Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Μια σαύρα, μια γεναίκα τζιαι ένας δράκος.


Ο νήλιος έκρουζεν τον κρεμμόν του πλατύ γιαλού τρακόσιες μέρες του γρόνου που το πρωίν ως την νύχταν. Ο κρεμμός ήταν κομμένος του νότου τζι εκατέβαιννεν που μιαν καυκάλλαν σιέρισσην πάνω ψηλά ως τον άμμον κάτω της θάλασσας. Έκαμνε δκιακόσια πόθκια δύσβατου τοίχου που δύσκολα πλάσμαν ή χτηνόν εκατάφερνεν να σκαρφαλλώσει η να κατεβεί. Μες τες πέτρες τες φαημένες τ΄αέρα, εβλαστούσαν φυτά που αντέχουν τα δύσκολα. Τον Γεννάρην εφκαίνναν αγρέλια, μιτσικόρυδα τζιαι τταουσιάγκουλα. Τον Μάρτην αθθίζαν σπουρτούλλες, αρκαστράγαλλα τζι ορχιδέες. Τον Δευτερογιούνην αθθίζαν δρουμπιά, κλαθκιά τζιαι καππάρκα. Τον Σεττέβρην, κάτω-κάτω του κρεμμού, πας το αμμούδιν που τον εχώριζεν που την θάλασσαν, εβλαστούσαν άσπρα κρίνα του γιαλού. Μες τες πέτρες τζιαι τα φυτά εζιούσαν κουτσουκουτούες, λυμπουρούθκια, γρύλλοι, μιλλοποθκιές, αράχνες μιτσιές τζιαι μιάλες, πουμπουριούες, πεταλλίνες, τζι αρκομέλισσες.

Μες την αρμονίαν του κόσμου του κρεμμού, έζιεν τζιαι μια Κυρτοδάκτυλη σαύρα του Κότσιη. Ελίσσετουν τζι οργάνωννεν την ζωήν της γλήορη τζι ευλύιστη ανάμεσα στα χώματα, τες πέτρες, τζιαι τ΄αγκάθκια. Άμαν επύρωννεν, εβούραν τζι εχώννετουν μες τα κουφώματα των βράχων. Άμαν την απείλαν καμιά κουφή ή κανέναν πουλλίν, εσαρτάρησκεν σαν την αστραπήν τζι εχάννετουν μες τες σσίστρες των βράχων. Πάντα είσιεν δίπλα της μιαν σσισμαθκιάν της γης, έναν βουνάριν κάτσαρα, έναν δρουμπίν, έναν μαζίν να την προστατεύκει. Πολλές φορές επερίπαιζεν τους τζιυνηούς που θέλαν να την αρπάξουν παριστάνοντας το κατσαρούιν, ή μιαν προεξοχήν βράχου που της έμοιαζε στο χρώμαν. Εμείνισκεν ατάραχη τζι επερνούσαν δίπλα της οι επίδοξοι τζιυνηοί δίχα να την προσέξουν. Άμαν επίναν, έντομα χαντά, μισοδότζιν, ή ποσπασμένα της ζωής, έβρισκεν όσα έθελεν. Δεν είσιεν παρά να επιτελέσει το έργον που την έταξεν η φύση τζιαι να καθαρίσει τον τόπον τζι αφήννοντας πλάτσαν στα έντομα που είχαν δύναμην τζιαι όρεξην να ζήσουν. Άμαν εδίψαν, επήαιννεν τζι έκαμνεν επίσκεψην εις τα φυτά που εξέραν να παγιδεύκουν την νοθκιάν τζιαι να κάμνουν δροσοσταγόνες.

Πας τον κρεμμόν εκρέμμετουν ένας πελώριος βράχος που φαίνετουν χα-χα να ππέσει. Εφοήτσιαζεν τους αθρώπους τζι εν επααίνναν να κάθουνται πας τον άμμον να τσαλαπατούν τους κρίνους. Τζιείνος ήταν ο τόπος της π΄αγάπαν. Άμαν ερίαν, επήαιννεν να βράσει. Το πρωίν εκάθετουν εις το καταλιάιν τζι έβραζεν την νήλιος, δύμμαν νήλιου άπλωννεν το κορμίν της τζι έβραζεν την ο βράχος. Άμαν ένωθεν ξημαρισμένη, εκατέβαιννεν εις την ακρογιαλιάν πουκάτω που τον βράχον της τζι ελούννετουν μες τον άμμον.

