Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Γενεές τέσσερεις




Έπιασεν τον χαρτούτσιον με το bretzel τζ΄έφκαλεν τον που την τσένταν με ευλάβειαν. Έγλιασεν μέσα τον δείχτην τζιαι τον μεαλιώναν τζι ετράβησεν το ολόφρεσκον κουλλούριν προσεχτικά να ρέμπει έξω που το χαρτίν όσον για να μπορεί να το ακκάσει.

Κρατώντας το σακκούλλιν με τα θκυο σιέρκα, έκοψεν μιαν δακκαμμαθκιάν του bretzel φέρνοντας στον ουρανίσκον της την ηδονήν αυτοπροσώπως. Θα εν καμιά Γερμανοελβετίδα που εξήκοψεν εις τα νιάτα της στην γαλλόφωνην περιοχήν της χώρας. Το πληθωρικόν κορμίν κάθεται ίσιον πας την καρέκλαν του λεωφορείου της γραμμής Ecublens-Morges. Βρίσκεται σε ιεροτελεστίαν. Η αίσθηση που ζωγραφίζεται πας τα κανάτζια της ενόσω η μασέλλα με πάνω-κάτω κινήσεις διεκπεραιώνει την λειτουργείαν της, δηλώννει ότι τζιείνον που η παχουλλή κοτζιάκαρη κουβαλεί που μακρυά δεν αφομοιώθην που τον ξένον τόπον.

Το λεωφορείον περνά που κάτι ανωμαλίες του δρόμου τζιαι σούζει. Τα πασιά βυζιά που ξησιειλούν που το τεράστιον σουτιέν τρεμουλιάζουν πάνω στο κοτσονάτον λαρτερόν κορμίν της κοντής κυρίας, που κάθεται κορτωτή τζιαι κοιτάζει ευθείαν μπροστά, ενόσω το σώμαν της γίνεται έναν με το παραδοσιακόν γερμανικόν κουλλούριν. Που την μόδαν του κότσου πρέπει να ήταν κοπέλλα το πεήντα.

Πριν να φτάσει το λεωφορείον στην επόμενην στάσην, εβιάστην τζι ετοποθέτησεν τον χαρτούτσιον με το εναπομείναν Bretzel μες την γεροντίσιμην μαύρην τσεντούν. Η γερμανική ψυσιή, αφού έχει απολαύσει την γλύκαν τζιαι του τελευταίου κόκκου χοντρού θαλασσινού άλατος που έππεσεν πας τα γόνατα της που το Bretzel, άφηκεν τόπον στην από χρόνια τεχνιτώς αποχτημένην Γαλλοελβετικήν ευγένιαν. Το σιαιρέτημαν που έκαμεν στον ογδονταπεντάρην γέρον τζιαι την ενενηντάραν ξερακιανήν κοτζιακαρούν που ήρταν να την έβρουν μες το λεωφορείον τζιαι εκάτσαν απέναντι της ήταν του τόπου.

— Bonjour monsieur dame. Εκαλοσώρισεν τους φίλους της με άπταιστον τοπικήν προφοράν.

Θα εν ποτούτα τα αργόσχολα γερούθκια που καρτερούν την ώραν ακμής για για να παν να ψουμνίσουν μες τα σούππερμάρκετ για να κάμνουν τους στρεσαρισμένους Ελβετούς να σσιφφιλιάζουνται καρτερώντας τους στην γραμμήν ως που να τοποθετήσουν με τες αργές τους αδέξιες κινήσεις το ψούμνισμαν πας το κολάνιν του ταμείου. Πρέπει ναν τακτικοί τζιαι οργανωμένοι στες ώρες τους. Ο γέρος μετά το σιαιρέτημαν εξεκίνησεν την κουβένταν λες τζιαι μόλις τον είσιεν κόψει κάποιος που μιαν βαθκειάν ανάλυσην τζιαι επήρεν απλά ανάσαν για να συνεχίσει τον ειρμόν της σκέψης του.

