσ̆εφ, σοβιετικός τραουδιστής της δεκαετίας του τριάντα, το ρεπερτόριον που μου εκούρτισεν το Musi ήταν σοβιετικά λαϊκά τραούθκια, κλασσικά τζ̆αι σοβιετικά ταγκό της εποχής. Έψαξα τα έναν-έναν, τους ερμηνευτές, τους συνθέτες, αλλά ελάχιστα πράματα βρίσκεις που να μεν εν εις τα Ρώσσικα. Έβαλα το κκίπορ το ρώσσικον πας το τηλεφωνούιν να τα βρίσκω καλλύτττερα. Ήταν σαν να μου εξιτρύπωσεν έναν κρυμμένον θησαυρόν το Musi. Έχουν τζ̆αι την καλήν πλευράν τους οι αλγόριθμοι άμαν έσ̆εις τα μμάθκια σου αννοιχτά.

 

Είχα μεγάλα κκέφκια τζ̆είνον το Σάββατον. Ετζ̆οιμήθηκα καλά, ήμουν χαλαρός, οι δουλειές μου πάσιν καλά, ο χρόνος τζ̆υλά χωρίς να κορακά. Πότε – πότε άμαν με πιάουν οι μοναξιές, τραουδώ τες, χορεύκω τες, γράφω τες τζ̆αι μεταβολίζω τες μες σε μιαν γλυτζ̆ιάν μελαγχολίαν που τζ̆υλά αρμονικά συντροφκιάν με την ζωήν μου. Αυτοσχεδίαζα φιγούρες με τα σοβιετικά ταγκό τζ̆ι εταξίδευκα στο κοσιέναν, στο κοσπέντε, στο τριάντα στην Μόσχαν τζ̆αι στο Λένινγρατ. Μέχρι τζ̆αι στο σοβιετικόν Τβίλισσι στην Γεωργίαν εταξίδεψα χορευτής, στο θέατρον του ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ πριν να τον πιάουν στο Μπολσ̆όϊ. Εχόρευκα γλυτζ̆ιά – γλυτζ̆ια τον αρμονικόν ρώσσικον ρομαντισμόν, μες την μεγάλην κάμαρην μπροστά που έναν μεγάλον καθρέφτην. Έκαμνα του εαυτού μου παράστασην. Όϊ με την έννοια του ναρκισσισμού της αφελούς αυταρέσκειας. Ήταν μια κανονική παράσταση. Κάτι όπως άμαν μαειρεύκω με την πιο λεπτήν τζ̆αι ευφάνταστην γατρονομίαν του εαυτού μου. Άμαν είμαι μόνος μου πιάννει με τζ̆αι μαειρεύκω με το ίδιον μεράκκιν όπως άμαν έχω καλεσμένον τον πιο ακριβόν μου φίλον τζ̆αι δημιουργώ κάτι για να τον ευχαριστήσω. Εχόρευκα ζητώντας που το σώμαν μου να κάμνει φιγούρες κομψές με όσην χάρην μπορεί να δώκει. 

 

Εσ̆αίρουμουν για την παράστασην που εμπόρηεν να μου φκάλει η νοσσιά μου με έτσι σώμαν. Λία χρόνια πρίν, πριχού να το θεραπεύσει η γυμναστική ήταν δίσκαμπτον, ματσουκωμένον, εν εμπόρηεν πιλέ να δίσει έναν ζευκάριν ράμματα των παπουτσ̆ιών τζ̆αι να μεν κουντζ̆ίσει. Εχόρευκα τζ̆ι εσκέφτουμουν ότι αν ήταν αλήθκεια πως τα χρόνια γερνούν σε, τότε τόσον αλήθκεια θα ήταν τζ̆αι ότι η κίνηση ή η γυμναστική γυρίζουν τα χρόνια των ημερολογίων πίσω. 

 

