Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Η αρραβώνα του διαζυγίου



Μπορεί τζιεικάτω να λιάζεσται ακόμα στες θάλασσες, δακάτω το καλοτζιαίριν 2010 εθάψαμεν που μέρες. Βρέσιει, βρέσιει, εσαπίσαν οι τόποι. Εγέμωσεν ο τόπος μανιτάρκα. Ο νήλιος νεφανήσκει τόπους τόπους. Βάλλω σας μιαν ιστορίαν που πάει με το περιβάλλον. Εδημοσίευσεν την ο Πολίτης την περασμένην Κυριακήν, αλλά βάλλω την τζιαι δαμαί για τζιείνους που δεν τον θκιαβάζουν.



Η αρραβώνα του διαζυγίου


Έγλειψεν το χαρτίν τζι εσφράγισεν τον φάκελλον. Ένωσεν να εξηκολλά που την ψυσιήν του έναν κομμάτιν 50 κιλά μολύβιν τζιαι να ππέφτει μπροστά του. Ετράνταξεν η γη. Η πληγή της ψυσιής στο σημείον που ήταν κολλημένον το βάρος άχνιζεν πόνον. Η γλύκα της κόλλας του φακέλλου έδρασεν πας την γλώσσαν του σαν την παρηορκάν που διούν εις το νεκροταφείον μετά που ννα θάψουν τον πεθαμμένον.

Το κουττούτζιν της θλίψης που έππεσεν μπροστά του παρολίγον να του λίσει τα πόθκια. Μες το μαύρον κράμαν του καρκινογόνου μετάλλου ήταν αδρανοποιημένη η πίκρα τζιείνου του καφέ που έπιννεν την ώραν που του ανακοίνωσεν με δάκρυα στα αμμάθκια αυτόν που ήδη ήξερεν. Ήταν τζιαι τα λείψανα τζιείνων των ονείρων που επεθάναν. Ήταν τζιαι η ρυπογόνα ενέργεια της κακοζωΐας που γεννούν τόσα χρόνια συμβιβασμοί.

Τωρά εφύαν ούλα πουπάνω του μαζί με την υπογραφήν που έπεψεν του δικηγόρου να βάλει ομπρός για το διαζύγιο.

Στα πρώτα βήματα που έκαμεν πηαίννοντας προς το ταχυδρομείον να στείλει την επιστολήν ένωθεν ότι επέταν. Τα πόθκια του είχαν συνηθίσει το βάρος που κουβαλούσαν τόσα χρόνια. Τον τελευταίον τζιαιρόν ένωθεν τα να ζαώννουν που βαρύνισκεν το κουττούτζιν. Εμάθαν του ότι οι άνδρες σώννουν. Οι μυς του εμάθαν να σηκώννουν έναν κορμίν φορτωμένον. Ανάλαφρον όπως έμεινεν, ένωθεν το να φουλλοπετά.

Έφτασεν στο πιο κοντινόν γραμματοκιβώτιον τζι έριξεν την επιστολήν. Μετά έπιασεν την Ζήνωνος Κιτιέως τζιαι επροχώρησεν προς την διεύθυνσην των φοινικούων.

Εσταμάτησεν να φουλλοπετά τζι επάταν σίουρα τζιαι σταθερά παρατηρώντας την κάθε αντίδρασην του ελεύθερου πια σώματος, που εμετατόπιζεν τον αέραν για να κάμει τόπον στην ύπαρξην του. Παρολίγον να έρτει σε οργασμόν χωρίς καν αντικείμενον. Έναν βαρίδιον εβάρεν τον ακόμα μες την πούγκαν του πουκαμίσου του. Δεν ήταν μολυβένον. Ήταν χρυσαφένον. Κότσινον χρυσάφιν σαν τες ιδέες του τες χριστιανορθόδοξες τες χρωματισμένες με κομμουνιστικόν αθρωπισμόν. Ήταν εβλοημένον που τζιείνον το φασιστόμουτρον τον Παπάγιαννην που του εθκιάβαζεν πράματα που δεν επίστευκεν εν τη παρουσία του συντρόφου τζιαι αρχηγού του που εγίνην κουμπάρος του πιστεύκοντας ότι εδόξαζεν έτσι την αγάπην.