Είσιεν μοναχικήν ζωήν. Άλλους μισιαρούς του είδους της δεν είσιεν πας τον κρεμμόν τούτον. Είσιεν κάτι ιμιδάχτυλους τουρτζικούς, ποτζιείνους που παν τζιαι μεινήσκουν τζιαι μες τα σπίθκια των αθρώπων αλλά τούτοι ήταν άλλα πλάσματα για λλόου της. Οι αλιζαύρες, οι χαμολιοί, οι κουρκουτάες που εσυχνάζαν δάει-ζιειάει πας τον κρεμμόν της ήταν αδιάφορα όντα. Είχεν ο καθένας τα δικά του.

Επερνούσαν οι μήνες τζι επιντώννουνταν ο ένας δίπλα στον άλλον πας το κολιέ του παρελθόντος της. Η μισιαρού του κρεμμού είσιεν τζι άλλην ζωήν πριν να ρτει να ζήσει τζιει πάνω. Την ζωήν τζιείνην δεν εμπόρουσες να την θκιαβάσεις πας το κολιέ της όμορφης ζωής που εφόρεν. Το κομμάτιν το παλιόν έκοψεν το μιαν ημέραν που θύμωσεν τζι είπεν «κανεί» να κουβαλά την ανοσκιάν που της εφορτώσαν οι άλλοι. Εβούννησεν το του γιαλού που τρώει ότι του σύρεις, τζι έμεινεν με το κομμάτιν π΄αγάπαν τζι άρεσκεν της. Την παλιάν της ζωήν εθκιάβαζεν την κάποιος μόνον παρατηρώντας τα τόσα που έξερεν για να κουμαντάρει την ζωήν της έτσι καλά που τα κατάφερνεν. Θα μπορούσεν να την ηθκιαβάσει τζιαι πάνω σε κάτι ξηθωριασμένα σημάθκια που κρούσματα, αλλά μόνον Κυρτοδάκτυλοι του Κότσιη μπορούν να τα ξηχωρήσουν τζιαι να καταλάβουν ότι εν παλιές πληγές που εκλείσαν. Κυρτοδάχτυλους όμως δεν είσιεν πκιον πας τον κρεμμόν. Εμείναν ούλλοι που την άλλην πάνταν του κόσμου, πας την καυκάλλαν. Στην παλιάν της ζωήν έζιεν τζιαι πας τον κρεμμόν τζιαι πας την καυκάλλαν με άλλους του είδους της. Μετά όμως που έναν κακόν που ήρτεν πας την καυκάλλα τζι ανακάτωννεν τα χώματα, έθαφκεν ζωντανά, εξηρίζωννεν φυτά, έφκαλλεν ττόζιν σκόνην, καπνούς τζιαι θόρυβον, τούτη έκοψεν μόνη της πας τον κρεμμόν. Δεν εγύρεψεν για χρόνια να πάει πάνω στην κόλασην. Έμεινεν τζιειαμαί μόνη της με τους άλλους που εξηκόψαν, τζι ας ήταν άλλου είδους ζωντανά.

Οι χάντρες της ζωής της, ενώ ήταν διαφορετικές η μια που την άλλην, είχαν κάτι το σταθερόν που εδιαπαιρνούσεν τον χρόνον. Μετά που έζησεν χρόνια μόνης της πας τον κρεμμόν, ένωθεν κάτι που τα σταθερά να ξωκύλει αλλά δεν εμπορούσεν να το προσδιορίσει. Τα νερά, οι υγρασίες του εδάφους, οι μυρωθκιές των χαλητζιών, η υφή των χωμάτων αλλάσσαν. Ένωθεν ότι πουπάνω που τον κρεμμόν, κάτι εγίνετουν. Είσιεν μέρες που η γή εδονούσεν λες τζι εβογγούσεν που την ετρυπούσαν. Ήταν τζιαι τζιείνον το βουννητόν που άκουεν να έρκεται που τον αέραν. Εγίνετουν πιο συχνόν με το πέρασμαν του τζιαιρού, ως που τζιαι ρίζωσεν τζι εγίνην φόντον του τραουθκιού των πουλιών. Έναν γκριζον φόντον ήχου που έππεφτεν σαν αυλαία μες τους αιθέρες με τα πρώτα λαλήματα των πουλιών τζι έσβηννεν ώρες μετά το δήμμαν του νήλιου.