Έτσι σαν εχόρευκα, κάτι εχρειάστηκα που την διπλανήν κάμαρην. Με δίχα να σταματήσω να χορεύκω, εμετακινήθηκα να πα να το έβρω. Εν τω μεταξύν, το άσμαν άλλαξεν τζ̆αι έπαιζεν έναν πιο χαρούμενον, έναν πιο τραππηητόν τραούδιν. Διώ έναν σάλτον με την μουσικήν, όσην ενέργειαν έβαλεν το σώμαν μου άνεννοιας μες την τρελλήν χαράν, έφαν την η τζ̆εφαλή μου που εφάτσ̆ησεν πας το δοκάριν του χαμηλού τταβανιού 2.10μ ύψος. Μες την ευφορίαν μου εξίχασα πως το διπλανόν δωμάτιον ήταν χαμηλοττάβανον όπως εχτίζαν τα σπιτούθκια το 1720. Έππεσα κάτω σαν το πουλλίν το παιξούμενον. Για μερικά δευτερόλεπτα έχασα τες αισθήσεις μου. Μαζίν με τον πόνον ήρτεν έναν παράπονον. Ήμουν μόνος μου σπίτιν τζ̆αι εμπορούσα να κλάψω όπως έρκετουν. Οι άνδρες στο χωρκόν μου δεν κλαίνε άμαν έσ̆ει άλλους τζ̆ειαμαί. Η ελεύθερία να κλάψει το πλάσμαν είναι προτέριμαν της μοναξιάς . Έκλαψα σαν το μωρόν που γυρεύκει την μάναν του. Σε έτσι ηλικίαν όμως, άλλες μανάες αφήκασιν χρόνια, άλλες έχουν άνιαν, άλλες ατσχάϊμερ τζ̆αι όσον τζ̆αι να κλάψεις, το κλάμαν σου μεινίσκει. Περικκιάττερσιν όμως, εχαλάρωσεν ο πόνος τζ̆αι τα δάκρυκα εμαλαθκιάναν τα συναισθήματα να δώκουν τόπον εις στην λογικήν. Εμέθυσα όμως που την φατσ̆ιάν τζ̆ι έρκουνταν μου εικόνες αλλόκοτες. Η αίσθηση του πλαφόν μου να ππέφτει που τον ουρανόν πας την τζ̆εφαλήν μου τζ̆αι να μου κόφκει τον σάλτον της χαράς, έρκετουν τζ̆αι συχχίζετουν με τζ̆είνην την αίσθησην του χαμένου σάλτου που έκαμεν η ανθρωπότητα την εποχήν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ, όταν ονειρεύτην μιαν κοινωνίαν με δίχα αδικίαν. Το τραούδιν του τριάντα που έπαιζεν ακόμα το Musi την ώραν που εκράτουν την κκελλέν μου την φατσ̆ημένην ήταν σαν να τζ̆αι έθελεν να με περιπαίζει.

 

Ο Μαγιακόφσκι, στην εποχήν που με επήρεν το Musi, εφύτεψεν μιαν σφαίραν μες την καρκιάν του να μεν θωρεί. Ίσως να ήταν που αισθάνθην το πλαφόν της νέας κοινωνίας που επειραματίζετουν ο κόσμος για να απαλλαγεί που την αδικίαν της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπον τζ̆αι δεν έθελεν να το δει. Εγλύτωσεν που τον σοσιαλιστικόν ρεαλισμόν. Η ελευθερία έκφρασης τζ̆αι δημιουργίας της ρώσσικης αβανγκάρντ μες τον νέον κόσμον ήβρεν τζ̆αι τζ̆είνη το πλαφόν της υπό τύπον εντολών, που εππέφταν μέσω της Πράβντας για το τι έπρεπεν να δημιουργήσει ο καλλιτέχνης της νέας αποχής τζ̆αι ιδίως τι δεν έπρεπεν. Λλία χρόνια πριν, η δύναμη της αφαίρεσης του Μάλεβιτς, με έναν τετράγωνον μαύρον πλαισιωμένον που έναν τετράγωνον άσπρον εσάριζεν αιώνες θρησκευτικής παράδοσης τζ̆αι πνευματικής καθυστέρησης, απλά τοποθετώντας το μες την κάμαρην εις στην θέσην της εικόνας. Μια εικόνα χωρίς Αγίους, Γριστούς ή Παναϊες, άφτεν πουρλόττα στην συνείδησην των αθρώπων που σκέφτουνταν τζ̆ι επρομύνηεν την επανάστασην στην τέχνην που ο κόσμος είσ̆εν που την αναγέννησην να δει ξανά. Ήταν σαν να ΄σπάζαν τα νερά της αγγαστρωμένης τζ̆αι κατάβαρης ρωσσικής κοινωνίας που κόντεφκεν η ώρα της το 1917. Η δύναμη του κότσ̆ινου τριγώνου του Λισίτσκι έμπαιννεν σφήνα μες το άσπρον τζ̆αι ανάτρεπεν την άσπρην υποταγήν στην λογικήν της φεουδαρχίας, της αγοράς, του κέρδους τζ̆αι του ατομικού σσυφφέροντος, πέμποντας τον παλιόν κόσμον μες τα τάρταρα. Το σάλτον της ανθρωπότητας για έναν κόσμον ελεύθερον που τυράνους, ελεύθερον που εκμετάλλευσην, ελεύθερον που πολέμους, έβρισκεν το πλαφόν του, λλία χρόνια μόνον μετά την επανάστασην υπό τύπον λαϊκών δεσποτάων, λαϊκών πατέρων, λαϊκών στραταρχών τζ̆αι Λαϊκών Αγίων που τους ονομάσασιν Ηγέτες. Ο Λένιν είσ̆εν ήδη μπει σε μαυσωλείον την ώραν που ετραούδαν ο Λεμέσ̆εφ το τραούδιν που μου έπαιζεν το Musi για να με περιπαίζει που ήμουν ακόμα κατάχαμα τζ̆ιαι εκράτουν την τζ̆εφαλήν μου που ήταν να σπάσει που τον πόνον. Πεθαμμένος, εστράφην εις στον κόσμον Άγιος να πιάσει την θέσην που αφήκαν κενήν οι παλιοί Αγίοι μες το μαύρον τετράγωνον του Μάλεβιτς, που τους εξοράτισεν, φανταζόμενος ότι ήσ̆αν να βάλει στο κέντρον του κάδρου τον άνθρωπον. 