— Όταν πεθάνει κάποιος τζιαι δεν αφήκει κληρονομιάν, το κράτος αναλαμβάνει να αννοίξει το σπίτιν τζιαι να ξεκαθαρίσει τα περιουσιακά του που έχουν αξίαν.

Η ξερακιανή κοτζιακαρού έδειχνεν ότι δεν την αφορούσεν τζιαι πολλά το θέμαν της συζήτησης. Ίσως να ήταν κάποιας διαφορετικής τάξης που υποτιμούσεν έτσι επιπέδου ανυσηχίες.

— Δεν ηστέκει ο ισχυρισμός σας Πιερ! Πού ξέρει το κράτος ότι δεν υποάρχει ένας μακρινός κληρονόμος; Είπεν η παχουλλή εκ-γαλλισμένη Γερμανοελβετίδα.

— Πολλά απλά. Εάν δεν εμφανιστεί κάποιος να διεκδικήσει την κληρονομιάν μερικές μέρες μετά τον θάνατον του πλασμάτου, το κράτος αννοίει αυτόβουλα τον φάκελλον. Απάντησεν με σιουρκάν συμβολαιογράφου ο γέρος.

Ήταν ένας πο τζιείνους τους Ελβετούς λεβεντόγερους που κάμνουν ώρες πεζοπορείας πας τες Ελβετικές Άλπεις ως τα 85 τους, με τον ίδιον τρόπον που εκάμναν που τον τζιαιρόν που ήταν 6 χρονών μωρά. Κορμίν σφιχτόν, γεροδεμμένον, γυμνασμένον, που σύρνει τα χρόνια κάτω το έναν μετά το άλλον τζιαι δεν αφήννει τον δεύτερον νόμον της θερμοδυναμικής να φθείρει τες λειτουργείες. Αντίς για μύλλες, είχεν μυς τζιαι οι ρυτίδες δεν ήταν σημάδιν της χαλαρής πέτσας που κρέμμεται, αλλά αποτύπωση των ενεργητικών κινήσεων που επαναληφτήκαν σσιλιάες, εκατομύρια φορές: του γέλιου, της απορίας, της περίσκεψης, της λύπης, του θαυμασμού, του θυμού.

— Εγώ δεν καταλάβω με τι δικαίωμαν το κράτος θα βάλει το σιέριν του μες την πούγγαν του άλλου, απλά επειδή επέθανεν. Μπορεί να υπάρχει ένας μακρινός συγγενής στην Αυστραλίαν που έχασεν επαφήν με τον αποθανούνταν. Μπορεί ο άθρωπος που επέθανεν να μεν ελοάρκαζεν να πεθάνει τζιαι να έχει αμελήσει τα διαδικαστικά της διαθήκης. Το κράτος δεν πρέπει να έχει δικαίωμαν να κάμει οτιδήποτε εάν δεν του το έχει ζητήσει κάποιος που θίγεται από την γερημίαν της περιουσίας που έμεινεν. Εάν η κληρονομιά δεν θίγει κανέναν, να μείνειι ως που να χαθεί, όπως εχάθην αυτός που την εδημιούργησεν τζιαι δεν την έδωσεν σε κανέναν. Ούτε στο κράτος.

— Μα την περιουσίαν αγαπητή μου Μαργκό, δεν μπορεί να την δημιουργήσει κανένας μόνος του. Απάντησεν η κρυά ορθολογιστική σκέψη του προτεστάντη γέρου. La société y est pour quelque chose. Τζιαι το ύστατον νομικόν πρόσωπον της κοινωνίας είναι το κράτος.