Οι αλλαγές τζιείνες, παρόλον που την ανυσηχούσαν, ήταν μακρυνές για τον κόσμον του κρεμμού. Έτσι τζιαι αλλιώς, μετά που γλύτωσεν που τον θάνατον, πάνω είσιεν αποφασίσει να μεν ηξαναπάει.

Ξαφνικά, ότι τζιαι να γίνην, οι αργές τζιαι μακρυνές αλλαγές εγίνουνταν πιο συγκεκριμένες. Επολλήναν οι μούγιες. Οι αλιζαύες, οι κουρκουτάεις τζι οι αράχνες εκάμναν ζευκιν. Άμαν εφύσαν βορκάς τζι εκατεβαιννεν ο αέρας που την πάλαι πότε καυκάλλαν, εφέρνεν έναν ζώλον μαζίν με τες μούγιες τζιαι τα μουγιούθκια τα βωβά. Τον ζώλον η Μισιαρού τζι αν έμαθεν να τον αντέχει, την όψην των αληζαύρων τζιαι των αραχνών που δώκαν αβέρτα μες τα ξημαροφάγια τζι εγινήκαν ττουλούμια δυσκίνητα δεν την άντεχεν η ψυσιή της. Εκαθυσήχασεν την τον ένστιχτον της που ελάλεν ότι εν άλλα ζώα τούτα, τζι έδειχνεν της τον γιαλόν που έφερνεν τον Νότον τζιαι τον Λίβαν που ΄ταν καθαροί τζι εμυρίζαν αλμύραν τζιαι ιώδιον.

Το τι εγίνην η καυκάλλα είδεν το μιαν ημέραν που εξεπέρασεν τον φόον της τζιαι αποφάσισεν να επιστρέψει. Την αγωνίαν που έζησεν, ούτε οι παλιές της πληγές δεν την είχαν δει. Πρώτα ήταν κάτι βρωμισμένοι τόποι γεμάτοι πράματα παράξενα, εξωγήηνα. Είσιεν βρωμισμένα χορτικά τζιαι κρέατα που εμυρίζαν ταν τάφοι με φρέσκα πτώματα, νεκατωμένα με σίερα σκουρκασμένα, κουθκιά με παράξενα παραφύσικα σχήματα που ετρέχαν κάτι πίσσες μαύρες που όπου εππέφταν εξερανίσκαν τα χόρτα. Επόφυεν τα γιατί εμυρίζαν της θάνατον. Σε κάποιαν στιγμήν όταν εβούρησεν να χωστεί νώθωντας την νοσσιάν ενός αρπακτικού, επκιάστην με σε μιαν τεράστιαν τσίππαν. Ένωσεν παγιδευμένη με σε μιαν τεράστιαν ασγαγιάν στημένην που τέρας για να πκιάννει σαύρες αντί μούγιες. Μιαν ασγαγιάν από γυαλλιστερόν υμέναν αντίς που δίχτυα, ιμιδιάφανην με το χρώμαν ξηθωριασμένου πετάλλου ξυσταρκάς, που άμαν ετάρασσεν μέσα έφκαλλε έναν τρομακτικόν για τους μισιαρούς θόρυβον. Τα πόθκια της δεν εκορακούσαν πας το παράξενον υλικόν. Επάλεφκεν με ούλλον της το σώμαν μπλέοντας μέσα σε κάτι που δεν είσιεν πιάσμαν. Ξαφνικά εβρέθην ανάποδα τζι έγλυασεν που την τρύπαν του υμένα με σε κάτι βρωμισμένα ζουμιά. Έμπλεξεν μες την ξημαρισιάν σαν να τζιαι ήταν κροκόδειλος. Επροτιμούσεν τον σιχχαμόν του βορβόρου παρά τον φόον του τερατώδη υμένα. Φκαίννοντας, εβρέθην μπροστά που μιαν τεράστιαν μαύρην καυκάλλαν. Δεξιά τζιαι αριστερά έπερνε εις το άπειρον. Δεν εμπόρηεν να καταλάβει τι φυσικόν φαινόμενον μπορεί να έφκαλλεν έτσι τόπον. Με χόρτον είσιεν πάνω, με έντομον με ερπετόν. Απέναντι εφαίνετουν τέρμαν με κάτι τεράστιους βράχουνς που είχαν επίσεις εξωγήηνα για μιαν σαύρα σχήματα. Ήταν κάτι γιγάντια κρύσταλλα άλατος. Απεχθάνετουν το άλας αλλά παρά να περάσει πάλε που την άβυσσον τζιαι να στραφεί πίσω αποφάσισεν να διαπεράσει την μαύρην έρημον.

