Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Η εξομολόηση της κυρίας Πετρούλλας.


Τα φαντάσματα που κυκλοφορούν στην παρανομίαν μες τες σελίδες της ιστορίας που δεν εγράφτην ηξέρουν ότι θκυό πο τζιείνους που ελύσαν την κκελλέν του Μένοικου του συνδικαλιστή στο Λευκόνοικον το 58, εβάψαν τα σιαίρκα τους με το γαίμαν τζιαι το 74. 

Η ιστόρία τούτη πρώτην φοράν δημοσιεύκεται στο μπλόγκ. Εδημοσιεύτην όμως σε εφημερίδαν τον Μάρτην το 2009.


Η εξομολόγηση της κυρίας Πετρούλλας

Η κυρία Πετρούλλα θα κοντεύκει  τα ογδόντα. Κάθεται μπροστά που τον πάτερ Γεώργιον τζιαι εξομολογείται με  φωνήν κρυάν όπως τον πάον. Κρατεί το πρόσωπον της σκλερόν σαν το ξύλον τζιαι έσιει τα σιέρκα της δημμένα μες την ποθκιάν της. Ο παπάς ακούει την μαγνητισμένος.
«.Έμπηκα μέσα στην κάμαρην τζιαι είδα τα ρούχα του βουννημένα χαμαί βουνάριν.  Φεύκωντας που έσσω, είπεν μου να τα πλύννω, γιατί εξημαρίσαν που εσφάξαν σιοίρον εις του Μανώλη τζιαι έθελεν τα επείγον πλημμένα. Εσυνάουνταν κάθηνύχτα σε τζιείνον το περβόλιν που την ημέραν του πραξικοπήματος. Στην αρκήν εγλέπαν καμιάν δεκαρκάν Μακαριακούς τζιαι κουμμουνιστές που εκρατούσαν μες την αποθήκην, ως που να τους δικάσουν. Ύστερα που εγίνην η εισβολή τζι επέψαν τους ούλους εις τον Βουφαβέντον, τζιείνοι εσυνεχίσαν να συνάουνται τζιει κάτω να κάμνουν σούβλες, για να περνά η νύχτα που εγλέπαν το χωρκόν που τους Τούρκους.
Μόλις είδα τα ρούχα τα ολομάτζιελλα ήρτεν μου αναουλιατός. Ανακάτσιουν τα γαίματα που μιτσιά. Που ήμουν 17 γρονών, εζήτησεν με ο Κκολός ο κασάπης τζιαι είπα όι. Η ιδέα να πλυννίσκω τες ποδκιές του τες ξημαρισμένες με τα γαίματα απόθαν με, τζι ας ήταν το πιο όμορφον λεβεντόπαιδον του χωρκού.
Στην αρκήν εμάχουμουν να διπλώσω σιγά - σιγά τα ποινάρκα του παντελονιού τζιαι τα μανίτζια του πουκαμίσου της παραλλαγής, προσέχοντας να μεν ιντζίσω πας τες τάτσες με το γαίμαν. Ήταν αδύνατον. Είσιεν τόσον γαίμαν πας τα ρούχα, παντές τζι ήτουν τζιείνον που σφάξαν. Διπλώννοντας το πουκάμισον, παρόλον που πρόσεχα, έντζισεν ο μιαλιώνας μου πας σε μιαν τάτσαν γιαίμαν πηχτόν που τράβησεν το παννίν του μανιτζιού.
Εβούρησα σαν την πελλήν εις την φουντάναν να θκιακλίσω το σιέριν μου να φύει η ξημαρισιά του γαιμάτου. Το νερόν ήταν κομμένον. Έπιαεν με πανικός. Βουρώντας να βρω την βάτταν με το νερόν, ένωθα το δαχτύλιν μου σαν να τζι εβούττησα το μες το ασίτ της παταρίας τζι εκατάτρων μου το. Έρκετουν εις τον νουν μου το χτηνόν την ώραν που του έμπηεν ο γιος μου το μασιαίριν μες τον βούρκουραν. Εθώρουν το να σπαρταρά νώθοντας το κορμίν του να φτζιερώννει που το γαίμαν του. Εθώρουν το γαίμαν να πυτά που το κόψιμον του λαιμού τζιαι να πιτσυκλιάζει το χώμαν τζιαι τα ρούχα που έπρεπεν να πλύννω. Εκόφκουνταν τα πόθκια μου που το ανακάτσιασμαν. Εθώρουν το χτηνόν να τρεμολοά τζιαι να πορτοκλωτσά παλεύκοντας με τον θάνατον, τσυλλημένον χαμέ που τέσσερις αδρώπους. Ένόμιζα πους ήταν να φκει η ψυσιή η δική μου. Οι εικόνες εβουρούσαν μες τον νουν μου αλλά δεν εκολλούσαν η μια με την άλλην.