 


Τα σχέδια για μιαν κοινωνίαν όπου ο καθένας ήσ̆αν να δημιουργεί τζ̆αι θα παράγει ανάλογα με τες δυνατότητες του τζ̆αι θα απολαμβάννει ανάλογα με τες ανάγκες του, ήβρασιν το πλαφόν τους πας στην απληστίαν του Homo Sapiens Sapiens. Έπαιρνεν την μορφήν αντεπανάστασης που όσους εχάνναν τα προνόμια τζ̆αι ετραβούσαν την νέαν κοινωνίαν μες τον εμφύλιον. Η εκκλησία, οι τσάροι τζ̆αι οι ευγενείς, η γειτονική καπιταλιστική μεταπολεμική Ευρώπη, δεν είπασιν τον τελευταίον τους λόγον μπροστά στην επαναστατικήν αφαίρεσην που εδημιούργαν τζ̆αι οικοδόμούσεν μιαν νέαν τέχνην, έναν νέον κόσμον, την νέαν εποχήν.




Τζείνη ούλλη ομορκιά που εγέννησεν το πνεύμαν της Βαρβάρας Στεπάνοβας, αρνούμενη την απεικόνησην, όπως την αρνήθην ούλλη η ρώσσικη πρωτοπορία, ήβρεν το πλαφόν της στα γούστα των στραταρχών τζ̆αι των συντρόφων ηγετών, που γινήκαν κάτοχοι εξουσίας τζ̆ι εθέλαν πορτρέττα που να τους απεικονίζουν, ίδια με τζ̆εινα που απεικονίζαν τους παλιούς αφέντες. Εφέραν πίσω τον ρεαλισμόν που τον προηγούμενον αιώναν τζ̆αι βάλαν τον για γραμμήν του νέου κόσμου μέσω της Πράβδα. Εκολλήσαν του τζ̆αι έναν “σοσιαλιστικός” ομπροστά τζ̆αι αναστήσαν τον ρεαλισμόν του 19 αιώνα που απεικόνισεν με τόσην πίστην τους τσάρους τζ̆αι τον κόσμον τους. Εφορτώσαν παράσημα «Στάλιν» τον Γερασίμοφ, που έφκαλεν με τόσον πάθος τον ρεαλισμόν που την ναφθαλίνην να του κάμνει πορτρέττα τζ̆είνου τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ όπως τους αρέσκαν να τους δοξάζει ο σοβιετικός λαός. Αρκεί να βάλεις Alexandre Gerasimov πας το γκούγλολ τζ̆αι να κοιτάξεις τες εικόνες τζ̆αι καταλάβεις πως μπορείς να γινείς ο ζωγράφος της εξουσίας.