«Τι κάμνεις μιαν αρραβώναν μετά που εφτά χρόνια χρήσην;» Εφτά χρόνια. Όσα λαλούν οι στατιστικές ότι μπορεί κατά πάσαν πιθανότηταν να αντέξει η αγάπη που γεννά ένας σύγχρονος γάμος. Εφτά χρόνια μνήμες θαμμένες στην αιωνιότηταν ενός μαύρου κράματος από μολύβιν που αφήνει κάποιος πίσω του. Που την ημέραν που του έβαλεν ο Παπάγιαννης τζιείνην την αρραβώναν πάνω στο δαχτύλιν του δεν την έφκαλεν, ως την ημέραν που η πραγματικότητα τον έβαλεν μπροστά που την αλήθκειαν που δεν είχεν την δύναμην να δει την ώραν που του εδείχτην μες τα μμάθκια της. Εκάμναν έρωταν τζιαι ο οργασμός ήταν άλλως πως. Δεν είχεν αναπνεύσει προηγουμένως την άχναν της, ούτε τζιαι η γλώσσα είχεν νοιώσει την ανάγκην να ανιχνέυσει τους πιο τρύφερούς ιστούς του δέρματος της για να πιάσει τον έρωταν. Αυτόν που του είπεν κατάφατσα τζι επίκρανεν του τον καφέν τζιείνην την ημέραν, το είσιεν δει μέσα στα μμάθκια της βλέποντας το μη ερωτευμένον του είδωλον. «Δεν είμαι ερωτευμένη πκιον μαζί σου», είπεν του. Τζιαι αντίς να της πει απλά «ούτε τζιαι γω», έκαμεν πους ήταν το τέλος του κόσμου. Αντί να ακούσει αυτόν που του είπεν η ζωή τζιαι το σώμαν του, εσυνέχιζεν μήνες να ακούει τες βουλές που του εθκιάβασεν ο Παπάγιαννης, ως την ημέραν που του είπεν τζιείνη αυτόν που θα έπρεπεν να της πει αυτός.

Μετά το τέλος του κόσμου, όταν είδεν την ζωήν να συνεχίζει χωρίς να υπολογίζει Παπάγιαννηδες τζιαι συντρόφους, αθθυμήθηκεν το είδωλον του το μαραμμένον. Εσταμάτησεν να νοιώθει θυμόν «για μιαν αχάριστην», τζιαι έφκαλεν ταπεινά την αρραβώναν που του εβάρεν τωρά μες την πάνω αριστερήν πούγκαν του πουκαμίσου του.

«Να πετάξεις το χρυσάφιν γίνεται; Γίνεται, αλλά πρέπει να είσαι πολλά βλάκας. Άλλωστε γιατί να το κάμεις;» εσκέφτην. «Το τέλος δεν ήταν παρα μόνον μια στιγμή τζιείνου ούλλου του ταξιθκιού.

Να το λιώσεις να κάμεις κάτι άλλον; Αν τα λόγια του Παπάγιαννη όμως λειτουργούν σαν την χημείαν τζιαι ο κότσινος χρυσός εν ο καταλύτης της χημικής ένωσης που παράγει το μαύρον κράμαν; Μιαν φοράν κανεί. Η αρχή της πρόληψης δεν είναι μόνον για τα πυρηνικά ατυχήματα

Να την πουλήσεις; Τζιαι πόσα να πιάσεις; Τζιαι μετά, τι σύμβολον θα δώσεις στην αξίαν του; Έχει χρηματικήν αξίαν ο θησαυρός που ζεις με τα μωρά σου;»