Φτάνοντας εις την μέσην, έδωκεν πας το πτώμαν ενός φερκού που εβρώμιζεν κολλημένον πας το επίπεδον έδαφος. Πρώτην φοράν είδεν φερκόν να πεθανίσκει στον ήλιον. Τα φερκά έτρεμεν τα διότι ο πατέρας της επέθανεν σπαράζοντας μες το στόμαν ενός τεράστιου που τον ερούφησεν. Έτρεμεν τα αλλά εσέβετουν τα που επεθανίσκαν ταπεινά μπροστά στον θάνατο, μέσα σε μιαν τρύπαν ή χαραμαδκιάν του βράχου μόνα τους, Εχαρίζαν το κορμίν τους τροφήν εις του λυμπούρους που τα εκαθαρίζαν τζι αφήνναν της φύσης μόνον άσπρα κόκκαλα. Εστάθην μια στιγμήν με τη ψυσιή στο στόμαν τζι εθώρεν με δέος το απαίσιον στόμαν του πεθαμμένου ερπετού. Ενόμιζεν ότι εν να αναστηθεί τζιαι να την καταβροχθήσει. Είδεν για πρώτη φορά με οίκτον τον χειρότερον της εχθρόν. Πεθαμμένον, χωρίς αξιοπρέπειαν, χωρίς έναν λύμπουρον να του φάει την σάρκαν, έξέθετεν το σώμαν του αηδιαστικά στα μμάθκια του ήλιου. Χαζεύκοντας το απεχθές θέαμαν, ενόμισεν πως το θερκόν εθυμώθην τζι ερούφησεν την. Ήρτεν ένας σσύφφουνας τζι άρπαξεν την τζι εβούννησεν την άπειρην απόστασην μακρυά. Ύστερα αλλό ένας, τζιαι πριν να ξανασταθεί στα τέσσερα της άλλο ένας.

Εβρέθην εις την άλλην πάνταν της μαύρης ερήμου κοντά στα άσπρα κάθετα όρη. Εκατάλαβεν πως έρεσσεν το τέρας που εσκότωσεν το φερκόν. Έβαλεν την δύναμην της ούλλην τζι έρεξεν σαν την αστραπήν αφήνωντας πίσω της την μαύρην έρημον. Επροχώρησεν κάθετα πας το άσπρον λείον βουνόν. Εκοράκαν τα μικροδοντούθκια των ποθκιών της πας την άσπρην πέτραν βάλλοντας την δύναμην της ούλλην για να σκαρφαλλώσει. Έφκαιννεν πέντε-δέκα φορές το μπόιν της, τζι η πέτρα εξαπόλαν. Εξηκόλλαν η πέτσα της τζι έσυρνεν την κάτω. Εδωτζιήμασεν τρεις τέσσερεις φορές χωρίς να τα καταφέρει. Πέτραν με πέτσαν άσπρην πρώτην φοράν εθώρεν. Για πρώτην φοράν αζούλεψεν τους μισιαρούς τους ξασπραρέτηες, τους ιμιδάκτυλους τους τούρκικους, που είχαν βεντούζες πας τα άνοστα για τους κυρτοδάκτυλους πόθκια. Αποφάσισεν να τα παραιτήσεις τζιαι να πογυρίσει το κάθετον βουνόν. Επροχώρησεν παράλληλα μεταξύν της μαύρης πλάκας τζιαι του βουνού. Μετά που καμπόσην ώρα βούρος, ήβρεν κάτι χώματα τζι εχώστην πουκάτω που έναν βουνάριν κάτσαρα τζιαι χόρτα κομμένα. Άρκεψεν τζι ο νήλιος να ψηλώννει πάνω τζιαι έπιαννεν την η πειρά. Έμεινεν καμπόσην ώραν χωσμένη τζιειαμαί πουκάτω να πάρει άνεσην.