 

Η avant guard έκαμεν εις στην Ρωσσίαν πρίν την επανάστασην την μεγαλλύττερην επανάστασην στην τέχνην πετάσσοντας τζ̆αι το τελευταίον ίχνος απεικόνισης. Η απεικόνηση εξιδανίκεψεν για αιώνες το παλιόν τζ̆αι την ξημαρισιάν του μαζίν. Οι καλλιτέχνες της avant guard, ζωγράφοι, ποιητές, μουσικοί, αρχιτέκτονες, αγγαλιάσαν την επανάστασην τζ̆αι η επανάσταση αγγάλιασεν τους για να δημιουργήσουν με τον λαόν για τον λαόν έναν νέον κόσμον, να μεν ιμοιάζει με τον παλιόν, έναν κόσμον γραμμένον ξανά που την αρκήν πας σε μιαν κόλλα άσπρην χαλαζένην. Ο νέος κόσμος για τους ποιητές, Ρώσσους, Κυπραίους, Κινέζους ή Αμερικάνους, εν ένας κόσμος που σ̆αίρεται, όπως τες πεταλλίνες της μανιέρας του Λιασίδη, “μεσα στου δίτζ̆ιου τ΄άγιον φως, του αθανάτου”, άμαν δεν είναι “μαεμμένον του ψεμάτου”, άμαν “με κρούζει, μήτε σβήννει ο αέρας…”. 

 



Η υπέροχη φωνή του Λεμέσ̆εφ που ετραούδαν την άριαν του ποιητή Λένσκι λλίον πριν να τον  παίξει ο παραπόττης ο Ευγένιος Ονέγκιν ήταν μια ηχογράφηση του 1936. Τότες η αφαίρεση, είσ̆εν ήδη ππέσει σε θανατερήν δυσμένειαν. Ο Μαγιακόφσκι δεν ήταν τζ̆αιμαί να θωρεί. Η αφαίρεση εβαφτίσην φορμαλισμός από συνέδρια συσκέψεις τζ̆αι δημοσιογραφικά άρθρα. Αρκούσεν να σου φκάλουν την αβανιάν πους είσαι φορμαλιστής, εμπόρηεν να του την κόψουν. Της Στεπάνοβα, του Ροτσ̆έγκο, του Τάτλιν, εγλύτωσεν, εθάψαν απλά το έργον τους, του Κλουτσίς όμως εκόψαν του την να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να αποτελεί κίνδυνον. Η επανάσταση έθαψεν την επανάστασην που της επροηγήθην. Στο όνομαν του δικαίου, όσοι επιάαν που την επανάστασην εξουσίαν εθεωρήσαν νόμιμον τζ̆αι δίκαιον να εξοντόννουν ότι τζ̆αι όποιον εσυγκόφκαν εμπόδιον εις στους στόχους της. 

 

Έκλαια την κκελλέν μου που πόνεν που φάτσ̆ισεν  πας το πλαφόν μου αντίς να κινηθεί ελεύθερη μες τον χώρον. Έκλαια τζ̆αι τα έργα τα τρισδιάστατα του Τάτλιν που εχαθήκαν, όπως εχαθήκαν τα όνειρα του κόσμου να γλυτώσει που τους άρπαγες τζ̆αι που τους τυράνους. Γιατί επαίξαν τον Κλουτσίς; Γιατί εθάψαν την avant guard; Γιατί εκόψαν την κκελλέν τόσων πρωτοπόρων; Γιατί; Κλάψε να σου περάσει ελάλεν μου η στετέ μου άμαν με θώρεν μαραζωμένον.



 



Από τον Λένσκι στην Ποπόβα...

 

Η όπερα ήταν καλή, οι φωνές όμως δεν ήταν ούτε η φωνή του Λεμέσ̆εφ που μου έγινεν σύντροφος πια, μέσω του γιουτιούπ, ούτε της σοπράνο που εκένταν την φωνήν της ταντέλλαν με την άλτο στην εισαγωγήν της πρώτης σκηνής το 1936. Περικκιάττερσιν όμως, τα σκηνικά αναστήσαν μου την εποχήν τζ̆αι τα κομμάθκια του Πούσ̆κιν που απαγγέλλασιν εις τα ρώσσικα το έργον Ευγένιος Ονέγκιν αναστήνναν μου την ομορκιάν τζ̆είνης της επανάστασης που έθελεν να αλλάξει τον κόσμον αρκέφκωντας που την Ρωσσίαν. Ήταν η αφορμή να μελετήσω πιο βαθκιά την εποχήν πρίν να παρσαμώσουν το όνειρον τζ̆αι να του δώκουν φόρμαν ποταξαρωμένην, ταπελλώννοντας τους δημιουργούς της επανάστασης «φορμαλιστές». Ο παραπόττης ο Ονέγκιν που έβαλεν ο Πούσκιν να σκοτώσει τον ποιητήν επέρασεν καλά. Την αγάπην όμως της Άνιούσ̆ας απόλαυσεν την ένας άθρωπος που με όμορφος ήταν, με καυλάντης. Έπιασεν την ο έντιμος τζ̆αι συνετός. Ήταν σαν να τζ̆ι ο Πούσ̆κιν έγραψεν την επανάστασην μέχρι τέλους πριν να γινεί. Έτσι εν οι ποιητές, προφήτες. Έτσι εν η τέχνη. Γράφει την ιστορίαν πριν να γινεί.