Αυτά τζιαι άλλα εσκέφτετουν ως που σε κάποιαν στιγμήν εγυάλλισεν το μμάτιν του. «Χαρά. Αυτόν πρέπει να φήκει πίσω του τούτος ο γάμος» εσκεφτην, τζιαι ένωθεν να τον ησσιεττά μια διαβολική ιδέα. Φτάνοντας στο δρόμον τον φοινικούδων οι περαστικοί αρκέψαν τζιαι αναρκώνναν. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Επήεν τζιαι έκατσεν στο αγαπημένον του παγκούιν που όπου παρακολουθεί τον κόσμον που περνά χωρίς να τον προσέχουν. Έφκαλεν την αρραβώναν που την πούγκαν του, εκαρτέρησεν μιαν στιγμήν που δεν επέρναν κανένας που τον πολυσύχναστον σε ώραν περιπάτου δρόμον. Έκατσεν την στητήν πάνω στο ξημαρισμένον που τες πίσσες τζιαι τα ποτσίαρα πεζόδρομον, τζι εκίττησεν την όπως τον ππίριλλον που εκίτταν που ήταν μιτσής. Ετζιύλησεν στητή τζιαι φτάννοντας ως την μέσην του πεζόδρομου, εγύρισεν εφτά γυριλλάους τζι έγυρεν χαμαί.

Στο βάθος του δρόμου ενέφανεν ένας αλκοολικός να κινείται προς το μέρος του σαν το καρροτσίν που ετζιύλαν μόνον του. Έπιασεν τον η αγωνία. Εσηκώστηκεν να πάει να πιάσει την αρραβώναν άμπα τζιαι καταλήξει καύσιμον της μιζέριας. Εστράφην πίσω. «Αν η τύχη του τούτου του χρυσαφκιού ένι να γινεί ππάιν της πύρας, γιατί να την αντικόψω», εσκέφτην. «Άλλωστε, η ηδονή δεν είναι μόνον έρωτας. Αν εν η τύχη του τούτου, χαλάλιν του».

Εθώρεν το αθρώπινον ναυάγιον να κινείται κούτσαλα-κούτσαλα προς το μέρος του ξηχασκιασμένος τζιαι ένωθεν το στομάσιην του να ανακατώννεται σαν να τζιαι ήταν τζιείνος που εκατέβασεν τρις πότσες πουζοκράσιν που τες εφτά το πρωΐν. Μόλις τον είδεν ο αλκοολικός έκαμεν πους εσυγκροτήθην λλίον παρόλον που επέρασεν που δίπλα του αδιάφορα. Eπαρακάλεν όπως το μωρόν να μεν δει ο παρείσακτος την αρραβώναν. Εθώρεν τον άγνωστον μες την κοσμάραν του να παρπατά ματσουκωμένος. Άμαν τον είδεν να κοντεύκει της αρραβώνας στο μέτρον, ένοιωσεν να απειλείται. Η λογική τον εσυνέφερεν «μα τι θα φοηθεί μια πεθαμμένη υπόθεση;» Όσον τζιαι να επροσπάθαν να κρατήσει συναισθηματικήν απόστασην που το σύμβολον που έφεφκεν, την ώραν που επάτησεν ο αλκοολικός πουπάνω που την αρραβώνναν, ένωσεν πως τον επάτησεν πας την καρκιάν. Ο άγνωστος ζόμπι έρεξεν πουπάνω τζιαι δεν ένωσεν τίποτε. Όταν τον είδεν να κάμνει τζιεί τζιαι εφάνην το δακτυλίδιν πουκάτω που το παπούτσιν που εσηκώννετουν κωλοτριφτά, επήρεν ανάσαν. Εσώθην το νεκρόν σύμβολον.

Μόλις εχάθην ο αλκοολικός στο βάθος εσηκώστηκεν σιασιαριστά τζι έπκιασεν ξανά την αρραβώναν. Έφκαλεν έναν χαρτομάντηλον τζι εσφόντζισεν την. Εξανάβαλεν την χαμαί. Επήεν πίσω στην θέσην του. Πριν να κάτσει είδεν μιαν κοτζιακαρούν που έρκετουν φουρκαστή σαν αν τζι εβούραν την κάποιος. Αρώτησεν κάποιον περαστικόν κάτι. Σαν να τζιαι είπεν της όι τζι εσυνέχισεν τον δρόμον της. Μάλλον εθκιακόναν. «Άραγες η τύχη τούτης της αρραβώνας ήταν να γινεί ψυσικόν νου θκιακονίτη;» εσκέφτην. Εκαρτέραν ανυπόμονα να δει τι θα αποφάσιζεν τη τύχη. Πριν να κοντέψει η κοτζιακαρού, εξανασηκώστην, εβούρησεν προς την αρραβώναν, τζι έπκιασεν την τζι έβαλεν την μες την πούγκαν του.

