Τετάρτη, 1 Απριλίου 2009

Η πόρτα που τρίζει.

Όσοι ήρταν για το περί Δρακούνας πρωταπριλιάτικο ψέμα θα το έβρουν εδώ

Η ιστορία που ακολουθεί μιλά για την ζωήν του γιού ενός ήρωα, που μάσιεται όπως ημπόρει να διαχειριστεί την παρακαταθήκην που του άφησεν ο πατέρας του. Η ιστορία είναι μεγάλη. Όποιος θέλει να μεν ξιμμαθκιαστεί πάνω στην οθόνη να την θκιαβάσει μπορεί να την βρεί εδώ σε pdf αρχείο για να την τυπώσει ή να την θκιαβάσει με παραπάνω άνεσην στην οθόνη.

Η πόρτα που τρίζει

Ο γιος κάθεται στο τραπέζιν μόνος του. Με το δαχτυλούιν του το μιτσίν ανακουτρεύκει μηχανικά το ρουθούνιν του το δεξιόν. Για μερικές στιγμές αφαιρείται τζιαι χάννεται στες σκέψεις του σαν να τζιαι εν μόνος του μες τον νηλιακόν. Μόλις το νύσσιν καταφέρνει να τσακκώσει έναν κακκάτιν, η μηχανική κίνηση μετατρέπεται σε κίνησην ακριβείας. Κάθε φοράν που φκάλλει μιαν ξημαρισιάν που πάνω του, νώθει κάτι σαν απόλαυσην, κάτι σαν κάθαρσην. Τρίφει με τον μιαλιώναν το περιεχόμενον της περιποιημένης πέννας του μικροδακτύλου του. Κάμνει το κακκάτιν κουβαρούιν τζιαι κολλά το πας τον δείκτην του. Σφοντζίζει το διακριτικά πουκάτω που την κλάππαν του παντελονιού του προσέχοντας να μεν τον προσέξει η μάνα του, που πάει τζι έρκεται τζιαι κουαλεί του να φάει. Μόλις είδεν την μαείρισσαν την αλουμίνιαν εφόρησεν τα.
«Πάλε λουβκιά! Μαύρα τζιαι γέρημα.»
«Είνταν που θέλεις να σου κάμω Δευτέραν ημέραν;»
«Ξέρω γιω; Καμιάν πίτσαν, καμιάν ραβκιόλαν …»
Τσακκώννουνται σαν το ζευκάριν το παγιάτικον, που εκατάλυσεν την γλύκαν της ζωής τζι εστέγνωσεν που την χαράν. Κουκκουφά ο ένας τον άλλον σαν να τζι εν ο μόνος τρόπος που τους έμεινεν για να αλατίζουν τες ώρες τες άγευστες. Εκάθουνταν μες την κάμαρην που εγίνετουν νηλιακός, μαειρκόν η κρεβατοκάμαρη, ανάλογα με την ώραν. Οι ασπρισμένοι πετρότοισιοι ακούσαν το μουρμουρκόν τεσσάρων γενεών αντροΰνων, πριν να δουν μάναν τζιαι γιον να φτάννουν εις το ίδιον σημείον.
Ενώ ο γιος σαλαβατά, η κοτζιάκαρη κάμνει το τρίτον πηαιννέλα τζιαι φέρνει την μαείρισσαν με το φαΐν. Βάλλει την πας το τραπέζιν τζιαι πάει για την τέταρτην κούρσαν να φέρει το κρομμύιν, το λάιν, τ΄όξινον. Τοποθετά τα κανονικά στην ίδιαν διάταξην όπως τα στρώννει κάθε Δευτέραν δίπλα που το καρβέλλιν με το ψουμίν το φρέσκον.
«Εν να με μάθεις τωρά στα 74 μου να μαειρεύκω τα κατεψυγμένα; Βλάφτουν τούτα τα πράματα τα ξενικά. Προχτές είσιεν έναν γιατρόν που ελάλε στην τηλεόρασην πους τα φαγιά του τόπου εν καλά για την μακροζωΐαν.»
«Είπα σου εγιώ να μεν κάμεις φαγιά δικά μας; Κάμε καμιάν πατάταν τηανηνήν, κανέναν χαλλούμιν, κανέναν παστουρμάν στην σχάραν. Έσιει τόσα φαγιά, ίσια λουφκιά μιαν την άλλην;»
«Μα που πότε εν που καλόμαθες έτσι. Πριν να φύεις που έσσω έτρως πο ούλα.»
Άμαν έφερεν τζιαι τα προτσομάσιαιρα, τζιαι την ζεβρέτταν, τζιαι το άλας, έκατσεν καρτζίν του. Το μόνον που την απαράλλασεν που τον φύλακαν άγγελον ήταν το φουστάνιν τζιαι η κουρούκλα η μαύρη. Η τετράγωνη τραπεζαρία ήτουν στρωμένη με έναν τραπεζομάντιλον της δεκαετίας του 80. Τα τριαντάφυλλα που ήταν τυπωμένα πας το πλαστικόν εξιθωριάσαν που τα χρόνια τζιαι που το σφογγαρούιν με το Εύρηκα υγρόν. Τζιείνος τρώει, τζιείνη συνεχίζει το κουκκούφημαν.
«Εγιώ ελάλουν σου το να μεν την πιάσεις. Έτα τζιειαμαί τωρά. Έν κανεί που σε έσυρεν έξω τζιαι ήβρα να σε σάζω πάλε, ήρτες μου τζιαι κακομαθημένος. Είκοσι γρόνια τρόποι που σου έμαθα πριν να παντρευτείς εξηφτίσαν σαν το βερνίτζιν πον φελά. Εν αλήθκεια ότι τζιείνη ετάισεν σε περίτου γρόνους που λλόου μου. Εγιώ όμως είχα σε πρώτη. Εν πράματα τούτα, σαρανταδκυό γρονών άδρωπος να μεν τρώεις πιον όσπρια; Να κάτσεις αλλό λλίον τζιαιρόν δαμαί, τζιαι εν να σε βάλω πάλε σειράν εγιώ. Εν να σου ξαναμάθω τα φαγιά της μακροζωΐας.»
«Ναι σιγά. Αν εν σαν την μακροζωΐαν του τζιουρού μου…»
«Τον τζιύρην σου εν ο αγώνας για τον τόπον που τον έφαεν, εν έν τα όσπρια μου.»
«Τον τζιύρην μου εν η κκελλέ του που τον έφαεν τζιαι τα όσπρια σου. Τζι αν συνεχίσεις να μου κάμνεις τρεις φορές την εφτομάδαν, εν να με φάσιν τζιαι μέναν. Αν τον ετάιζες πράματα καλά τον τζιύρην μου, ήσιαν να κάτσει έσσω του στην γεναίκαν τους τζιαι τα κοπελλούθκια του. Έν ήσιαν να βουρά τα πολιτικά τζιαι την μητέραν πατρίδαν.»
«Σου απαγορεύω να μιλάς έτσι για τον τζιύρην σου. Η Ελλάδα ήταν ιερόν πράμαν για λλόου του. Ο τζιύρης σου παρόλον που έδωκεν την ζωήν του για τον αγώναν, ποττέ δεν σας εστέρησεν τίποτε. Εν αχαριστία να λαλείς έτσι λόγια.»
«Φέρε το όξινον τζιαι την πότσαν με το λάιν το καλόν.»
«Εν καρτζίν σου. Άμπλεψε.»
«Άννοιξε πιλέμου κανέναν ττενεκκούιν αντζούγιες να πιάουν λλίην γεύσην τα μαυρογέρημα τα λουβκιά.»