 

Μάλεβιτς̆, Τάτλιν, Ροτσ̆ένκο, Ποπόβα… Μάνα μου Ποπόβα μου εσύ επήες που την Σκαρλατίνην που το 1924 τζ̆ι εγλυτώσαν τα μμάθκια σου τζ̆είνα που εν εθέλησεν να δει ο Μαγιακόφσκι. Η κραυγή σου που εγίνετουν που το 23 έργον τέχνης να φωνάζει “κρατήστε την ψυσ̆ήν της επανάστασης ζωντανήν”, “οι ηγέτες πιο κοντά στον λαόν”, εν έπιασεν τόπον τζ̆αι επιάσαν ούλλα την πορείαν του πολέμου. Σ̆αγκάλ, Καντίνσκι, Στραβίνσκι εφύασιν. Ο Σ̆οστακόφιτς έμεινεν, να τον ταπεινώννει το κόμμαν τζ̆αι ο γιός του, να υπογράφει διακυρήξεις αυτοκριτικής να γλυτώσει που την μαρμάγκαν. Ποπόβα μου, Στεπάνοβα μου, πόσην ομορκιάν εγέννησεν η ψυσ̆ή σας για να γεμώσει την κόλλαν την άσπρην, που πάνω της ήταν να γράψετε την πρώτην σελίδαν του κόσμου τον νέου; 

 



Τζ̆αι που να χωρέσουν οι κόλλες οι άσπρες την ομορκιάν μιας επανάστασης; Η τέχνη επέθανεν ετολμήσετε τζ̆αι το είπετε, ετολμήσετε τζ̆αι το επιστέψετε. Η τέχνη που απεικονίζει μιαν ξοφλημένην κοινωνίαν εν μια ξοφλημένη τέχνη. Η τέχνη χτίζει, είπετε τζ̆αι ονομάσαν σας κονστρουκτιβιστές. Η τέχνη χτίζει με τον λαόν που έβαλεν ομπρός να χτίσει τες νέες σχέσεις, τες ανθρώπινες, για να δημιουργεί ο καθένας ότι μπόρει τζ̆αι να απολαμβάννει ότι έσ̆ει ανάγκην που ότι επαρήχθην. Αναγύρετε τον κόσμον τζ̆αι τίποτε δεν έμεινεν εις τον τόπον του. Που να χωρέσει μια κόλλα την ομορκιάν που εγέννησεν η επανάσταση μες την ψυσ̆ήν της Βαρβάρας Στεπάνοβας; Η αγάπη, ο έρωτας, η ομορκιά εξισ̆είλησεν που τες κόλλες τζ̆ι έβαλεν τες βάσεις του μοντέρνου ντιζάιν που εξεκίνησεν την πορείαν του χρωματίζοντας τα ρούχα των προλεταρίων, που οι τσάροι τα είχαν καταδικάσει μες το κουλλουφκιόν τζ̆αι την ξιμαρισ̆ιάν. Η ομορκιά πας τα ρούχα της σοβιετικής εργάτριας δεν ήταν διακόσμηση. Ήταν η ουσία της νέας θηλυκότητας που δεν είσ̆εν τίποτε να κάμει με τα κορσέ της Άννα Καρένινα. Η θηλυκότητα που απεικόνιζεν ο ταλαντούχος τζ̆αι καλοπληρωμένος ρεαλιστής ζωγράφος μες τα κορσέ των μπουρζ̆ουά γεναικών του Σαν Πέτερμπουργκ τζ̆αι της Μόσχας, του Παρισ̆σ̆ού τζ̆αι του Βερολίνου, ήταν τζ̆είνη που εγίνετουν αναπαραγωγική μηχανή τζ̆αι να γεννοβολά για να διαιωνίζει ταξικά προνόμια. Η αισθητική τζ̆αι η ομορκιά που εγέννησεν η ψυσ̆ή τζ̆αι το σ̆έριν της Στεπάνοβας ήταν η βάση μιας νέας θηλυκότητας, που εκφράζετουν με την ελευθερίαν του σώματος να κινηθεί, να δημιουργήσει, να παράξει, ίση προς ίσον, χάρη σε ρούχα λειτουργικά που εδημιούργησεν η νέα τέχνη. 