Ναι μεν ήταν η τύχη που του έπεψεν τζιείνην την γεναίκαν στον δρόμον του, αλλά τζιείνος την αγάπησεν τζι έθελεν να την παντρευτεί. Όπως του άρεσκεν να τα ελέγχει ούλλα, έτσι έλεγχεν τζιαι την τύχην. Όπως η ευθυνη ήταν δική του για τζιείνον τον γάμον, δική του θα ήταν τζιαι η ευθύνη να αφήκει την αρραβώναν του να γινεί ψυσικόν για την κοτζιακάραν την θκιακονητήναν του μεσονύχτου. Έρκετουν πάνω του η κοτζιάκαρη σαν να τζι εγύρευκεν τον.

— Έχεις δέκα ευρώ; λαλεί του καλαμαρίστικα; Μαζεύω για να εγχειρίσουμε το εγγονάκι μου που πάσχει από λευχαιμία. Βοηθήστε μας κύριε. Μας βρήκαν όλα τα κακά. Είμαστε από την Αρτέμιδα της Πελοποννήσου. Πριν τρία χρόνια κάηκε το σπίτι μας και μας βοήθησε ο αείμνηστος πρόεδρος σας και κτίσαμε ένα μικρούλι. Η κόρη μου έχει 4 παιδιά και η μικρή κορούλα της 6 χρονών πάσχει τώρα από την ανίατη ασθένεια.

Στην αρκήν εσκέφτην να της δώκει την αρραβώναν που έσφιγγεν μες το σιαίριν του μες την πούγκαν. Η ιδέα όμως να γινεί η αρραβώνα του θύμαν παραποθκιάς τον αηδίαζεν. Λές τζιαι του ήταν η πρώτη φορά… Την πρώτην φοράν όμως είσιεν τρύπες να του στουππώσει το περιπαίξιμον. Τωρά που τες τρύπες έγιανεν τες, δεν είχεν κανέναν λόγον να δεχτεί να τον περιπαίξει μια θεομπαίχτρα ηλίθια κοτζιάκαρη για να του φάει δέκα εύκολα ευρώ.

— Παλιά τέχνη τζιυρά μου. Απάντησεν της κυπριακά. Αν πραγματικά έχεις αγγονούδιν άρρωστον να σου πληρώσω την μισήν εγχείρησην άμα μου φέρεις την απόδειξην του γιατρού.

— Αι σιχτίρ σπαγκοραμένε, είπεν του η κοτζιάκαρη με σιχαμό. Μόνο ο αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος είχε καρδιά σε αυτό τον τόπο.

Άμαν τζι επήεν κατά τζιεί τζι εχάθην, έφκαλεν την αρραβώναν του που την πούγγαν τζι εκοίταξεν την που κοντά. Εξανάβαλεν την τζιειαμαί που αθκιάλεξεν να πα να κάτσει μόνης της που την εκίττησεν.

— Άτε. Λαλεί της. Αρκετά σε επροστάτεψα. Τωρά είσαι άξια της τύχης σου. Εσηκώστην τζι επήεν προς την αντίθετην κατεύθυνσην που έφυεν η κοτζιάκαρη.