Επήρεν την απόφασην. Να σιονοστεί του βούρου προς την κατεύθυνσην του κρεμμού τζιαι να ξαναπεράσει γλήορα σαν την αστραπήν που την άλλην, να σφίξει την καρκιάν της τζιαι να ξαναπεράσει που την κόλασην του ζώλου τζαι να πάει πίσω στον τόπον της που έξερεν. Ως που να το σκευτεί έκαμεν το τζιόλας. Αλλά μέχρι που να καταλάβει ότι κόλαση εγίνην η μαύρη πλάκα, ήταν ήδη στα μισά του δρόμου. Μολις έκατσεν την τζιοιλιάν της πας το έδαφος να πάρει άνεσην, ένωσεν την να γίνεται οφτή πας την χογλαστήν πίσσαν. Ανάπνευσεν τζιαι έδωκεν αλλό ναν σάλτον τζι εβρέθην που την άλλην. Η γληοράδα που της εχάρισεν η ράτσα της έσωσεν την διπλά. Άμαν τα πόθκια κάθουνται ελάχιστον χρόνον πας τα την φωθκιά κρούζουν λλιόττερον. Η παύση που καμεν τζι έκρουσεν της της τζιοιλιάν, τζιαι η ταχύτητα με την οποίαν εδιαπέρασεν το δρόμον, της εφκήκαν σωρήρια. Όσα κλάσματα δευτερολέπτου έκρουζεν τη τζιοιλιά της, επεράσαν θκυο τέρατα σσύφφουνες που τζιειαμαί που ήταν να ρέξει . Αν επήαιννεν ολόησια θα είχεν την ίδιαν τύχην με το φερκόν. Μόλις εβρέθην μες τα χώματα που την άλλην πάνταν, ερέξαν αλλο τρία τέρατα βουζουνιστά.

Εξαναπέρασεν που τον ίδιον τόπον που ήρτεν πρεσέχοντας τσέντες πλαστικές, βρωμισμένα ποσκούπηδα, φίλτρα του λαθκιού των αυτοκινήτων, παλιοσίδερα, παιδικές αμαξούδες, αποσυντεθειμένα που τες υπεριώδης ακτίνες του ήλιου παιχνίδκια, τζι εβρέθην πίσω στον καθαρόν της περιθώριον του αθρώπινου πολιτισμού.

Που τότες δεν εξανάκαμεν πάνω. Μόνον προς την θάλασσαν επήαιννεν άμαν έθελεν να θκιανευτεί τζιαι να περιεργαστεί τον κόσμον που την επεριέβαλλεν.

Όσον παράξενον τζιαι να φαίνεται, παρόλην την φρίκην που της φέρνει η τερατώδης ζωή των αθρώπων, τραβά την τζι κοντευκει τωρά τελευταία μιας γεναίκας που έμαθεν τζι έρκεται με μιαν μοτόραν τζιαι κάθεται σχεδόν γυμνή πάνω στον θερμόν άμμον. Πάει πουκάτω ακριβώς που τον ρότσον που κρέμμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πουπάνω που την παραλίαν χωρις να φοάται. Εν πάντα η ίδια γεναίκα. Λεπτή σαν την αλιζαύραν την υγειήν αλλά με την χάρην των κινήσεων του μισιαρού. Η περιέργεια ωθεί την τζιαι κοντεύκει της ολοέναν τζιαι παραπάνω. Θωρεί την μες το μμάτιν τζιαι νώθει το δειν της σαν την οξυπναδαν την δικήν της. Το ότι προσέχει η γεναίκα τούτη να μεν πατά τα κρίνα του γιαλού, έδωκεν της εμπιστοσύνην τζιαι κοντεύκει της που την μερκάν τζιείνην.

Η γεναίκα πότε πλώννει το σώμαν της το όμορφον το σαυρώδες πας τον άμμον όπως τζιείνη πας την ρότσαν την βραστήν, πότε κάθεται σαν τον άθρωπον τζιαι φκάλλει κάτι κόλλες άσπρες τζιαι κάμνει σχέδια πάνω που το τίποτε. Εφάνην της που την αρκήν μάεισσα. Η επιβεβαίωση ήρτεν όταν είδεν μιαν ημέραν πας την κόλλαν να γράφεται μια τεράστια σαύρα που ήταν ο θεός της, ο δράκος της.