 



 

Για λλία χρόνια, η παλιά τέχνη της απεικόνισης έκαμεν πως επέθανεν. Εκούντησεν την μες τα τάρταρα η ορμή των αθρώπων που επιστέψαν εις στην ελευθερίαν, στην δικαιοσύνην, στην ειρήνην τζ̆αι στην αδερφοσύνην του κόσμου. Δεν είπεν όμως την τελευταίαν της λέξην. Ο ρεαλισμός δεν εστράφην πίσω στην Ρωσσίαν θρησκευτικός, ευγενής ή μπουρζουά. Εστράφην πίσω στοισ̆ιωμένος. Εστράφην σοσιαλιστικός. ΄Επρεπεν η τέχνην ναν απλή να την καταλάβει ο νέος προλετάριος. Ψία τζ̆ι ο νέος προλετάριος ήταν ο παλιός τσάρος, ο παλιός μπουρζ̆ουάς. Το χωρκαθκιόν του Στάλιν τζ̆αι του Βοροσ̆ιλώφ που τους αρέσκαν τα τσαροπρεπή πορτραίτα, όπως διηγούνται οι ιστορικοί των νικητών του ψυχρού πολέμου, δεν είναι αρκετόν να εξηγήσει γιατί εθάψαν την Αβαντγκάρντ. Εμπορούσεν τζ̆αι η Αβανγκάρντ να φκάλει χαράν εάν το κράτος εχρειάζετουν αισιοδοξίαν για να κρατήσει την επανάστασην ζωντανήν.

 

Η περιδιάβαση που μου εξεκίνησεν ο αλγόριθμος του Musi εφερεν με έναν μήναν μετά με το αεροπλάνον εις στην Θεσσαλονίκην, στο μουσείον μοντέρνας τέχνης που στεγάζει την συλλογήν Κωστάκη. Του Κωστάκηπου έσωσεν την ψυσ̆ήν του κόσμου. Ήταν μιαν εφτομάδαν πριν τον Κορνοϊόν. Μες τα έργα που έσωσεν ο Κωστάκης σώζεται τζ̆αι η αισθητική της επανάστασης όπως την εγεννήσαν τα σπλάχνα της κοινωνίας που δεν την εχώρεν πκιόν ο τόπος. Δεν την εχώρεν ο τόπος διότι η κοινωνία η ίδια δεν εμπόρηεν πκιον να χωρέσει την αντίθεσην μεταξύν του κεφαλαίου τζ̆αι της εργασίας, την αντίθεσην που εσυντήραν τόσην δυστυχίαν, τόσην κακοζωϊαν, τόσον πόνον μες τες καρκιές τζ̆αι πας τα κορμιά των ανθρώπων. 

 

Η ψυσ̆ή μου ετζ̆οινώναν ψυσ̆ήν, μπροστά που κάθε έργον της Λιουπόφ Ποπόβα, που εξέθεσεν λιτά το μουσείον της μοντέρνας τέχνης μες την παλιάν Μονήν των Λαμπαδιστών. Κάθε γραμμή της τούτης της κοπελλούας έγραφεν την επιθυμίαν για έναν τζ̆ουνούρκον κόσμον. Κάθε χρώμαν πας το χαρτίν ή πας το ρούχον έφερνεν εις το φως ομορκιάν που δεν εγέννησεν άλλος νους, άλλη ψυσ̆ή, άλλον σ̆έριν, άλλον όνειρον. Κάθε μορφή που δεν ήταν απεικόνιση ήταν δημιουργία μιας τζ̆ουνούρκας μαθηματικής συνάρτησης, που έγραφεν μιαν γεωμετρίαν από την οποίαν έπρεπεν να απουσιάζει η μιζέρκα, η αμορφωσ̆ιά, η αδικία, ο πόλεμος, η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπον.

 



Μισήν ημέραν, επεράσαμεν την μόνοι μας μες το μουσείον θκυό πλάσματα που ήρταμεν που του θκιαόλου την μάναν. Που την μιαν ελυπούμουν, που την άλλη απολάμβαννα την μοναξιάν μέσα σε έτσι θησαυρόν. Εμπόρηα να συγκεντρώθώ τζ̆αι να προσπαθώ να φανταστώ την εξίσωσην που θα φκάλλει μιαν γεωμετρίαν με δίχα κλιματικήν αλλαγήν, με δίχα κοινωνικήν αδικίαν νέου τύπου, με δίχα αμορφωσιάν πτυχιούχων, με δίχα βιομηχανικόν βασανισμόν των ζώων, με δίχα εξαφανισμόν της βιοποικιλότητας, με δίχα διαφθοράν, με δίχα ψέμαν που το λαλούμεν πλέον εις τα αμερικάνικα φέικ, με δίχα αρπαγήν του δημόσιου αγαθού που μιαν κλίκκαν δια νόμου προνομιούχων.