Η κοτζιάκαρη, παστή σαν το καλάμιν, κατσουνωμένη σαν το παστούνιν, σάζει την μερέζαν της την μαύρη τζιαι σηκώννεται κούτσαλα - κούτσαλα να πάει ως την αρμαρολλούν με τες αντζούγιες τζιαι τα πόλιπιφ. Κρατεί τέρι - τέρι, πότε πας το τραπέζιν, πότε πας τον τοίχον, για να μεν διά βάρος πας το πόιν της το δεξίν που την τζιεντολοά που τους ρευματισμούς. Βάλλει του το ττενεκκούιν με τες αντζούγιες πας το τραπέζιν τζιαι ξανακάθεται στην ίδιαν θέσην που κάθεται τα τελευταία πεήντα γρόνια την ώραν που τρώσιν οι αδρώποι. Εν η ίδια καρέκλα πας την οποίαν εκάθετουν τζιαι η μάνα της τα σαράντα προηγούμενα χρόνια προσπαθώντας να κουβεγκιάσει, να ψαρέψει, να επηρεάσει τες μεγάλες αποφάσεις που αφορούσαν την οικογένειαν. Ακόμα τζιαι ο γάμος της, εν πας τούτην την τραπεζαρίαν που αποφασίστην πριν πεηνταέναν γρόνια μετά που έναν καφκολόημαν του τζιουρού της με την μάναν της.
«Μπορεί ο τζιύρης σου να μεν έμπαιννεν έσσω αλλά τουλάχιστον τζιείνος έμεινεν με τα κοπελλούθκια του.»
«Είνταν που θέλεις να πεις τωρά μανά; Έθελες να μείνω με την πουτάναν;»
«Η πουτάνα που λαλείς, εν η γεναίκα που έφκαλες που το καπαρέ για να την κάμεις μάναν του κοπελλουθκιού σου.»
«Μα σοβαρολογείς; Θέλεις να ξανασμίξω με την γεναίκαν που μου ελάλες ότι εν μάεισσα; Ο τζιύρης μου έμεινεν με την οικογένειαν του διότι η γεναίκα του ήταν άγιον πλάσμαν. Τζιαι με σας ήταν διαφορετικά. Εν ο τζιύρης μου που ήταν ο δύσκολος.»
«Τον τζιύρην σου να τον αφήσεις ήσυχον τζιει που αναπαύκεται η ψυσιή του. Εγιώ είπα σου ότι εν μάεισσα πριν να γινεί νύφφη μας. Έθελες να κάμεις της κκελλές σου. Τωρά έπιαες την, έμεινεν μας. Εν δική σου τωρά.»
«Έν εν δική μου μανά…»
«Τωρά να με αφήκεις να τελειώσω. Πόσες φορές σου είπουν να μεν την πιάεις; Πόσες φορές επαρακάλουν σε να προσέχεις να μεν σε καταστρέψει; Έθελες να κάμεις της κκελλές σου. Πόσες φορές σου είπα ότι γεναίκα που της έντζισεν άδρωπος ξένος εξημάρισεν την ψυσιήν της για πάντα; Ενόμιζες ότι ήσουν θεός τζιαι ήταν να μπορέσεις να την καθαρίσεις. Τωρά, είτε καθαρή είναι, είτε ξημαρισμένη, εν δική σου. Άφηκες της έναν μωρόν 15 χρονών. Η κόρη σου εν τωρά που σε γρειάζεται. Γιατί εν δοτζιμάζεις αλλό μιαν φοράν;»
«Παραίτα με μανά. Λαλείς έναν πράμαν τζιαι ύστερα υποστηρίζεις το αντίθετον του. Που την μιαν λαλείς μου ότι εξημάρισεν η ψυσιή της τζιαι που την άλλην λαλείς μου να πάω πάλε μητά της. Άτε φέρε καμιάν κοκακόλαν να χωνέψουμεν τα λουβκιά.»
«Τωρά εν διαφορετικά. Ότι τζιαι να ΄ναι, τωρά, εν δική σου.»
Η τελευταία κουβέντα της κοτζιάκαρης έκοψεν του την φόραν του. Έριξεν τον τόνον της φωνής του τζιαι εχαμήλωσεν τα μμάθκια του μες το πιάτον με τα μισοφαημένα λουβκιά.
«Δική μου ήταν μανά. Τωρά εν του κουμπάρου.»
Εβρίξαν τζιαι οι δκυο όσες στιγμές γρειάζεται να καταπιεί το πλάσμαν μιαν καντήλαν πίκραν.
“‘Οι ξαπολά σε.”
Η μάνα εσηκώστην πάλε τζιαι πάει κούτσαλα κούτσαλα στο ψυγείον. Στρέφεται πίσω με έναν ττενεκκούιν κότσινον παγωμένον. Η φωνή του γιου εξαναήβρεν το ύψος της πάλε.
«Όι ποτούτην μανά. Πόσες φορές σου είπουν ότι η κότσινη έσιει 22 κουταλούθκια ζάχαρις μέσα; Έν θωρείς την τζιοιλιάν μου που εκατάντησεν σαν της γεναίκας της αγγαστρωμένης. Έν θέλεις να γινεί ξανά ο γιος σου όμορφος; Είνταλοϊς εν να σου έβρω τζιουνούρκαν νύφφην. Φέρε μιαν ντάιετ.»
Η μάνα αναστέναξεν τζι εστράφην πίσω στο ψυγείον.
«Είνταν που αναστενάζεις. Έν με θεωρείς άξιον να σου έβρω νύφφην όμορφην; Εν τζιαι εφάαν με τα γρόνια. Ο Αντωνής του Κωσταρή, που ήταν μες την τάξην μου, προχτές εχαρτώθην εις τα σαρανταδκυό του.»
Η μάνα εστράφην πίσω τζιαι έκατσεν με μεγάλην ακρίβειαν ξανά την θέσην του μαύρου άγγελου καρτζίν που τον γιον της.
«Αν εν καμιάν ποτζιείνες που σου κάμνουν τα κκέφκια σου με 50 € πον να μου φέρεις πάλε, καλλύττερα ως που μπόρω να σε ταΐζω. Τουλάχιστον εγιώ είμαι μάνα τζιαι αγαπώ σε.»
Το πασιουρτίν του το πρόσωπον εχαλάρωσεν. Οι ρυτίδες που αρκέψαν να του ζωγραφίζουν το μέτωπον τζιαι τον γυρόν των αμμαθκιών του προς στιγμής εσβηστήκαν.
«Πέμου τζιαι άλλα τέθκοια κοτζιάκαρη μου. Πε μου πως ότι τζιαι να σου κάμει ο γιόκας σου εν να τον αγαπάς. Πε μου το να αννοίει η καρκιά μου φύλλα φύλλα.»
«Δεν θέλω να μου ξανακάμεις τζιείνον που μου ΄καμες που ήσουν 20 γρονών. Έν θέλω να με κάμνεις πάλε να μαραζώννω.»
«Ρε μανά, μα νομίζεις ότι αν μεν πιάσω ξένην, εν να βρεθεί δικός μας να μου δώκει την κόρην του; Τον τζιαιρόν που ήμουν εικοσάρης τζιαι ήταν ούλλες ελεύθερες δεν είσιεν έναν να μου δώκει την κόρην του, τζιαι ας ήμουν γιος ήρωα. Νομίζεις ότι εν να με πιάουν τωρά που ΄γέρασα; Άισε που όσες εμείναν, για πελλές είναι, για μισοδότζιν.»
«Έπρεπεν να πιάσεις τότε την κόρην του Συφτασμένου. Ήσιαν να ΄σουν πλούσιος τωρά τζιαι με γεναίκαν που εν θα σου φύει. Έθελεν σε τζιαι τζιείνη, εθέλαν σε τζιαι οι γονιοί της.»