Κάμνοντας τζιεί μες τον έρημον πεζόδρομον, είδεν να φκαίννει που το κκαφέ μια κορού στητή, σίουρη στο βήμαν της, όμορφη, με μμάτι γυαλλιστόν που έλεγχεν τον χώρον μες τον οποίον εκινήτουν το ωραίον της κορμίν. Εχάρηκεν. Εγύρεψεν να την γλυκοκοιτάξει, αλλά τζιείνη έδειξεν καθαρά ότι εν αλλού. Ήρτεν του η περιέργεια αν θα έπκιαννεν τούτη την αρραβώναν τι θα την έκαμνεν. Η αρραβώνα ήταν όμως μακρυά του. Εξαπόλυσεν τον την ώραν που γλυκοκοίταξεν την ξαθκιάν. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωήν του που τον εσυγγίνησεν το χρώμαν του μαλλιού το ξαθθόν. Εσυνέχισεν τον δρόμον του τζιαι δεν εκοίταξεν καν να δει τι εγίνην η αρραβώνα. Την επομένην αρκέφκαν οι άδειες του δεκαπεντάουστου. Εφώναξεν έναν Ταξί.

— Αεροδρόμιον, είπεν του ταξιτζή.
— Βάρδιαν;
— Όι, φεφκω.
— Τζιαι πού πάεις με δίχα βαλίτσαν;
— Όπου έβρω εισιτήριο. Βλαστά μέσα μου ζωή τζιουνούρκα τζιαι πρέπει να την ηθκιανέψω σε αέριες που δεν ανάπνεψα κόμα.

15 σχόλια:

postbabylon είπε...

Polla wraio keimeno acera... Polla anthropino... Et tres trixosikostique;-)

dokisisofi είπε...

ευκολοδιάβαστο κείμενο, κυλά ωραία...κάτι σχετικά άσχετο: πάντα μου έκαμνε εντύπωση γιατί οι πατρεμένοι πρέπει ντε και καλά να φορούν δαχτυλίδια και ιστορίες. Τωρά με το κείμενο σου, απορώ γιατί πρέπει οι χωρισμένοι, ντε και καλά να φκάλλουν δαχτυλίδια και όχι ιστορίες :)))

Aceras Anthropophorum είπε...

dkssf θα εκέρδιζες χωρίς πολλή δυσκολία τον τίτλον της πιο ευφυούς μπλογκοσχολιάστριας, είτε το κάμνεις για να κατακρίνεις είτε για να επικρίνεις.

dokisisofi είπε...

μόνο όταν μ' αρέσει κάτι πολλά, ή με νευριάσει πολλά τζιαι γι'αυτό...τζιαι ΄τα κείμενα σου πάντα κάμνουν με να τα παίρνω παρακάτω και να αναθεωρώ βιώματα..τα λογοπαίγνια είναι αναπόφευκτα όταν λείπουν οι μορφασμοί επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας..
( διάς μου σσιηνίν πάλε τζιαι αναλαμβάνεις ACERέαν την ευθύνην..:P)

Αύγουστος είπε...

Ενας καλαμαράς θα διάβαζε τον τίτλο και ως «Ο αρραβώνας με το διαζύγιο», πως ο πολύπαθος ήρωάς μας δεσμεύτηκε πια με διαζύγιο. Την αρραβώνα την λέμε βέρα και δεν ξέρω από που και γιατί. Οφείλω επίσης να σου πω πως διαβάζοντάς σε παίρνω την ίδια ευχαρίστηση που παίρνω κι απ' τον αγαπημένο μου Σκαρίμπα. Σας έβαλα δίπλα-δίπλα. Μέγας γλωσσοπλάστης κι εκείνος.

Άγνωστες λέξεις: εθκιακόναν, θκιακονίτης.

Διάσπορος είπε...

Ρέ κουμπάρε μου έσιεις πένναν πολύχρωμην άμα σε πιάει έμπνευση! Εμέναν παραπάνω αρέσκει μου το ύφος που τζιυλάς την ιστορία που Στιγμή σε Στιγμή. Έσιει ροή σάν τη σκέψη, τζιαι μπαίννουμεν στο πετσίν του ήρωα στο εφήμερον του ταξίδι.

"φουλλοπετά" -έν το λαλούμεν στα μέρη μας, αρέσκει μου.

Virtual Dreamer είπε...