Η βάττα ήταν όφκαιρη. Που την ημέραν που ερίξαν πόμπες οι Τούρτζιοι πας το τιπόζιτον του χωρκού, εκαρτερούσαμεν το νερόν να ξανατρέξει  τζιαι οι οικονομίες ελείφκαν η μια μετά την άλλην. Η ξημαρισιά πας τον μιαλιώναν μου έκρουζεν παραπάνω. Έπαθα σαν την άρρωστην. Δεν έξερα που εν να βρω νερόν να καθαριστώ. Εσκέφτηκα την ποτίστραν των όρνιθων. Εξαπόλυσα την κούζαν τζι εβούρησα μες την αυλήν. Εκουτσούβλησα πας το κατώβλιον τζιαι έππεσα χαμαί. Εκατάχταρα τα γόνατα μου τζιαι τρέχαν γαίμαν. Εφοήθηκα να τα σφοντζίσω, άμπα τζιαι νεκατώσω το γιαίμαν το δικόν μου με το γιαίμαν που ήταν πας τα ρούχα. Μόλις εκόντεψα του γουμά ετσιππώσαν οι όρνιθες πας την πόρταν τζι εκακκαρίζαν, σαν να τζιαι κόλλησα τους την πελλάραν την δικήν μου. Ενομίσαν πως τους έφερνα νερόν να τες ποτίσω που εκαγιάσαν τα χτηνά που την δίψαν.
Έπιαεν με παραπάνω πανικός. Εν έξερα τι μου εσυνέβαιννεν. Ήταν σαν να τζιαι ένωθα τα πράματα που γινήκαν πριν να τολμήσω να τα σκεφτώ. Δεν έξερα που εν να βρω νερόν. Εβούρησα στο εικονοστάσιν. Είσιεν μιαν ποτσούν μπλε με αγίασμαν, ποτζιείνες που εν μπλεγμένες σαν το καλαθάκιν με σύρμαν πλαστικόν. Εκρέμμετουν δίπλα που την εικόναν του Άι Γιωρκού, δοξάζω τ΄όνομάν του. Έφερεν μου την η στετέ μου η Πετρού που τον Άιν Τάφον τζιαι φύλαα το για καμιάν περίστασην ανάγκης. Που τον σιασιαρισμόν μου εκουτούκλησα το ούλον. Το μόνον που σκέφτουμουν ήταν να ξορκίσω την ξημαρισιάν που ένωθα κολλημένην πας το σιέριν μου. Άμα εσυνήρτα, ήμουν πολλά θυμωμένη που εκατάριψα ούλλον τ΄αγίασμαν τζιαι εν εφύλαξα τζιαι λλίον για την περίστασην, έτσι μέρες πολέμου που επερνούσαμεν.
Εστράφηκα μες την κάμαρην τζι εφόρησα δκυο κλάτσες πας τα σιέρκα μου, πέρκι καταφέρω να συνάξω τα ρούχα τα ματζιελλωμένα που χαμέ με χώρις να τα ντζίσω. Άμαν τζι έππεσεν η αγωνία μου, αρκέψαν οι σκέψεις να γυρίζουν μες τον νουν μου. “Γιατί τόσην βιασύνην να πλυθθούν τα ρούχα;” Τζιαι κλεψιμιόν να ήταν το χτηνόν, κλεψιές εκάμαν εκατόν τζιαι εν εφοηθήκαν να τους πιάουν. Το σπίτιν ήταν γεμάτον τηλεοράσεις, χρυσαφικά, ράδια κλεψιμιά. Ακόμα τζιαι μιαν ξώπορταν καρυθκιάν εφέραν μου έσσω οι γιούδες μου που τα τούρτζικα. Γιατί ήταν τόσον επείγον να πλυθθούν τα ρούχα;
Το ανακάτσιασμαν που τα γιαίματα ανακούτρευκεν μου τα στομάσια μου τζιαι έβαλλεν μου ιδέες που μ΄εκάμναν να νομίζω πως επέλλανα. Εθώρουν τα γαίματα του γεννόπαννου που ετύλιξεν η μαμμού τον Κωστήν μου, μόλις εγεννήθην, τζι άκουα το  κλάμαν του μωρού να χάννεται μέσα σε κρότους που πόμπες τζιαι ττουφετσιές του πολέμου. Η ώρα που εγέννησα τον Κωστήν μου ήταν η πιο όμορφη ώρα της ζωής μου. Έρκετουν τζιείνη η στιγμή στον νουν μου, αλλά έρκετουν την ίδιαν ώραν τζιαι η έννοια του Μιχάλη μου, που εν έμεινεν στο χωρκόν τζι επήεν να πολεμήσει στον Πενταδάκτυλον. Εθώρουν εφιάλτες όξυπνη.