«Αντράπης που έπιασα την Πλεμέγκαν τζιαι εν θα εντρέπεσουν να πιάω την Γριστίναν;»
«Είνταν που που ΄σιει η Γριστίνα; Τουλάχιστον έσιει όνομαν.»
«Τζιαι ήσιαν να παντρέψεις τον γιον σου με έναν όνομαν; Το όνομαν μας είνταν που σιει; Εν σου αρέσκει; Τον τζιύρην μου είνταν που τον υπερασπίζεσαι συνέχειαν αφούς εν έσιει καλόν όνομαν; Το όνομαν μας εν καλόν όπως είναι. Εν ιγρειάζεται να το σμίξουμεν με την δεύτερην περιουσίαν του χωρκού για να του ψηλώσουμεν τες μετοχές του. Αν ενομίζετε ότι εξημάρισεν ο τζιύρης μου το όνομαν του, εν έν εγιώ που έπρεπεν να θυσιαστώ για να του το πλύννω.»
«Τον τζιύρην σου είπα σου να τον αφήκεις ήσυχον. Αν σε ακούει τζιει που πήεν, εν θα μπόρει να ησυχάσει η ψυσιή του. Εν μεγάλη αμαρτία να δικάζεις πλάσμαν πίσω του, είτε ζωντανός είναι είτε πεθαμμένος.»
«Εμέναν που καταδικάστηκα για τες αμαρτίες του ποιος με υπεράσπισεν;»
«Κόψε την τουν την συζήτησην τωρά να χαρείς. Εσού είνταν που τράβησες τζιαι παραπονιέσαι; Τους τζιαιρούς τους δύσκολους εμείς τους ετραβήσαμεν.»
«Εσού, που τα ξέρεις ούλλα, εν εκατάλαβες είνταν που ετράβησεν ο γιος σου; Αν ήμουν κανένας εικοσάρης άνοστος, την Γριστίναν ήταν να την πιάσω τζιαι ας εβάρεν 10 γρόνια τζιαι 30 κιλά παραπάνω μου. Το ότι είμαστιν εμείς φτωσιοί ήταν να ισοφαρίσει το ότι ήταν τζιείνη μισοδότζιν. Ο νους μου, που ήταν κανονικός, βαρεί λλίον πολλά όσον ο νους της ο μισοδότζιν άμαν τον προιτζίσεις με μιαν σπιταρόναν τζιαι καμιάν εκατοστήν σκάλες χωράφκια. Δε την αρκόφάτσαν του Μαρίνου της Αντρούλλας που την έπιαχεν. Ένας άνοστος φτωχός εν ισοδύναμον με ένα πλούσιον μισοδότζιν. Τζιαι αν θέλεις την γνώμην μου, όσον άνοστος τζιαι να ΄σαι, όσον φτωχός τζιαι να ΄σαι, η περιουσία που εκληρονόμησεν ο Μαρίνος εν αξίζει να ζήσεις μιαν ζωήν με μιαν γεναίκαν μισοδότζιν. Με την ομορκιάν μου όμως μανά, είνταν που έπρεπεν να πιορώσουμεν; Πε μου εσού που εν σου φέφκει τίποτε. Είνταν που γρωστούσαμεν μανά για να αξίζει την ομορκιάν μου μια κοπελλούα καθυστερημένη;»
«Πεεε... Κάμνεις τα εύκολα δύσκολα εσού.»
«Άμαν σε βολεύκει, τα πράματα εν δύσκολα τζιαι εν καταλάβεις. Να σου πω εγιώ είνταν που ήταν να γοράσουμεν με την ομορκιάν του γιου σου. Αν δεν ήμουν γιος του Παναή του μεχύστακα, που κουβαλεί άπλυτα που τον τζιαιρόν της ΕΟΚΑς, κανένας εν θα ετόλμαν να μου προξενέσει την Γριστινούν του Συφτασμένου για γεναίκαν. Το όνομαν του τζιουρού μου θα το εξημάριζα αν εδέχουμουν να πάρω την Γριστινούν, όι επειδή επήρα Πλεμένκαν. Αν εδέχουμουν τζιείνα τα προξένια, ήταν σαν να υπόγραφα πως εν αλήθκεια ούλοι οι ψίθυροι που διαδίδουν μες το χωρκόν τζιαι μαυρίζουν το όνομαν του τζιουρού μου.»
Ο γιος τελειώννει το ττενεκκούιν με τες αντζούγιες τζιαι σφοντζίζει το λάιν με την κόρταν το ψουμίν που έμεινεν. Τραβά μονορουφκιάν την κοκακόλαν που έμεινεν μες το ττενεκκούιν τζιαι άφτει τσιάρον. Ο μαύρος του άγγελος εσηκώστην που την καρέκλαν του τζιαι πελλετά κάτι να έβρει μες το καλάθιν που κρέμμεται μες την γωνιάν του τοίχου. Τελικά φκάλλει που το πανέριν τρία τζιερούθκια με μιλισσότζιερον τζιαι βάλλει τα πας το τραπέζιν. Φκάλλει τζιαι μιαν ποτσούν όφκαιρην τζιαι μάσιεται να την γεμώσει με ελιόλαον.
«Εν να πάω σπερινόν τζιαι εν να ‘μαι πίσω σε καμιάν ώραν.»
«Δώκε εκ μέρους μου έναν φιλούιν της Παναΐας τζιαι πε της να πέψει καμιάν δεκάραν του δούλου της που επάττησεν τέλεια. Πε της ότι αν με σώσει, εν να της πέμπω τζιαι γιω, ως που ζιω, μιαν ποτσούν λάιν για την καντήλαν της.»
«Να της το πεις ο ίδιος την Κυριακήν πον ναν το μνημόσυνον του τζιουρού σου. Την Κυριακήν εν να μνημονέψουμεν 11 γρόνια.»
«Α έτσι πε μου. Τωρά καταλάβω γιατί είσαι έτσι όξινη. Να μνημονέψετε θέλεις να πεις. Ξέρεις πολλά καλά ότι εμέναν τα μνημόσυνα εν έν με ενθουσιάζουν, τζιαι μεν αρκέψεις να μου μάσιεσαι πάλε; Κάθε γρόνον το ίδιον φκιολίν.»
«Μεν αμαρτάνεις πάλε. Κάμε το μιαν φοράν για την μάναν σου.»
«Ρε άμμα, 10 γρόνια που ήταν τζιαι νωστά εν ήρτα σε μνημόσυνον. Εν να ρτω στο εντέκατον; Είπουν σου ότι εν κάμνω το καλόν με τους πεθαμμένους. Άτε παραίτα με με τες νεκκλησιές τζιαι τα κόλλυφα.»
«Σταμάτα να αμαρτάνεις. Ο θεός εν μεγάλος τζιαι ας σου συγχωρήσει.»
«Μα μανά ο θεός τίποτε εν τζιαι έσιει μητά μου. Εσύ είνταν που νεκατώννεσαι μες τες δουλειές μας.»
«Ο τζιύρης σου πρέπει να λυπάται πολλά που μιλάς έτσι.»
«Πρώτα λαλείς ότι πρέπει να αφήννουμεν τους πεθαμμένους ήσυχους να πνάσει η ψυσιή τους, τζιαι ύστερα νεκατώννεις τους μες τες κουβέντες τους ζωντανούς. Άτε, λάμνε στον σπερινόν σου τζιαι ννα ρκίσεις.»
Η κοτζιάκαρη έπιασεν τα τζιερκά τζιαι την ποτσούν που το λάιν τζιαι έβαλεν τα μες σε μιαν τσεντούν πλαστικήν. Η μυρωθκιά του τζιερκού της μέλισσας εμουσκομύρισεν την καμαρούν του φτωσικού τους. Κούτσαλα κούτσαλα επροχώρησεν προς την πόρταν. Πριν να θκιαβεί το κατώβλιον εστράφην πίσω προς τον γιον της.