 



Ώραν ώραν εκάμμουν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆αι εσυνέχιζεν να λουλλουπίζει η ομορκιά της επιθυμίας, η ομορκιά του έρωτα. Εσκέφκουμουν μιαν κοινωνικήν οικολογίαν όμορφην σαν την επιθυμίαν, χρωματιστήν σαν την ανατροπήν. Εφαντάζουμουν μιαν οικολογίαν που θα πέψει στα τάρταρα την ασ̆σ̆ήμιαν του κόσμου, όι απο φόβον για την κατάρρευσήν τζ̆αι το τέλος του κόσμου, όι από ενοχές που εφάαμεν τ΄αππάϊν των απογόνων μας για να κινήσουμεν μιαν αγοράν που μας χαριεντίζει, όι απο θυμόν για την περιρρέουσαν βλακείαν, εγωϊσμόν ή αυταρχισμόν, αλλά απο επιθυμίαν για έναν κόσμον της αρμονίας. Ακόμα τζ̆αι τα συνθήματα που έθελεν να φωνάξει η Ποπόβα, έγραφεν τα με μιαν εικαστικήν αρμονίαν που χτυπά το κέντρον του στοχασμού σου. Σκέφκουμαι τα ακόμα τωρά που τα γράφω τζ̆αι ακούω την χαράν της πρώτης συφφωνίας του Σ̆οστακόβιτς.

 



 

Κάποτε πάλε, έκλεια τα μμάθκια μου μπροστά σε άλλον έργον τζ̆αι εξέφευγα που την έκθεσην. Εσκέφκουμουν τους φίλους μου, τους συνήλικους μου. Όταν ήμασταν μιτσ̆οί ονειρευκούμαστιν κόσμους νέους τζ̆αι όμορφους. Τωρά που θωρούν τα κορμιά τους να ποσ̆ειλώννουν ή να ποξαμαθκιάζουν, που θωρούν το δέρμαν τους να πατσ̆αουρκάζει, την ψυσ̆ήν τους να ποκασ̆ιάζει κάθουνται τζ̆αι μοιρολοούν το τέλος του κόσμου. Ψία τζ̆αι εν ο κόσμος που τελειώννει τζ̆αι όι η νιότη του ναρκισσισμού τους. Προτείνουν μου την οικολογίαν της στέρησης, για να ξηκάμουμεν την ασ̆ήμιαν των επιπτώσεων του καταναλωτισμού τζ̆αι της αχαλίνωτης αγοράς, λες τζ̆αι δεν θα ήταν δυνατόν να αντιτείνουν την οικολογίαν της απόλαυσης. Άννοια τα πάλε να διαφύγω που τα μίζερα των μαύρων σκέψεων. Η γλυκάδα του έρωτα η γλυκάδα της αβανγκάρντ που εξισ̆είλαν μες την κάμαρην εζωγράφιζεν μου μιαν οικολογίαν με κινητήριαν δύναμην την απόλαυσην του δάσους που εν να προστατεύκουμεν, με πιξίδαν την απόλαυσην της φύσης, της βιοποικιλότητας που θα μπορούσαμεν να φέρουμεν μέχρι την πόρταν ακόμα τζ̆αι του πιό άσ̆σ̆ημου αστικού κούγκρενου ντουβαρκού, με πλώρην την αρμονίαν της κοινωνικής δικαοσύνης που θα μπορούσαμεν να διασφαλίσουμεν δια της ψήφου, μέσα σε έναν κράτος δικαίου, που τόσα χρόνια εδώκαμεν ζωήν για να διαφυλάξουμεν τζ̆αι να διαμορφώσουμεν όσον έφταννεν η κουτάλα των αγώνων του κόσμου. Αγωνιούν οι συνάνθρωποι μου για την καταστροφήν του περιβάλλοντος καθούμενοι μες την πτήσην τους για το τίποτε, μες το ιδιωτικόν τους όχημαν για το πούποτε, μες την κλιματιζόμενην τους κλειστην κάμαρην μπροστά που μιαν ενεργοβόραν οθόνην τζ̆αι κλαίσιν για το τέλος του κόσμου τους που την κλιματικήν αλλαγήν, λες τζ̆αι δεν είναι με μιαν νέαν οικονομίαν που δεν εφαντάστην ακόμα ανθρώπινος νους πον να απολυμάνουμεν την βιοσφαίραν που τα διοξίδεια του άνθρακα. Όϊ όϊ!! Έπιαννεν με η αγωνία που τούτες τες σκέψεις. Εξέφευγα τους ρουφώντας την δύναμην της επανάστασης μέσα που τα έργα της Ποπόβα. Ένωθα την να διαπερνά τζ̆αι που το τελευταίον μου κύτταρον δια μέσου των αισθήσεων που εμπορούσαν να απολαύσουν την ομορκιάν που εγέννησεν η avant guard ψυσ̆ή που άδικα έφαεν η σκαρλατίνα το 1924 στα 35 της χρόνια.