Έβαλα το πουκάμισον τζιαι το πεντελόνιν τα ολογαίματα μες σε μιαν τσεντούν νάυλον να μεν τα νεκατώσω με τα άλλα ρούχα τζιαι να τα πλύννω ξεχωριστά. Εσύναξα τζιαι τες κλάτσες, τες  βρωμισμένες των αρβύλων τζι έπιασα τες να τες βάλω μες το καλάθιν με τα ρούχα τα κανονικά, να τες πλύννω άλλην ώραν. Έπιασα που χαμαί τζιαι το σώβρακον το ξημαρισμένον. Επήα να το πιάσω άνεννοια, όπως εσύναα πάντα τα σώβρακα που χαμαί που την ημέραν που τους έφκαλα τες πάννες τζι εμάθαν να ντύννουνται μόνοι τους. Μόλις το εσήκωσα που το λάστιχον, είδα μιαν κότσινην τάτσαν πας την δρακοθηλιάν.»
Η κυρία Πετρούλλα έσσιυψεν κάτω να μεν την θωρεί ο παπάς μες τα μμάθκια. Αντρέπετουν να την δει να κλαίει. Πριν να φύει που έσσω της, υποσχέθην εις τον εαυτόν της να κάμει την καρκιάν της πέτραν να τα εξομολοηθεί ούλλα, χωρίς ούτε να δειλιάσει, ούτε να κλάψει. Άπαξ τζι εράισεν η φωνής της, εν εμπόρηεν πιον να κρατηθεί. Στην αρκήν ετρέχαν μόνον τα μμάθκια της. Εσιώπησεν να πάρει ανάσαν τζιαι να καταπιεί τον κόμπον της πίκρας που έκατσεν μες τον λαιμόν της. Άμαν τζι εφτάσαν τα μμάθκια τζι ετρέξαν, το κλάμαν εγίνην νεκάλιον. Η ογδοντάχρονη σκλεράδα εμεταμορφώθην σε τρυφεράδα μιας κορούας των πέντε χρονών. Εσυνέχισεν να μιλά με λυγμούς στην φωνήν της κλαίοντας.
“ Με δίχα να το θέλω έμπηξα μιαν τσιριλιάν σαν να τζιαι βιάζαν με οι Τούρτζιοι εμέναν. Επήρα άνεσην τζιαι επαρακάλεσα τον Γριστόν να με βοηθήσει ν΄ αντέξω το κακόν που μου έμπην μες την ιδέαν πως εγίνην. Έβαλα τζιαι το σώβρακον μες την τσεντούαν με τες παραλλαγές τες γαιματωμένες. Έπιασα τα ρούχα τζιαι ίσιωσα βουρητή στον παπάν. Εφοήθηκα ότι αν ήταν γαίματα πλασμάτων, τζιαι επλύννισκα τα τζιαι πηαίνναν μες τον λάκκον με τους βόθρους, πως είσιεν να στοισειώσει το σπίτιν μου. Η μάνα μου έμαθεν μου πως εν αμαρτία να πετάσσεις ψιχούθκια του ψουμιού μες τα ποσκούπια, όι να πετάξω άθαφτον γαίμαν του πλασμάτου. Εφοούμουν ότι αν εμείνισκεν γαίμαν άθαφτον, ήταν να γυρίζει η ψυσιή των πλασμάτων αδέσποτη τζιαι να μου κατατρέσιει το σπίτιν μου ως που να έβρει το κομμάτιν που της λείπει. 