Η απουσία της ξερακιανής ασπρομάλλας κοτζιακαρούς που έμεινεν εκτός τζιαι εθώρεν που το τζιάμιν του λεωφορείου έξω, δεν φαίνεται να επηρέαζεν την συζήτησην. Αυτόν που έκοψεν την κουβένταν, λες τζιαι οι γέροι επεθάναν τζιαι οι που ακαριαίον θάνατον, ήταν η είσοδος μες το λεωφορείον θκυο νέων κοπέλλων. Ήρταν τζιαι εκάτσαν καρτζίν-καρτζίν εις την ακριβώς διπλανήν που τους γέρους τετράδαν θέσεων, μπροστά που τζιείνην που εκάθουνταν εγώ μόνος μου.

Ήταν τζιαι οι θκυο μαύρες. Η μια Αφρικάνα, η άλλη Λατινοαμερικάνα. Η Λατινοαμερικάνα ήταν σιοκολάτα του γαλάτου. Έναν ξέβαθον μαύρον, τζιαι κορμίν μάμμας. Βυζιά μεγάλα, κωλοΰρισην μεγάλην αλλά μετρημένην που δεν εξεχύλωσεν ακόμα που την ηλικίαν, τζιαι μιαν υποψίαν τζιοιλιούας που της εξέφευγεν. Έκατσεν στην απέναντυ σειράν καρτζίν που την χοντρήν Μαργκό.

Η Αφρικάνα ήταν έναν ογδόντα. Πουκάτω που την μίνι φούσταν εφαίνουνταν θκυο τέλειες ζάμπες κανόνιν. Πουπάνω που την κατώμεσην φουστούαν εφαίνετουν μια σφιχτή τζιοιλιά, με έναν τσαχπίνικον σκολαρίτζιν πας το αρφάλιν που εδίαν τροφήν εις την φαντασίαν του θεατή.

Η Λατινοαμερικάνα έδειχνεν προκλητικά την δίπλην των βυζιών της, που εσμίαν εις το πιο ψιντρόν με τον ίδιον τρόπον που εσμίαν τα βυζιά της βαρβάτης κοτζιάκαρης με τον κώτσον. Ετρέμαν εις την κίνησην του λεωφορείου επίσεις με τον ίδιον τρόπον. Εδιαφέραν όμως εις το ότι ήταν εις τον αέραν τζιαι εδείχναν το τρυφερόν δέρμαν, παρά ναν χωσμένα κάτω που το γεροντίσιμον κλαδωτόν φουστάνιν της κυρίας που έκρυφκεν τες ραγάδες που έγραψεν ο χρόνος τζιαι οι γέννες.

Τα βυζιά της Αφρικάνας ήταν σαν τα δκυό μισά πεπονιού de Cavaillon, κολλημένα αρμονικά πουκάτω που το καφετίν-κακάο γλυτζίν δέρμαν. Δεν επέρναν ύφος εργαλείων θυλασμού. Εκαμαρώνναν σας στολίθκια θυλικότητας, κάμνοντας διάλογος με το σκολαρίτζιν πας το αρφάλιν. Το κορμίν της παστελλωμένης κοτζιακαρούς που ήταν ανύπαρκτη μέχρι τζιείνην την στιγμήν, ήβρεν την δύναμην να σταθεί πιο ίσια τζιαι να ψηλώσει πάνω πέντε πόντους. Θα ήταν γεννημένη δέκα-δώδεκα χρόνια πιο πριν που τους άλλους θκυο γέρους. Την ώραν που εχαμογέλασεν της αφρικάνας που εκάθετουν στην απέναντι που τζιείνην σειράν του λεωφορείου, εξαφανίστηκεν στα μμάθκια μου το πλισέ ρυτιδωμένον δέρμαν τζι εφάνηκεν το μωρόν που εκουβάλησεν μες δες δεκαετίες τζιείνον το γέρικον κορμίν.