Η σαύρα τζι η γεναίκα είχαν τον ίδιον θεόν. Με η μια με η άλλη εφοούνταν την ρότσαν τζι αγαπούσαν τζι οι θκυό τα βραστά τζιαι τα καθαρά του νοτου.

Μιαν ημέραν που είδεν η σαύρα που ψηλά την μοτόραν της φυγής που την κόλασην να της φέρνει την φιλενάδαν, εβούρησεν να πα να την προϋπαντήσει. Που μακρυά είδεν πως πας την μοτόραν είσιεν καβαλλητζιεμένον τζι έναν τριχωτόν άθρωπόδρακον. Εστράφην πίσω τζι επήεν τζι έκατσεν πας την ρότσαν να θωρεί που τζιεπάνω.

Άμαν εκατεβήκαν που την μοτόραν, είδεν τους να νεκατώννουνται ο ένας με τον άλλον λες τζιαι ήταν φερκά τζιαι όι σαύρες. Εκολλούσαν τζι εξηκολλούσαν τζιοιτούμενοι πας τον άμμον δίπλα που τους κρίνους του γυαλού. Σε κάποιαν στιγμήν η σαύρα εφοήθην πους εν να τζιοιληστούν πάνω τζιαι να τους ητσιλλήσουν. Ήταν τζιαι τα φκά νου κουρκουτά θαμμένα τζιειαμαί τζι εξηπουλιάζαν. Η γεναίκα όμως φαίνεται ότι απρόσεχεν. Έξερεν το η σαύρα ότι επρόσεχεν, αλλά πάλε αφοάτουν. Τζιείνην την ημέραν η γεναίκα δεν έφκαλεν χαρτίν να δοξάσει πάνω τον θεόν τους. Άκουεν την να τον δοξάζει με αθρωπόμορφους ήχους, συνθέτοντας την φωνήν της με την φωνήν του άνδρα.

Οι σαύρες δεν έχουν αισθήματα, αλλά την ημέραν τζιείνην η Κυρτοδάκτυλη του Κότσιη ένωσεν έναν διπλόν συναίσθημαν. Εσιαίρετουν που εθώρεν την ιέρειαν του δράκου της να σιαίρεται την ζωήν με το ταίριν της, τζι ελυπάτουν που τζιείνη έκοψεν μόνη της πας τον κρεμμόν, που την άλλην μερκάν του δρόμου που την εχώριζεν που την αποικίαν των Κυρτοδάκτυλων που εζούσαν αιώνες πας την καυκάλλαν δίπλα που την θάλασσαν.

Εκοίταξεν κάτω τζιαι είδεν τα κορμιά να δέρνουνται ακόμα τζιαι να βογγούν ανθρώπινα πας τον άμμον. Έκλεισεν τα μμάθκια της τζαι είδεν τα να χάννουνται τζιαι να γίνουνται καπνός. Εφκήκαν πάνω ψηλά τζι εγινήκαν έναν, σχεδιάζοντας τον δράκον της πας τον ουρανόν.

Όταν εξανακοίταξεν πάλε κάτω, είδεν πας τον άμμον τα κορμιά των αθρώπων να λιάζουνται γυμνά σαν τες σαύρες το έναν δίπλα που το άλλον. Εσάρταρεν τζιαι κρύφτηκεν με σ΄εναν νοσσιόν. Ήταν ήδη 10 η ώρα, τζιαι η θερμοκρασία ήταν πολλά ψηλή για να γυρίζει μια Κυρτοδάκτυλη το Κότσιη μες τον λάλλαρον.


credits Photo: για την που γιορτάζει

15 σχόλια:

Κυπριακόφωνος είπε...

ωραιότατη αφήγηση! εύγε!

καλημέρα!

Disdaimona είπε...

Μαγικέ Δράκε Ασέρα,

εν θυμούμαι να ξαναθκιάβασα πιο ωραίο παραμύθι στη ζωή μου!
Κάνμεις με να αγαπώ τον τόπο μου.Πολλά σπουδαία προσφορά.

stalamatia είπε...