«Σήμμερα έρεξεν που ποδά ο αστυνομικός ο Μαλλής. Είνταν που έσιεις να κάμεις με την αστυνομίαν; Αρώτησα τον είνταν που θέλει τζιαι είπεν μου “έννεν τίποτε”.»
«Ξέρω γιω είνταν που με ΄θελεν ο μπάτσος; Μπορεί να με εσύναξεν κανέναν ραντάρ πο τούτα σε φωτογραφίζουν τζιαι ήρτεν να συνάξει το πρόστιμον να φκάλει τον μιστόν του. Είντα ώραν επέρασεν;»
«Κατά τες τέσσερεις.»
«Τζιαι εν σου είπεν τίποτε είνταν που μ΄έθελεν;»
«Είπεν μου ότι εν έν τίποτε.»
«Άτε βούρα τζι εν να χάσεις το σπερινόν!»
Η πόρτα η στρεβλωμένη που τα γρόνια τζιαι που τον νήλιον έφκαλεν τον συνηθισμένον της ήχον. Πρώτα, το τρίξιμον του μερτισιέ μέταλλον πας σε μέταλλον: Τζιιι. Μετά, ο κρότος του μανταλιού του ξύλενου: κλακ-κλακ. Εν ένας ήχος ήμερος. Τζιιι-κλακ-κλακ. Κάθε κρότος αρθρώννεται ξηθκιαλιστά. Στην γλώσσαν των πόρτων των παλιών σημαίνει “αγάπη”. Σε τούτην την γλώσσαν οι λέξεις εν λλίες. Με τον ίδιον ήχον που η πόρτα λαλεί “αγάπη”, λαλεί τζιαι “ηρεμία”, τζιαι “γλυκάδα”, τζιαι “τρυφεράδα”. Η παλιά η πόρτα ξέρει να λαλεί τζιαι Τς-κλακ με έναν τόνον πολλά πιο ξερόν τζιαι με έντασην που ξηππάζει τα μωρά μες το κρεβάτιν. Εν οι τρεις συλλαβές που συνθέτουν την προηγούμενην λέξην τζιαι φκαίννουν συρρικνωμένες σε μιαν: τς-κλακ. Προφερόμενη έτσι, πάλε θέλει να πει “αγάπη”. Φκαίννει όμως τόσον βιαστικά, που έναν κανονικόν φτιν δεν μπορεί να ξηθκιαλίνει καθαρά το νόημαν. Ιδίως που σε τούτην την παράξενην πορτογλώσσαν, τούτος ο ήχος εν συνώνυμον τζιαι της λέξης “σκλεράδα”, τζιαι “θυμός”, τζιαι “αγριάδα”, τζιαι “φόος”, τζιαι “ανασφάλεια”. Την Κυριακήν εν να κλείσουν 11 γρόνια που τότες που η πόρτα δεν εξανασυνάφερεν έτσι λέξην. Η αθθύμηση της όμως τζιαι μόνον, κάμνει τον Περικλήν να νώθει άσσιημα.
Μόλις έκλεισεν η πόρτα, έφκαλεν το i-phone του το μαυρίν. Εν ολοτζιαίνουρκον, ολόγυαλλον. Εν έχει ούτε έναν χτάρμαν πάνω. Αντζίζει το με την ίδιαν γλυκάδαν που έπιαννεν τα σιέρκα της Πλεμένκας τον τζιαιρόν που ήταν ερωτευμένος. Άμαν ιντζίζει πας τες κορούδες των 50€ δεν είναι ήμερος όπως το κλείσιμον της πόρτας την ώραν που μπαιννοφκαίννει η μάνα του. Εν άρκος, όπως λαλεί η πόρτα που κάμνει τς-κλακ. Εν άλλος τρόπος να αίνει άντρας. Εν τζιαι έν που του αρέσκει ιδιαίτερα ναν έτσι. Είναι όμως σαν να τζιαι έσιει άγραφον νόμον που τον εκαταδίκασεν να δικαιώνει την κάθε πράξην του τζιουρού του με το να γίνεται τζιείνον που εμίσησεν πάνω του παραπάνω.
«Χάλοου. Ε Νίκο, αν δεν κινηθείς γλήορα είμαστιν ποσπασμένοι. Πρέπει να έβρεις τον Μουντζιαχετίν το αργόττερον σε 10 λεπτά. Ούλλον το πράμαν εν έσσω τζιαι ο Μαλλής ο αστυνομικός ήρτεν τζιαι γύρευκεν με. Αν εβάλαν το σπίτιν σε παρακολούθησην εν έχουμεν ώραν να κάμουμεν τίποτε. Εν να μας τσακκώσουν σαν τους ποντικούς.»
«…»
«Όι. Ούτε λόγος.»
«…»
«Ούτε λόγος είπα σου. Εν ιμπόρω να κάμω έτσι πράμαν της κοτζιάκαρης. Άησε που εν τζι΄έν τζιαι καμιά μαννή πον να δεχτεί να κουαλίσει κάτι δίχα να ξέρει είνταν που αίνει.»
«…»
«Όι είπα σου. Η μόνη λύση είναι ο μάστρος του μαστόρου.»
«…»
«Άκου να δεις ρε φιλούιν. Αν με κάτσουν μέσα, ο Μουντζιαχετίν εν να με φκάλει τζιαι υπόσχουμαι σου ότι εν να πιάεις την θέσην μου μέσα. Άτε λάχτα πριν ναν αργά.»
Το δαχτύλιν το τζιτρινιασμένον του τσιάρου τσιλλά το εικονικόν κουμπούιν πας το γυαλλίν του τηλεφώνου. Αν εμπόρηεν η τελευταία λέξη της τεχνολογίας του τηλεφώνου να φκάλει ήχον αληθινόν, είσιαν να κάμει τς-κλακ, όπως εκάμναν πρώτα τα τηλέφωνα την ώραν που εκάθισκες το ακουστικόν άμαν το έκλειες του άλλου κατάμουτρα. Τα ηλεχτρονικά όμως ισκλίκκια μόνον συνθετικούς ήχους μπόρουν να φκάλουν. Το πρόγραμμαν που είχεν σαν προεπιλογήν ήταν κουδούνιν τηλεφώνου του εβδομήντα. Έπαιξεν σαν να εκάθισκε το ακουστικόν ευγενικά μια κυρία. Έτσι εν οι ηλεκτρονικές συσκευές. Ξέρουν να κάμνουν τα πάντα εκτός που το κύριον. Είτε θυμωμένος κάτσεις το ακουστικόν, είτε γλυκαμένος, το i-phone κάμνει τον ίδιον ήχον που επροεπέλεξεν ο χρήστης.
Ο Περικλής δεν ανησυχά για τίποτε. Ξέρει ότι το σιέριν του Μουντζιαχετίν μπορεί να φτάσει μέχρι τζιαι πουκάτω που το τραπέζιν του υπουργού δικαιοσύνης τζιαι δημοσίας τάξης αν ιχρειαστεί. Το μέσον του μες την αστυνομίαν μπορεί να κάμει τα πάντα. Ο Μουντζιαχετίν ποττέ εν άφηκεν δικόν του να πάει μέσα. Αν πιάχουν τον Περικλήν εν το κύκλωμαν ούλλης της επαρχίας που πάει του κώλου.