« Περίμενε να σου φέρω λλίον νερόν να πάρεις ανάσαν θεία.». Είπεν της ο παπάς τζι εσηκώστην τζι έφερεν της έναν ποτήριν νερόν κρυόν. Ήπιεν έναν βρόκκον τζι εσυνέχισεν.
“Ψυσιήν του θεού εν είσιεν μες τες στράτες. Έδυεν ο νήλιος τζιαι οι χωρκανοί εδιπλοβαώννουνταν να φάσιν γλήορα – γλήορα, ως που είσιεν φως να μεν τους πιάσει η συσκότιση. Εσβήνναν τα φώτα που τους βομβαρδισμούς.
Τσα πριν να φτάσω στου παπά, εποτυλίχτην μουγγαριστόν έναν λαντρόβερ που το στενόν τζι έκοψεν μου την στράταν. Επεταχτήκαν τρεις στρατιώτες τζι εστήσαν τα καλασνίκο πάνω μου. Στην αρκήν ενόμισα πως εν Τούρτζιοι τζιαι ώστι να μου μιλήσουν εκόπην η ψυσιή μου.
«Πού πάεις κυρία μες το κκέρφιου»; αρώτησεν με ένας καστρίσιης.
« Ρέξε που ομπρός μου τζιαι πρέπει να πάω γλήορα στον παπάν πριν να νυχτώσει». Είπα του.
«Απαγορεύεται η κυκλοφορία μετά το δύμμαν του νήλιου», είπεν μου τζιείνος, ψία τζι ήτουν στρατηγός.
«Άκου γιε μου», είπα του με το μαλακόν. «Είμαι η μάνα του Κωστή τζιαι πρέπει να πάω επείγον στου παπά».
« Εν ηξέρουμεν κανέναν Κωστήν», είπεν μου τζιείνος. «Δείξε μας τι κουβαλείς μες την τσεντούν».
Είπα του να με αφήκει να ρέξω τζιαι είμαι η μάνα του Κωστή που γλέπει το χωρκόν που τους Τούρκους. 
« Ποιους Τούρκους », λαλεί μου τζιείνος. «Τους Τούρκους εφάαμεν τους ως τον τελευταίον. Το χωρκόν εμείς το γλέπουμεν τζιαι εν ηξέρουμεν κανέναν Κωστήν».
Μόλις μου είπεν έτσι επαράλυσα. Ήταν σαν να επαληθεύκετουν ότι εφοούμουν. Μετά άρκεψα να τσιριλλώ σαν την άρρωστην να με αφήκουν να περάσω να πάω γλήορα στου παπά.
« Φερτην τσεντούν πρώτα να την εξετάσουμεν». Εδιάταξεν με ο άλλος με το όπλον.
Αρπάξαν μου την τσεντούν, γιατί μίσσιη μου είσιεν μέσα στρατιωτικόν υλικόν. Εμούνταρα τον τζιείνον τον καστρίσιην να του την πάρω, αλλά πριν να προλάβω να την πιάσω πίσω, εβούννησεν την του άλλου του μούζουρου. Εχαριεντίζουνταν, όπως παίζουν τα μωρά με μιαν μάππαν. Επήα να αντιδράσω αλλά έδωκεν μου μιαν κοντακκιάν ο καστρίσιης πας τον νόμον τζι έππεσα χαμαί. Επιάαν τα ρούχα τζιαι φύαν.”
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας εξαναπνίην μες τους λυγμούς σαν να τζι έκλαιεν δικόν της πλάσμαν. Ο παπάς μη ξέροντας πως να αντιδράσει, έμεινεν βριχτός τζιαι άφηκεν την να κλάψει να ξαλαφρώσει την συγκίνησήν της. Ήπιεν αλλόναν βρόκκον νερόν τζιαι εσυνέχισεν μισομιλώντας, μισοκλαίοντας.