Ω Ασερα μου ίντα ωραία ιστορία εθκέβαζα τζιαι σε κάθε παράγραφο εθώρουν τους ανθρώπους που επετάσσαν τα σκουπίθκια τους τα παλιολάθκια των αυτοκινήτων τους τα παλιοέπιπλα τους.
Ε τα μόνα αγνά ήταν η σαυρούα τα φκιορούθκια τζιαι η γύμνια των ανθρώπων με τον έρωτα τους.
Τον Δράκο εν εμείς που τον δημιουργούμε τζιαι κατατρώει τα πάντα.

Δευτερογιούνης είπε...

Ασ(τ)έρα Λεξιphorum ακόμα και με άγνωστες για μένα λέξεις η αφήγησή σου είναι εξαίσια!
Θκιαβάζω τζιαι ξαναθκιαβάζω την τζιαι θκιαβασμόν δεν έχειν.

Aceras Anthropophorum είπε...

Χα χα!! ήρτες!!

Είδες που μου αθθύμησες μιαν λέξη τζιαι άβαλα σε τζιαι μέσα στην Ιστορία; Αθθύμησες μου πως ελάλεν η στετέ μου (γιαγιά) μου τον Ιούλην τζιαι τον Ιούνην τζιαι έβαλα το μέσα να μεν χαθεί. Τωρά σπάνια λέει κάποιος Πρωτογιούνην τζιαι Δευτερογιούνην.

Σταλαμαθκιά, Δισδαιμόνα (είδες που κάθεται τζιαι σωστά κάποτε : )), Κυπριακόφωνε, σας χαιρετώ.

Δευτερογιούνης είπε...

Ήρτα, βρήκα και τον Κυπριακόφωνο από τα λινκς σου και κατέβασα την Γραμματιτζή της Τζυπραίιτζης Γρούσσας του και τα παράτησα όλα και μελετάω.

Σήμερα έμαθα οτι τον στωϊκό φιλόσοφο Επίκτητο τον κάνατε Άγιο και τον τιμούσατε στην Κερήνεια.
:)
Ευχαριστώ για το μικρό αλλά ουσιαστικό ρόλο που μου έδωσες να ενσαρκώσω στο λαμπρό σου αφήγημα.
Συγκρατιέμαι να μη σου ξαναπώ εύγε και επαναληφθώ.

ιων είπε...

Εθκιάβασα το παραμύθι σου με αγωνία ανακατωμένην με πολλή θλίψην.
Πρωτογιούνης = θεριστής
Δευτερογιούνης = αλωνάρης

Ο κόσμος μας φεύγει, χάνεται,
σαν την άμμο τρέχει ανάμεσα στα δάκτυλα,
τα σφίγγεις με αγωνία να κρατήσει λίγο ακόμα,
μια ανελέητη κλεψύδρα γελά σαρκαστικά.

firfiris είπε...

Jolly good!

Ανώνυμος είπε...

Παρα πολλα ωραιο, να εισαι καλα που μας ταξιδευεις με τες ιστοριες σου

Ανώνυμος είπε...

oi istories sou mirizoun opos to xoma meta ti vroshi, to fourno tis makarismenis tis stetes mou me to psomi, to 8imari pou efitepsa giro pou tin elia mou.
Pairneis me ston topo mou tzai as eimai dame.

strovoliotis είπε...

Εισιες δίκαιον πως έπρεπεν να θκιαβασουμεν την σαύραν ή θα εχάνναμεν...

kkai-Lee είπε...

Aceras,

Πε πε έπεισες με τζιαι εθκιέβασατο. ( Όι πως δεν θα το εθκιέβαζα αλλά άμα εν πολλή συνήθως αναβάλλω το).

Είσιες δίκαιο όποιος εν το θκιεβάσει χάννει.

Το σχόλιο του ανώνυμου πιο πάνω εκφράζει με τζιαι εμέναν. Έτσι ένι όπως τα λαλεί. Keep going.
Γράφε.

gregoris είπε...

ο επιμένων νικά...
συνέχισε την αφήγηση

nekatomenos είπε...

Η επιμονή όταν θέλεις να θκιαβάσεις μεγάλες αναρτήσεις ανταμείβεται. Very nice.
Τζαι πολυεπίπεδο θεμάς. Keep walking.

Αα μπα τα Μπαα είπε...

Πολύ όμορφη ιστορία.
Χρείαστηκα μεν σαν χαζοκαλαμαράς το λεξικό www.wikipriaka.com για να καταλάβω τα μισά, αλλά βοήθησε και η Μαρία μου...