Η Αφρικάνα ένοιωσεν σσύχχισην τζι έσουσεν με αμηχανίαν το ισιωμένον μακρύν μαλλίν που της έφταννεν πίσω ως την μέσην. Εχάδεψεν το με απόλυτην θυλικότηταν τζι έφερεν μιαν τούφαν που τα φτιαγμένα μαλλιά να σσιεπάσουν σαν πέπλον τα γυαλλιστά βυζιά που εξήχαν που το μπούστον με πολλά πιο διακρυτικόν τρόπον που τες ζάμπες-κολώνες.

Ένοιωσα το πνεύμαν της κοτζιακαρούς να πιάννει το σήμαν επικοινωνίας που της έστειλεν η μαύρη, τζιαι να εγκαταλείπει την παρέαν της μαζίν με τα γερατεία. Όταν το λεωφορείον εμάσιετουν να κάμει στάσην μπροστά που το σούπερμάρκετ, η μαύρη που ήταν σε πλήρην επικοινωνίαν μαζίν της, εσήκωθηκεν τζιαι επρότεινεν της τρυφερά.

— Να σας δώσω το χέριν μου να κατεβείτε πιο εύκολα;

— Όχι, όχι αγάπη μου. Ευχαριστώ σε. Το σώμαν μου μπορεί ακόμα μόνον του. Ενόσω το λεωφορείον εκινήτουν ακόμα, με τέλεια προγραμματισμένον τρόπον τζιαι με κινήσεις ακριβείας, το αλαφρόν σώμαν της κοτζιακαρούς εστάθηκεν ζωντανόν επικοινωνώντας με το περιβάλλον του, με τα πόθκια της να πατούν σταθερά τζιαι τα σιέρκα της να κρατούν γερά πάνω στους στύλλους τζιαι τες λαβές του λεωφορείου.

— Ζιακλίν, πέρνεις ρίσκα, είπεν της ο ορθολογιστής Ελβετός γέρος. Δεν πρέπει να σηκώννεσαι πριν να σταματήσει εντελώς το λεωφορείον. Εξήντα τοις εκατόν των γερόντων που καταλήγουν ανίκανοι στα γεροκομεία το παθαίνουν από πτώσην.

— Τα γηρατεία Πιέρ δεν καθορίζονται από την ημερομηνίαν της ληξιαρχικής πράξης γεννήσεως. Μπορώ ακόμα να κατέβω μόνη μου με ασφάλειαν που έναν λεωφορείον που κινείται.

— Εσύ είσαι δράκος. Είπεν ο Πιέρ της Ζιακλίν πλατωνικά ερωτευμένος, καρτερώντας φρόνιμα τζιαι προσεκτικά το λεωφορείον να σταματήσει για να σηκωστεί.

Τελευταία στην σειράν, η Μαργκό μπαρρωτή σαν το παλλούτζιν έριξεν έναν βλέμμαν φθόνου πας το στήθος της Λατινοαμερικάνας. Η κρυφή ηδονή που είδα την ώραν του Bretzel επήρεν φώκον τζιαι εγίνην κατζία τζι εκεραύνωσεν την ξένην με υποτίμησην. Η Λατίνα ένοιωσεν άβολα τζι ετράβησεν ασυναίσθητα την πλούζαν της πάνω για να κρύψει ότι εμπόρηεν που την θέαν του λάγνου στήθους της. Ένοιωσα το έσκιν της Μαργκό να ρυπαίνει τον αέραν την ώραν που επέρναν που δίπλα μου. Ρύπανση δεν ήταν που εκόρτωννεν βλακωδώς τους βύζους της σαν τίμια μάνα που την εβυζάσαν πεινασμένα μωρά τζιαι ανώριμοι σύζυγοι τζιαι επήαιννεν να την παρασημοφορήσουν σε συνεστίασην των πολυτέκνων. Ήταν τα φαρματζιερά λόγια που εψιθύριζεν εις τον Πιέρ, λέοντας του ότι εφάαν μας οι πουτάνες τους ξένους.