 Έθελα να τα πάρω που παπά να τους θκιαβάσει τζιαι να τα θάψουμεν, όπως θάφκουνται τα πλάσματα. Έστω τζιαι αν εν τούρτζικα, ο Θεός δεν ημπόρει να δεχτεί να χωρίζεις το πλάσμα που τα γαίματα του τζιαι να τα αφήννεις άθαφτα. Έκατσα τζιειαμαί χαμαί που ήμουν τζι έκλαια. Έκλαια τα πλάσματα. Έκλαια τζιαι τον γιον μου. Επαρακάλουν την Παναΐαν που εν μάνα να με πονήσει τζιαι να μου δώκει κουράγιον να ζήσω το κακόν που έππεσεν πάνω μας. Εσκέφτουμουν άλλα πράματα για να μεν ησκεφτώ τι έκαμεν ο Κωστής μου. Δεν εμπόρηα να πιστέψω ότι το πλάσμαν που έφκην που το κορμίν μου ήταν δυνατόν να κάμει έτσι κακόν. Εσκέφτηκα ότι τούτα ούλλα ήταν πελλάρες που εγέννησεν η ιδέα μου. Ότι έτο, «οι ροκόλοι επήαν τζι εκλέψαν κανέναν σιοίρον που χωρκανόν τζιαι εσφάξαν τον να κάμουν ζιαφέθκια να γιορτάσουν που ερίχτην τούρτζικον αεροπλάνον». Η ιδέα τούτη επαρηγόρησεν με, εσηκώστηκα τζιαι στράφηκα έσσω.
Με έφαα με ήπια. Επήα τζιαι έππεσα πέρκι ποτζιοιμηθώ να μεν ισκέφτουμαι. Ούλλη νύχτα εν έκλεισα μμάτιν. Επαρακάλουν τον Θεόν να γλέπει τα παιθκιά μου που τον πόλεμον. Ο Μιχάλης μου έφυεν εις τες είκοσι του Ιούλη τζιαι νέα του δεν είχαμεν που τες δέκα του Αούστου. Ώρες - ώρες έτρεμα. Εσκέφτουμουν ότι τούτα τα γαίματα δεν ήταν για καλόν.
Εσηκώστηκα που τες τέσσερις. Εξημέρωννεν δεκαπεντάουστος. Ίσιωσα τζι επήα παρπατητή στο περβόλιν να φέρω κανέναν παούριν νερόν που τον λάκκον. Που στρέφουμουν αντάμωσα την Αντώναν του Σαλέπι με την κόρη της. Εσιαιρέτησα τες τζιαι αντίς να μου απαντήσουν εφτύσαν χαμαί τζι εμπήκαν έσσω. Είπουν ότι εν που ήταν Μακαριακές τζιαι ήτουν φανατισμένες. Στην ακρίβειαν όμως εν έθελα να ξέρω γιατί εφτύσαν. Εν ιξέρω αλλά επήεν πάλε η ιδέα μου πας τον Κωστήν μου. Εβούρησα τζιαι έμπηκα έσσω να μεν θωρώ κανέναν.
Ήταν κατά τες εννιά όταν άκουσα το ξωπόρτιν ν’ αννοίει. Εβούρησα να δω. Μπορεί να έξερα ότι ο Κωστής μου ήταν εις το χωρκόν, αλλά πάλε έτρων με η έννοια όσον τζιαι για τον Μιχάλην μου. Μόλις τον είδα να μπαίννει της αυλής εκατάλαβα ότι κάτι κακόν εγίνην.
« Σύντυσιε, είνταν που γίνην». Είπα του.
Εν μ’ εθώρεν μες τα μμάθκια τζιαι ήταν να σπάσω.
«Σύντυσιε γιε μου, πε μου».
Ήρτεν τζιαι έπιαεν με μες τ’ αγκάλια του τζι ελούθην του κλαμάτου. 
«Ο Μιχάλης μας...», είπεν μου κλαίοντας τζι εκόπην η φωνή του.
Εφύρτηκα μες τα σιέρκα του.
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας εσκλέρινεν διαμιάς τζι εγίνην σαν την πέτραν πάλε. Σαν να τζιαι ήπιεν αναισθητικόν να μεν νώθει άλλον.
Άμαν τζι εσυνέφερεν με, αρώτησα τον αν έξερεν τίποτε. 
«Τίποτε το συγκεκριμένον» είπεν μου. «Επέψαν απλά μήνυμαν που τον στρατόν ότι έππεσεν εις την Μιαν Μηλιάν».