τόση σκέψη και τόσον αγχος για την τύχη της αρραβώνας για το τίποτε τελικα..Αλλά αφου έτσι είναι ο άνθρωπος απο τη φύση του έννεν?
Εκεί που πνίγεται σε υπαρξιακές αναζητήσεις, γίνεται κάτι-συχνά υπό μορφή sexual attraction- και τα πάντα ανατρέπονται..και τα σοβαρά γίνονται light. Και οι αδιέξοδοι γίνονται λεοφόροι..

homo anisorropus είπε...

Υποκλίνομαι. Πολύ μου άρεσε.

Moonlight είπε...

Πολλά ωράια πάλε.

ιων είπε...

Πέψε μας τζια μας λλίες βροσιές, τζιαι συννεφκιές. Επεθυμήσαμεν τες.
Αρεσεν μου πολλά η ιστορία. Εν μεγάλη υπόθεση ο άθρωπος να βρίσκει την δύναμην να αποδεσμεύκεται τζια να φυλλοπετά σε νέους, τζινούρκους αέρηες. Τζια ακόμα μεγαλλύτερη υπόθεση να αποδεσμεύκεται όι μόνον που αθρώπους αλλά τζιαι που νοοτροπίες, τζιαι σκέψεις τζια ιδέες που εν ριζωμένες πουκάτω που την ψυσιήν, τζιαι κρατούν την στον βυθόν σαν τα βαρίθκια.

Τελικά υπάρχει τρόπος η πόλις να μην σε ακολουθεί.

Defiance είπε...

Άψογος Acera.
Αύγουστος, θκιακονώ=ζητιανεύω

Anef_Oriwn είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
Anef_Oriwn είπε...

«Θκιακονώ» ή «δκιακονώ» όντως σημαίνει ζητιανεύω/επαιτώ... Προέρχεται από το ελληνικό «διακονεύω» που σημαίνει βγαίνω στη γύρα και ζητιανεύω με παρακάλια, εξ ου και το «διακονιά», κι όχι από το «διακονώ» που σημαίνει προσφέρω υπηρεσίες αφοσιωμένος σε κάποιον ή κάτι, ας πούμεν τον Θεό – εξ ου και το «διακονία». Από κάποια στιγμή και μετά όμως η «διακονία» μετέπεσε σε «διακονιά» από τους μοναχούς τού μεσαίωνα, που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι ζητώντας χρήματα, τρόφιμα, ρούχα και άλλα υλικά για τα μοναστήρια.

Αύγουστος είπε...

Ευχαριστώ Defiance και Άνευ. Λύθηκε έτσι και το αίνιγμα της πρόσφατης εξαφάνισης των αρχιδιάκων μας από τα κοινά.
Με τέτοια ζόρια που τραβάμε έχουν αναδουλείες κι αυτοί.

Disdaimona είπε...

Ασέρα μου εγώ εθκιάβασα την ιστορία σου που τα προχτές,εδυσκολεύτηκα πολλά να την θκιαβάσω,ενόμισα εν να φκει η ψυσιή μου,ήθελα να μπω μέσα στην ιστορία τζαι να του πω τζείνου του φίλου,να σταματήσει να βάλλει την ζωή του χαμέ πάνω στο πεζοδρόμιο τζαι όποιος την πιάσει...

Κάποια στιγμή ενομισα πως δεν εν ιστορία αλλά εν κάτι που έγινε πραγματικά.Είδα όμως τζαι άλλα πράγματα...ο γέρος ο αλκοολικός,τζαι η κοτζιάκαρη που θκιακονά ειδα τα σαν θκυό πάθη του παρελθόντος,σαν θκυο ακραίες επιλογές,που πλέον εν έχουν θέση στη ζωή τζείνου που γράφει.Τζαι η ξανθή στο τέλος της ιστορίας,σαν μια πιθανότητα χωρίς παρουσία,διότι την έβλεπες εσύ αλλά τζείνη έβλεπε αλλού,δηλαδή,δεν έβλεπε αυτό που εσύ έβλεπες πάνω της αλλά τζαι μέσα σου.

Άρεσε μου πάρα πολλά το τέλος της ιστορίας...