Σαν ξένος ένοιωσα τον θυμόν μου να δρατζιάζει. Επρόλαβα να σείρω έναν βέλος της Μαργκό πριν να κατεβεί του λεφωρείου: «que vous creviez tous, Nazi» «που να ψοφήσετε ως τον έναν - φασιστόμουτρα».

Η κοτζιάκαρη έσκασεν αλλά δεν ετόλμησεν να γυρίσει. Το λεφωρείον εσυνέχισεν την πορείαν του. Σαν άνδρας ένοιωσα την ληξιαρχικήν μου ηλικίαν να ζυάζει μεταξύ τζιείνην της Μαύρης τζιαι τζιείνην της Ζιακλίν, τζιαι την ερωτικήν μου επιθυμίαν να παίζει μεταξύ της ομορκιάς του σώματος της όμορφης νέας τζιαι της ομορκιάν της δύναμης της γεναίκας της μεγάλης.

14 σχόλια:

takeiteasy είπε...

Συνήθως εν δκιαβάζω μακρυνάρκα. Το δικό σου εδκιάβασα το ούλλο. Πολλά ενδιαφέρον. Άρεσε μου. Γραμμένο με το μάτι του αρσενικού. Καλώς.

Anef_Oriwn είπε...

Εύστοχη η παρατήρηση του takeiteasy ότι το κείμενο/ιστορία του Aceras είναι «γραμμένο με το μάτι του αρσενικού»!!! Κάποιες φάσεις που περιγράφει πρέπει να ‘χεις ‘ρσενικό [ή λεσβιακό – που θα ελάλεν τζιαι η συν-bloggr-ού Cake] «μάτι» [που παίζει πέρα δώθε] για να τις μεταφέρεις στο χαρτί!!! [Εκτός κι αν και πάλι εξ ιδίων κρίνω τα αλλότρια] ...

Anef_Oriwn είπε...

Άσχετον:
9η Ιουλίου σήμερα. Εκείνην του 1821 [με το κρέμμασμα του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού] την ύμνησε ο Βασίλης Μιχαηλίδης... Για να πάρετε και μια ιδέα για ο τι άλλο ύμνησε ο “εθνικός” μας ποιητής πάεννετε τζιαι στην ανάρτηση μου με αρ. 35/2009 – link: http://aneforiwn.blogspot.com/2009/07/352009-9.html

Ανώνυμος είπε...

To thema me apasxolei entona edw sti Varkeloni.

Oxi ekeino twn fasistomoutrwn.

Strovoliotis

Διάσπορος είπε...

Πόσες φορές θα δείς άραγε τούντη σκηνή πρίν να μιλήσεις όπως έκαμεν ο Aceras ώ αναγνώστη?

stalamatia είπε...

Τζιαι έτσι τζιαι σχολιάσει γαινέκα εν να κινδυνέψει να τη πείτε λεσβία;;;;; χαχαχα ου Γριστός!!

Kai Na Katharisoume Tous Kakomoutsounous είπε...

Πρόκειται για έργο ενός αξιόλογου Κύπριου καλλιτέχνη, του Θεόδουλου (Θεόδουλος Γρηγορίου). Δείτε περισσότερα στο:-

http://www.theodoulosart.com

roam365 είπε...

μόνον εγώ τωρά θέλω να φάω ποτζείντο bretzel?

Kai Na Katharisoume Tous Kakomoutsounous είπε...

Με συγχωρείτε, λάθος!
Το προηγούμενο σχόλιο προορίζεται για την προηγούμενη ανάρτηση του Ασέρα.

postbabylon είπε...

όπως πάντα εκέντισες φίλε μου!

Aceras Anthropophorum είπε...

takeiteasy, aneforiwn, strovoliotis, Διάσπορε, stalamatia, roam366, postbabylon, σιαίρουμαι που σας εκόντεψα με κάποιον τρόπον.

the Idiot Mouflon είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
Ανώνυμος είπε...

ti wraia na diagrafeis oti en sou areskei. ti wraia