Έτσι σαν μ΄εκράεν μες τ’ αγκάλια του τζι έκλαια, εξήσπασεν τζι άρκεψεν να φωνάζει.
« Βρωμότουρτζιοι, εφάετε τον αρφόν μου. Πόψε εν να σκοτώσω άλλο εκατόν να πάρω το γαίμαν του πίσω».
« Γιατί πόσους εσκότωσες ως τωρά τζιαι να σκοτώσεις άλλο εκατόν »; αρώτησα τον.
Έμεινεν βριχτός τζιαι εν απάνταν. Τζιειαμαί εκατάλαβα πως ό,τι εφοήθηκα εγίνηκεν.
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας πάλε εράισεν τζι εγίνετουν πότε φωνή πότε νεκάλιον.
«Αμάρτησα πάτερ μου. Ημέραν της Παναΐας εκαταράστηκα το παιδίν μου να μεν χαρεί». Είπα του ότι τον Μιχάλην μας εν τζιείνος που τον εσκότωσεν τζιαι εν να μείνει άθαφτος όπως εμείναν άθαφτα τα γαίματα των πλασμάτων πας τα ρούχα του. «Εβλαστήμησα τζιαι προς τον Θεόν πάτερ μου». Είπα του, «ποιος εν τούτος ο Θεός που μου έπεψεν τέρας να γεννήσω αντίς παιδίν»;
«Θέλω να ζητήσω συχχώρεσην πάτερ μου που τον Θεόν, που εν εσεβάστηκα το όνομαν του. Θέλω να του ζητήσω συχχώρεσην τζιαι που εν ήβρα ακόμα την δύναμην να συχχωρήσω του Κωστή μου τζι ας επήεν να κλειδωθεί που τότες σε μοναστήριν».
«Ο Θεός εσυχχώρεσεν σε κυρία Πετρούλλα, διότι έδωσες παιδίν για την πατρίδαν», είπεν της παρηγορητικά ο παπάς.
Μόλις άκουσεν τα λόγια του παπά η κυρία Πετρούλλα, εξαναγίνην πάλε η καρκιά της πέτρα τζιαι εξαναήβρεν την αναισθησίαν της γεροντίσιμης φωνής. Ο παπάς αμήχανος, είνταν πον να της πει άλλον, άρκεψεν να της θκιαβάζει κάτι προσευχές. Η κυρία Πετρούλλα εσηκώστηκεν πάνω που την καρέκλαν. Πριν να του γυρίσει την πλάτην της τζιαι να πιάει τη στράταν να φύει, έσφιξεν τα σιείλη της σαν να εδίσταζεν να ανοίξει το στόμαν της να του πει τζιείνον που θελεν να του πει. Το πρόσωπον της εσυννέφκιασεν με τον ίδιον σιχχαμόν, όπως πριν 35 χρόνια στο θέαμαν του γαιμάτου.
Γυρίζοντας να φύει, έκοψεν τον παπάν που τους ψαλμούς του τζιαι είπεν του με δίχα να τον θωρεί:
«Αν εν για μέναν που ψάλλεις παραίτα πάτερ. Εσού εν τον πόλεμον που μ’ έκρουσεν  που λουτουρκάς, εν τζι έν τον Θεόν».
Έπιαεν το παστούνιν της τζιαι ίσιωσεν μόνη της κατά τζιεί.
Ο Παπάς εσυνέχισεν να ψάλλει τζιαι να παρακαλεί τον Θεόν να την ησσυχχωρήσει.

2 σχόλια:

stalamatia είπε...

Καλησπέρα Ασερα μου ,την εχω ξαναδιαβάσει εδω και με ειχε συγκλονήσει αυτη η ιστορία!!

Ανώνυμος είπε...

Ασερα σε χαιρετώ. Εξαναθκιάβασα πριν καιρό την ιστορία σου, όμως δεν παύει και στην δεύτερη ανάγνωση να είναι συγκλονιστική. Γίνεται όμως συγκλονιστικότερη αφού είναι αλήθινή και δεν ανάγεται στην σφαίρα του φανταστικού. Γίνεται και τρομακτική αφού "παλληκάρκα" που εγκλημάτισαν κυκλοφορούν άνάμεσά μας ατιμώρητα. Και είναι καλά γνωστό, ότι εγκλήματα που μένουν ατιμώρητα, επαναλάμβονται.

ιων