«Μα ποιος μπορεί να εκάρφωσεν;… Η κάθοδος της αστυνομίας έτσι απροειδοποίητα μυρίζει προδοσίαν μεγάλης ολκής. Τζιείνον που πρέπει να γινεί τωρά επείγον είναι να σταματήσουν τα μουσκουρούθκια της αστυνομίας. Αν ερτουν τζιαι ερευνήσουν το σπίτιν δυσκολεύκουν τα πράματα. Ο σπουρτόλοος που έδωκεν την πληροφορίαν έτσι τζιαι αλλιώς εν να βρεθεί τζιαι να τιμωρηθεί που τον ίδιον τον Μουντζιαχετίν…»
Άφτει έναν Μάρλμπορο τζιαι τραβά μιαν βαθκιάν ρουφκιάν. Ο καπνός εξατμίζει τες έννοιες τζιαι παίρνει τες μητά του. Φκάλλει ξανά το πολύτιμον κρύσταλλον που την πούγκαν τζιαι χαδεύκει απαλά το βραστόν μαύρον γυαλλίν που κρατεί την θερμοκρασίαν του σώματος του. Χτυπά το νούμερον του πλασμάτου που αγάπησεν παραπάνω στον κόσμο. Απαντά στο όνομαν Μαρίνα. Μαρίνα, σαν την μάναν του. Ο Περικλής έκαμεν καφκάες τρικούβερτους με την Πλεμένκαν που έθελεν να την ιφκάλει Αντζιέλικα. Ήρτες δακάτω, είπεν της, θα σεβαστείς τους τρόπους του τόπου μας.
Θα έθελεν πολλά να εσέβετουν τζιαι ο τζιύρης του τους τρόπους του τόπου τζιαι να τον ιφκάλει Κωστήν, όπως το όνομαν του αγαπημένου του παππού. Ήταν η εποχή όμως που μια γενιά ολόκληρη εκυβερνιέτουν που την ιδέαν του έθνους, τζιαι ο έρωτας με την μητέραν πατρίδαν ήταν πολλά πιο δυνατός που το σέβας προς το όνομαν των γονιών.
Έτυχεν του όνομαν που το εμίσησεν με ούλλην του την ψυσιήν. Έβρισκεν το γελοίον να έσιει το όνομαν του βασιλιά της χρυσής εποχής του ελληνισμού. Άκου τζιει Περικλής. Αν τον έφκαλλεν πιλέ μου Μενέλαον, θα εμπόρηεν να το κάμει Λάκης, όπως την μισήν τάξην που τους ελαλούσαν Τάκηες, Μάκηες, Δάκηες. Κλάκης όμως εν πάει. Έμεινεν του το Περικλής, που του εβάρεν σαν το μολύβιν όπως ούλλα τα θέλω του τζιουρού του.
Η φωνή του Περικλή γλυκανίσκει. Το ύφος «εππωμένος - τύραννος - μονογιός» που εμίλαν στην μάναν του πριν λλίον, μετατρέπεται σε «σκλάβος - στα - πόδια - σου - αγάπη - μου».
«Έλα ρε μωρόν. Γιατί εν μου απάντησες στο sms»
«…»
Εν πάλε τζιείνος ο μαυρογέρημος ο αυτόματος τηλεφωνητής. “Χαλόου, Μαρίνα μιλά. Αφήστε το μύνημαν σας μετά το μπίμπ.” Η φωνή της κόρης του εν τόσον φυσική που κάθε φοράν ππέφτει στην κλάππαν.
Το δρώμαν της φούχτας του υγρανίσκει το γυαλλιστόν κρυσταλλένον τηλεφωνούιν. Ο πρωτόγονος ματσισμός του θηρίου συνήθως λιώνει σαν τον βούτυρον μπροστά στα τσιαλιμούθκα της έφηβης κόρης του. Νοιώθει εντελώς αφοπλισμένος μπροστά στα γινάθκια της. Του είναι αδύνατον να αντέξει την ιδέαν τζιαι μόνον να την πληγώσει ή να την λυπήσει. Το πιο πρόσφατον ήταν εχτές, που έφαεν κατάμουτρα τα εφηβικά της καμώματα. “Αν μ΄αγαπάς πραγματικά παπάκη, εν να το δείξεις τωρά που δεν θα είμαι πιά η πρώτη της τάξης. Έφκηκα που το σχολείον” είπεν του στο τηλέφωνον τζιαι έκλεισε του το. Που τζιείνην την ώραν εν εκατάφερεν ακόμα να της μιλήσει. Αρκεύκει να ανησυχεί πραγματικά. Πως είναι δυνατόν να πιστεύκει η κόρη του ότι εν τους βαθμούς της που θαυμάζει τζιαι όι τζιείνην. Το ότι πελλανίσκουν οι έφηβοι ξέρει το τζιαι που λλόου του. Εν επερίμενεν όμως έτσι που την κόρην του που ποττέ εν της εχάλασεν χαττίριν. Έν σίουρος ότι αν τα καταφέρει να της μιλήσει εν να την λογικέψει τζιαι να πάει πίσω σκολείον. Του είναι αδύνατον να πιστέψει ότι μπορεί να είναι κάποιος ο πρώτος της τάξης τζιαι να τα ξαπολύσει. Τζιείνος εξαπόλυσεν το σκολείον στα 13 του, αλλά ήταν ο πιο κόλοκος της τάξης.
Δοτζιμάζει αλλό μιαν φοράν αλλά ππέφτει πάλε πας τζιείν το μπιμπ-μπιμπ-μπίμπ που του σπάζει τα νεύρα που τα χτες Τούτην την φοράν αφήνει μύνημαν.
«Άτε κανεί ρε Μαρινάκιν. Μίλα μου τζιαι εν θα σου θυμώσω. Αν θέλεις να παραιτήσεις το σκολείον παραίτα το. Άτε πιας με πίσω τζιαι μεν βασανίζεις έτσι τον παπάκην σου που σε αγαπά.»
«Εν τα καπρίτσια της νιότης. Εν να της περάσει. Εν πρέπει να ανησυχώ..» Καμιά σκέψη όμως εν εμπόρηεν να τον κάμει να ησυχάσει.
Έκατσεν πας την καρέκλαν όπου πριν λλίον έτρωεν τα λουβκιά του. Καρτζίν του που την άλλην πάνταν της τραπεζαρίας η τσαέρα της μάνας του εν όφκαιρη τζιαι το φάντασμαν με την μερέζαν την μαύρην εν του διασαλεύκει τον πίνακαν. Η τουαλέττα της δεκαετίας του 50, προίκα του γάμου της μάνας του, εν φορτωμένη με φωτογραφοθήκες μιτσιές τζιαι μεγάλες. Δίπλα που το καδρούιν με τες 3 του αρφάες ντυμένες παρανυφφούες, έν μια άλλη μαυρόασπρη φωτογραφία με τον παππούν του τζιαι την στετέν του να ποζάρουν με έναν ύφος ντροπαλόν, αυστηρόν τζιαι περήφανον. Που την άλλην πάνταν της τουαλέττας, έν η φωτογραφία των παππούων του που την πάνταν του τζιουρού του. Φωτογραφίες μιτσιού τζιαι μέτριου μεγέθους, οι παραπάνω του φωτογράφου Βασιλείου, με θκειούες, θκειάες, ανιψιούς, ανiψιάες, ανακατώννουνται με εικονούες αγίων τζιαι φωτογραφίες άγνωστων ηρώων δεύτερης κλάσης της ΕΟΚΑ. Οι παραπάνω ήταν φίλοι του πατέρα του που τον τζιαιρόν του αγώνα. Έσιει τζιαι μιαν μιτσιάν επάργυρην εικονούαν της Παναΐας της Γλυκοφιλούσας. Μες τούτην την πλειάδα φωτογραφειών ξεχωρίζουν τρία πιο μεγάλα κάδρα συμμετρικά τοποθετημένα. Δεξιά η φωτογραφία του Γρηγόρη Αυξεντίου που επροτίμησεν να κρούσει ζωντανός παρά να παραδωθεί στους Εγγλέζους. Αριστερά, η εικόνα του Αΐου Δημητρίου που εμαρτύρησεν που τες λόχχες του Διοκλητιανού. Το φωτοστέφανον του Αΐου με χρυσάφιν 18 καρατίων μπαίννει σε αντίθεσην τζιαι σε αρμονίαν με το πράσινον μπερέ του λόκατζιη που ποζάρει πας την φωτογραφίαν την μεσηνήν μπροστά που τον οβάλ καθρέφτην της τουαλλέττας. Το επιμελημένον μπερέ αναδεικνύει το ομορφοκάμωτον πρόσωπον του στρατιώτη που ποζάρει αλά Έλβις Πρίσλεϊ, κοιτάζοντας πάνω δεξιά στον αέραν, λες τζιαι κορτώννει μπροστά σε 60 γκόμενες. Το ελαφρά λοξοβαλμένο μπερέ δηλώννει τον ατίθασον τζιαι κοκκέτην χαραχτήραν του.