 

Η επιθυμία της ουτοπίας που εκίνησεν ότι εδημιούργησεν η Ποπόβα τζ̆αι οι άλλοι avant guard επαναστάτες δεν είσ̆εν πλαφόν το 1924. Ένοιωθες το μες τα έργα, ένοιωθες το μες την ομορκιάν που αδιαχέετουν που ότι εδημιουργήσαν τα πλάσματα τότες.

 

Άμα σκεφτείς ότι η επιθυμία μιας κοινωνικής τζ̆αι οικολογικής αρμονίας δεν έσ̆ει πλαφόν, μπορείς να φκείς τζ̆αι σε αννοιχτόν χώρον να χορέψεις. Έξω μπόρεις να τραππηήσεις όσον ιφτάννεις χωρίς να φάεις το πλαφόν σου σε δοκάριν πας την τζ̆εφαλήν. Από τον Τσ̆αικόφσκι στην Ποπόβα, τζ̆αι από τον Λεμέσ̆εφ στον Μάλεβιτς̆, εγίνην μου πλέον συνείδηση η αποστροφή μου προς την οικολογίαν της στέρησης τζ̆αι του φόου της κατάρρευσης. Εζωντάνεψεν μέσα μου ο παλιός έρωτας για το νέον, για το πρωτοφανούσιμον, για την ουτοπίαν της αρμονίας. Ο φόος είναι σατανάς, τζ̆αι ο πόλεμος η βία ή η τυρανία εν κάποιες που τες πολλές μορφές του. Ο Σατανάς αλλάσσει μορφές σ̆σ̆ίλλιες.  Ίσως η διαφορά της δικής μου αριστερής οικολογίας που την ξερήν οικολογίαν, είναι ότι εν μια οικολογία του έρωτα, της ομορκιάς τζ̆αι της επιθυμίας, που ξορκίζει τον φόβον, όπως τότε, όϊ που τον καλλιεργεί για να κινήσει τον κόσμον, όπως ότι ακολούθησεν. 




4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστώ που το μοιράστηκες.
Καλές γιορτες

Patinios είπε...

Χρονια καλα Ασερα
Εφκηκεν σε καλο το νανουρισμαν που τον αλγοριθμο.
Ευχαριστω που το μοιραστηκες

Unknown είπε...

Μόλις το ετέλειωσα. Νομίζω ότι το επερίμενα. Τζιαι νομίζω ότι ταιρκάζει με δκυο βιβλία, όπως τα έβαλα στον νουμ μου, όταν είδα το σχόλιο-προτροπή-παραντζιελιά, να 'ρτουμεν δαμαι να το δκιαβάσουμε:
1. ΑΝΟΣΙΑ (Αναστάσιος Γερμενής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2019)
2. ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ -ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ (Ευτύχης Μπιτσάκης, Εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, 2013)
Το πρώτο μπορεί να φανεί λλίον εξειδικευμένο, αλλά βρίσκει τα νήματα όπως τα σκεφτούμαστεν, στη σχέση του ρότσου μας με το μικροβίωμα του, τζιαι την ανάγκη συλλογικού co-immunism.
Το δεύτερο, βάλλει ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο μπορεί έναν πλάσμα που "κυριαρχεί", δίποδο, για κάποιες δεκάδες χιλιάδες χρόνια, στον ρότσο μας, να ισορροπήσει. Τζιαι διερευνά προϋποθέσεις.

Ανώνυμος είπε...

Απλώς εξαιρετικό. Ουτοπία της αρμονιας