Το δειν του μεινήσκει σφηνωμένον μερικές στιγμές πας την μεσηνήν φωτογραφίαν. “Κοσιδκυό γρόνια ετζιυλίσαν σαν τον νερόν”. Σηκώννεται πάνω τζιαι ποϋρίζει την τραπεζαρίαν για να πάει να σταθεί μπροστά στον καθρέφτην. Το βλέμμαν του μεινήσκει κολλήμένον μες τα μμάθκια του. Κάμνει πους χαμογελά τζιαι θωρεί τες ρυτίδες δεξιά τζιαι αριστερά του προσώπου του. Αρέσκει του να τες θωρεί. Η θεωρία του είναι ότι οι ρυτίδες που κάμνει το πλάσμαν γυρόν που τα μμάθκια είναι τα σημάθκια που αφήννει η χαρά της ζωής. Μιαν φοράν είπεν εις την κόρην του ότι πλάσμαν που δεν έσιει ρυτίδες των αμμαθκιών είναι πλάσμαν που δεν εχάρην. Σηκώννει τα δκυο του σιέρκα τζιαι πιέζει με τες παλάμες του τες παχουλλές του βούτσιες. Μετά σάζει τα μαλλιά του τζιαι ρουφά τες βούτσιες του προς τα μέσα. Αδύνατον να έβρει την αρμονίαν του εικοσάχρονου προσώπου της φωτογραφίας.
Πάνω δεξιά του οβάλ καθρέφτη εν κολλημένα ακόμα τα κατάλοιπα που έναν αυτοκόλλητον του John Travolta που η μάνα του επροσπάθησεν να ξηκολλήσει με επιτυχίαν εξήντα τοις εκατόν. Είντα κουβέντα ήταν τζιαι τούτον το αυτοκόλλητον. Αθθυμάται ακόμα τον πανικόν της κυρίας Μαρινούς όταν το αντιλήφτην. Στην αρκήν ενόμισεν ότι εν η κόρη της η Ελλάδα που το εκόλλησεν. Όταν η Ελλάδα εκάρφωσεν τον ότι εν τζιείνος που το εκόλλησεν, η κυρία Μαρινού επανικοβλήθην περίτου. Είνταν που ήταν να νομίζει ο άντρας της για τον γιον του; Το μισόν πρόσωπον του Travolta ήταν κατασσισμένον, αλλά το άλλον μισόν εφαίνετουν ακόμα, όπως τζιαι το κορμίν του που φιγουράρισκεν χορεύκοντας ντίσκο.
Σαν κοιτάζει το κορμίν του μες το γυαλλίν, αρκέφκει να τραβά όσον ημπόρει την τζιοιλιάν του μέσα. Εν τον ευκαριστά όμως το αποτέλεσμαν. Φκάλλει τα φτερά του τζιαι φουσκώννει τον στήθος του, αλλά τίποτε. Το αποτέλεσμαν εν πολλά μακρυά που τον τζιαιρόν που έβρισκεν λάθος ακόμα τζιαι πας το κορμίν του John Travolta. Τότες, ούτε καν εχρειάζετουν να φκάλει τα φτερά του για ναν καλλύττερος που τον ηθοποιόν. Εποζάρισκεν απλά τζιαι χαλαρά τζιαι οι ποντιτζιοί του εσχεδιάζουνταν με φυσικόν τρόπον. Είσιεν το κορμίν το αθλητικόν που οι αρχαίοι Έλληνες αποθανατίσαν πας το μάρμαρον. Μόνον που το κορμίν του Περικλή δεν είναι που μάρμαρον για να μείνει τέλειον για πάντα.
Ξαφνικά διακρίνει έναν δάκρυν πας την εικονούαν της Παναΐας. Τραβά έναν βήμαν πίσω, τζιαι κάμνει αυθόρμητα τον σταυρόν του. Έσιει που τον τζιαιρόν που ποστρατεύτην που εν έκαμεν ξανά τον σταυρόν του. “Παναΐα μου δοξάζω τ΄όνομαν σου” επρόφερεν αυθόρμητα τζιαι φοητσιασμένα. Μα εν ήταν μόνον η Παναΐαν που έκλαιεν. Τζιαι οι άλλοι Αγίοι εκλαίαν, τζιαι οι ήρωες, τζιαι οι ανιψιούες, τζιαι οι τρεις του οι αρφάες, τζιαι η μάνα του. Μόνον ο τζιύρης του ήταν ατάραχος. Εκόρτωννεν με μιαν έπαρσην, μιαν αλαζονείαν, ψία τζιαι ήταν μόνος του, πας την οικογενειακήν φωτογραφίαν. Πρέπει να ενόμιζεν τον εαυτόν του πολλά όμορφον. Ήταν το μόνον πλάσμαν που εν έκλαιεν πας τες φωτογραφίες. Τζιείνος, εξάχρονον κοπελλουρούιν που έφταννεν ίσια - ίσια ως την μέσην του τζιουρού του. Έστεκεν δίπλα του τζιαι εθώρεν ίσια πάνω αντίς να θωρεί πας τον φωτογράφον. Εθώρεν τον τζιύρην του όπως το πλάσμαν που στέκει δίπλα που τον κορμόν του πλατάνου τζιαι θωρεί τα θεόρατα κλωνιά. Κλαίει τζιαι τζιείνος μωρόν πας την φωτογραφίαν. Κλαίει τζιαι νέος πας την φωτογραφίαν “Έλβις Πρίσλεϊ”. Θωρεί παράλυτος τες φιούρες να κλαίσιν τζιαι κρατεί την αναπνοήν του ποζάροντας ακόμα με την τζιοιλιάν του τραβημένην.
Ο κρότος της πόρτας που χτυπά εξηπάωσεν του το γιαίμαν του. Εσφόντζισεν σιασιαριστά τα δάκρυκα του με τα μανίτζια του. Τα φκια του ετοιμαστήκαν να ακούσουν τες αρκοφωνάρες τους τζιουρού του που τον εκατακεραύνωννεν κάθε φοράν που τον εστόλιζεν με ότι απαξιωτικόν εμπόρηεν να ξεράσει το στόμαν του. Οι ποντιτζιοί της ράσιης του εσφίξαν έτοιμοι να φαν ττοππούζαν που πατρικήν κολάναν. Τα χτυπήματα της πόρτας γίνουνται πιο επίμονα. Η πραγματικότητα ξαναπιάννει το τιμόνιν της ύπαρξης του. Εξαπόλυσεν την τζιοιλιάν του την τραβημένην τζι εδιπλώθην τζιαι εξανασιέπασεν την κολάναν του. Τζιαι όμως, εν τον αστυνομικόν τον Μαλλήν που έπρεπεν να φοάται, όι το φάντασμαν του μακαρίτη.
Εβούρησεν προς το αρμάριν. Αν αφήκει τζιειαμαί την πραμάθκιαν εν ποσπασμένος. Προτιμά να την γείρει του αποπάτου παρά να περάσει τα λλία νιάτα που του μείναν στο τζιελλίν σαν έμπορας ναρκωτικών. Ο χρόνος λλιοστεύκει. Τα χτυπήματα στην πόρταν γίνουνται πιο επίμονα. Η απόγνωση μιας φωνής γεναιτζίσιμης έκοψεν του την αγωνίαν. “Σσιχτίρ, ήσιαν να πετάξω μιαν περιουσίαν του αποπάτου για το τίποτε.” Εξανάβαλεν την σκόνην μες το αρμάριν πίσω που τα σεντόνια τα αχρησιμοποίητα της προίκας της κυρίας Μαρινούς.
Με το άννοιμαν της πόρτας, μια γεναίκα, πάνω κάτω πεηντάρα, ετσίππωσεν πάνω του σαν το πετεινάριν. Θα ήταν το πολλήν ανάμισι μέτρον τζιαι θα εβάρεν καμιάν πεηνταρκάν κιλά. Μόλις τον αντίκρισεν άρκεψεν να ξητιμάζει, να φωνάζει, να τιμάζει.
«Παλιάθρωπε, ξημαρισμένε. Δολοφόνε. Mάσιεσαι να σκοτώσεις το παιδίν μου. Που να όψεσαι τζιαι να σου στρέψει πίσω ο θεός το λαμπρόν που μου έβαλες έσσω μου τζιαι κρούζει μου την καρκιάν μου. Που να κλείσει το σπίτιν σου! Εγκληματία!…»
Ο Περικλής εγλίτωσεν τον πάτσον που την τρίχαν αποτρέποντας το σιέριν που εποταύρισεν πάνω του η γεναίκα.
«Είνταν που θκιάολον θέλεις δαμαί εσού;»
«Για ότι έκαμες θα πκιορώσεις! Εγκληματία!» φωνάζει του η γεναίκα που παίρνει πουρλόττον τζιαι μάσιεται με τα μικροκαμωμένα τζι αδύνατα σιέρκα να δέρει το τεράστιον παχύδερμον που ποφεύκει με μεγάλην ευκολίαν τες υστερικές της χειρονομίες. Στην πολλήν την ώραν έδωκεν της μιαν κουγκιάν τζι έσυρεν την πίσω.
«Φύε που δαμαί να με σε λύσω που το ξύλον τζι ας είσαι γεναίκα. Εγιώ εν έχω τίποτε να κάμω με τες μαλακίες του γιου σου.»
Ξαφνικά η γεναίκα εκάλμαρεν σαν να τζιαι ούλη τζιείνη η ενέργεια που την επροώθαν εξατμίστην. Τζιει που μάσιετουν να τον δέρει, τραβά έναν βήμαν πίσω, τζιαι αρκέφκει να τον παρακαλεί με σιγανήν φωνήν γεμάτην πόνον, με δίχα να τον κοιτάζει.
«Το παιδίν μου σβήννει σαν το τζιερίν. Θωρώ τον να χάννεται μπροστά στα μμάθκια μου όπως το τριαντάφυλλον που μαρανίσκει πριν να αννοίξει. Να χαρείς βοήθα με να σώσω τον γιον μου. Σταμάτα να τον τροφοδοτάς με το δηλητήριον.»
«Μα για είνταν που μιλάς σιόρ;»
Η γεναίκα ξαναβρίσκει το νεύρον της τζιαι ο θυμός κυριεύκει την που τα νύσια ως την κουρίαν Πετάσσεται πάνω του πάλε τζιαι προσπαθεί να τον ακκάσει πας το μπράτσον. Ποφεύκει την που την τρίχαν. Μόλις που προλαββαίννει να του δώκει μιαν κλωτσιάν πας το πόιν. Κουντά την ξανά με παραπάνω δύναμην τζιαι σύρνει την χαμέ.
Οι γειτόνοι που ακούουν τες φωνές παρακολουθούν χωσμένοι πίσω που τες κουρτίνες. Κανένας δεν νεκατώννεται μες τον καυκάν. Η γεναίκα σηκώννεται τζιαι κάμνει πίσω φωνάζοντας τζιαι θωρώντας τον μες τα μμάθκια.
«Ο τζιύρης σου επήεν σ΄ανάθθεμαν με δίχα να πκιορώσει στον κόσμον τούτον το τι έκαμεν στην οικογένειαν του συντεχνιακού που άφηκεν ορφανήν. Να ξέρεις όμως ότι αν πάθει τίποτε το παιδίν μου, εν να σε καθαρίσω με τα ίδια μου τα σιέρκα. Εσού έν να πκιορώσεις πας τούτην την γην ξημαρόσσιυλλε.»
«Άφης τον τζιύρην μου ήσυχον πελλόπλασμαν τζιαι πήαιννε να συνάξεις το μυξιάρικον σου πριν να τραβήσει καμιάν όβερντόουζ τζιαι να μείνει σύξυλος. Αν εν δυστυχισμένον το κοπελλούιν σου εν δικόν σου φταίσιμον, έννεν δικόν μου.”
Τα δυνάμενα φώτα του αυτοκινήτου που εσταμάτησεν ομπρός τους εστραβώσαν τους τζιαι τους δκυο. Εκατέβην ένας αστυνομικός με δίχα να σβήσει τα φώτα.
«Κύριε Περικλή πρέπει να σου μιλήσω ιδιαιτέρως.»
«Κάτσετε τον μέσα τον εγκληματίαν Σκοτώννει τ΄αθώα παιθκιά του κόσμου.»
«Τι συμβαίννει κυρία μου. Γιατί νεκατώννεσαι μες υποθέσεις των άλλων;» αρώτησεν την ο αστυνομικός
Πριν να προφτάσει η γεναίκα να φκάλει λέξην, επενέβην ο Περικλής με φωνήν βαρύτονην νιώθοντας σίουρος για τον εαυτόν του.
«Κάμε τίποτε κύριε αστυνόμε. Έσιει μιαν ώρα που φωνάζει έξω που την πόρταν μου τούτη η γεναίκα τζιαι θέλει να ξηκαθαρίσει μίσσιμου ιστορίες του 58. Ξητιμάζει τζιαι ζητά εξηήσεις για την δράσην του παπά μου στον αγώναν. Κατηγορά τον μίσσιμου για εγκληματίαν. Εσηκώσαν κκελλέν τα κομμούνια που επροδώνναν τον αγώναν τζιαι ζητούν τωρά τζιαι ρέστα. Αν επρόδωσεν ο θκειος της, δεν είναι λάθος ούτε του αγώνα, ούτε των αγωνιστών που τον εκαταδικάσαν, ούτε τζιαι μέναν που τότες δεν ήμουν καν γεννημένος.»
«Ο τζιύρης σου εν ήταν αγωνιστής, έν σκέττος εγκληματίας που ήταν».
«Ησύχασε κυρία μου. Ενοχλείς την δημόσιαν τάξην έτσι που συμπεριφέρεσαι. Χάτε, κάλμαρε τζιαι πάαιννε έσσω σου. Τούτα ούλλα εν ιστορίες που μόνον οι ιστορικοί μπορούν να ξηθκιαλύνουν. Εν ιμπόρουμεν να λύσουμεν τούτα τα προβλήματα παουρίζοντας μες τον δρόμον.»
«Ο θκειος μου εν ήταν προδότης τζιαι ξέρετε το ούλλοι σας. Ο τζιύρης του τούτου του ξημαρισμένου εδολοφόνησεν τον λιώννοντας την κκελλέν του με την μάτσαν για να σπείρει την τρομοκρατίαν τζιαι να σιωπήσει την φωνήν των συντεχνιών.»
«Σε παρακαλώ κυρία μου. Λάμνε έσσω σου. Τα πολιτικά δεν απασχολούν την αστυνομίαν. Τζιαι σε πληροφορώ ότι με τον τρόπον που μιλάς βρίζεις έναν πολίτην, τζιαι αν σου κινήσει αγωγήν, σαν όργανον της τάξης θα είμαι αναγκασμένος να μαρτυρήσω εναντίον σου.»
«Είσαστιν ούλλοι της ίδιας ράτσας. Εσείς τον προστατεύκετε. Εσείς είσαστιν εμπόροι ναρκωτικών με στολήν.»
«Έσιεις τύχην που είσαι γεναίκα. Μιαν κουβένταν παραπάνω τζιαι θα σου κάτσω τες χειροπέδες για έλλειψην σεβασμού προς όργανον της τάξης. Είναι τουλάχιστον θκυο μήνες φυλακήν.»
Η γεναίκα εποτραβήχτην να πάει έσσω της κλαίοντας τζιαι μουρμουρώντας ξητιμασιές τζιαι κατάρες. «Θεέ μου βοήθα μου να γλιτώσω που τουν την ζούγλαν…»
Ενόσω ο αστυνομικός επροσπάθαν να καλμάρει την οργήν της γεναίκας, ο ρυθμός της καρκιάς του Περικλή εφάκκαν 80 το λεπτόν. «Θεέ μου, εσού που είσαι μεγάλος, συχχώρα μου που είμαι βουττημένος μες την αμαρτίαν τζιαι άκου τες προσευχές της μάνας μου που εν άγιον πλάσμαν. Δως του φτερά του Μουντζιαχετίν να δράσει έγκαιρα τζι εν άδικον να περάσω την νιότην μου μες τα σίερα.»
«Συγνώμην κύριε Περικλή. Τωρά τελευταία εφκάλαν γλώσσαν οι κομμουνιστές, αλλά αν πούμεν τζιαι τίποτε, βρίσκουμεν εμείς τον πελάν μας. Άισε που τα κατορθώματα του γιου της είναι εις υπόψη της αστυνομίας.»
«Τζιείνον που δεν καταλάβω είναι γιατί ξηθαύκουν τωρά τουν τες ιστορίες με τους προδότες που εκτέλεσεν η οργάνωση 50 χρόνια πριν;»
«Μεν γυρεύκεις να καταλάβεις κύριε Περικλή. Έτσι εν η πολιτική. Είναι συφφέροντα. Ξέρεις τι άκουσα πριν λλίες ημέρες; Ελαλούσαν κάποιοι ότι ο αγωνιστής που εκτέλεσεν το προδότην τον θκειον της τούτης της γεναίκας, εσκότωσεν τον για εκδίκησην που έθελεν πριν την χαρτωμένην του τζιαι τζιείνη εν τον έθελεν. Η πολιτική είναι μεγάλη σαβούρα κύριε Περικλή. Για να ξημαρίσουν το όνομαν του αγώνα είναι ικανοί να διαδώσουν τους χειρότερους ψιθύρους Ας έρτουμεν όμως στα δικά μας.»
Ο Περικλής ήταν να σπάσει που την αγωνίαν του αλλά εκατάφερνεν να το κρύφκει.
«Ελάτε, περάστε μέσα. Παίζει η καμπάνα του σπερινού. Όπου τζιαι να σαι η μάνα μου εν ναν έσσω να μας κάμει τζιαι καφέν.»
«Όι, όι, άλλην φοράν.»
Τούτη η τελευταία φράση ήταν η πιο μεγάλη ανακούφιση για τον Περικλήν.
«Η κόρη σου κινδυνεύκει κύριε Περικλή.»
«Είνταν που έπαθεν η Μαρίνα μου. Προσπαθώ να της μιλήσω στο τηλέφωνον που τα χτες». Ο Περικλής εξήχασεν τα ναρκωτικά τζιαι ζώσαν τον μαύρες φωθκιές.
«Τίποτε το σοβαρόν. Μεν ανησυχείς Τίποτε το σοβαρόν δηλαδή χάρις στην επέμβασην του φίλου σου του Μουντζιαχετίν. Αν σε εύρισκα μέσα το δείλις που πέρασα, άλλα ήταν να σου ανακοινώσω.»
«Μα είνταν που συμβαίννει;»
«Η κόρη σου εν λλίον αφελής κύριε Περικλή. Έμπλεξεν με έναν ηλίθιον ταραξίαν που παίζει επανάστασην. Εκαταζητούσαμεν τους που τα χτες. Εσυλλάβαμεν τους τζιαι τους δκυο σήμμερα επ΄ αυτοφώρους να κάμνουν πόμπες μολότοφ. Μεν ανησυχείς όμως. Αφήκαμεν την μέσα για να την φοητσιάσουμεν λλίον. Μπορεί να την ιξαπολήσουμεν πόψε. Υπό άλλες περιστάσεις ήσιαν να την αφήκουμεν μέσα λλίες ημέρες. Εν τζιαι εν μικρόν παράπτωμαν να σύρνεις πόμπες πας την περιουσίαν του κόσμου. Οι μιτσιοί εν το παίρνουν στα σοβαρά αλλά με βάσει τον νόμον εν που τα πιο σοβαρά παραπτώματα. Χάρις στες γνωριμίες σου, το δικαστήριον εκατάλαβεν πιο γλήορα την κατάστασην τζιαι εν εζήτησεν οκταήμερην κράτησην. Εν να πκιορώσει το φιλούιν της τζιαι για τους δκυο. Πον να δεις κάποιον Μουντζιαχεττίν να του πεις έναν μεγάλον ευκαριστώ.»
Η τζιυρά Μαρινού ενέφανεν κούτσαλα - κούτσαλα που το στενόν. Είναι ήδη σκοτεινά. Μόλις αγρωνίζει το αυτοκίνητον της αστυνομίας, το παστούνιν της φακκά γλήορα - γλήορα πας την άσφαλτον σαν την καρκιάν του στρουφουθκιού που εν να σπάσει που τον φόον του. Όσον κοντεύκει, ο ρυθμός της παρπατησιάς της γίνεται πιο γλήορος. Δεν της αρέσκουν οι αδρώποι με στολήν. Πάντα εφέραν της κακά μαντάτα.
«Καλησπέρα σας»
«Καλησπέρα σου θεία»
«Τι εγίνην;»
«Τίποτε το σημαντικόν. Περιστατικά ρουτίνας. Πήαιννε σπίτιν τζιαι θα σου εξηγήσει ο γιος σου.»
«Εν εντάξει μανά. Εν εν τίποτε. Εν να σου εξηγήσω μόλις τελειώσουμεν.»
Η κυρία Μαρινού εθκιάβασεν τα πάντα πας το μέτωπον του γιου της. Εν πολλά ανήσυχος, Κάμνει πους έν καταλάβει τζιαι προχωρά τάχα αχάπαρη έσσω. Πελλετά που την χαραμάδαν του ξύλενου παραθυρκού. Τα φώτα της αστυνομίας εν ακόμα τζιειαμαί τζιαι ο γιος της συνεχίζει να συζητά ανήσυχος με τον αστυνόμον.
Οι αδρώποι νομίζουν πάντα ότι μπόρουν να την περνούν για ηλίθιαν Τζιείνη κάμνει πους εν καταλάβει. Ξέρει ότι άμαν πιάεις τον άδρωπον κόντρα θα σε τσιλλίσει όπως τον τζιύλιντρον. Άμαν τον πιάεις πλευρόν πλευρόν, παίρνεις τον όπου θέλεις.
Μόλις ακούει το αυτοκίνητον της αστυνομίας να ξεκινά, μισοαννοίει την πόρταν. Ο γιος της έν κολλημένος ήδη πας το τηλεφωνούιν του το τζιουνούρκον. Έν προσηλωμένος σε τζιείνην που του μιλά. Ξέρει ότι εν με γεναίκα που μιλά. Ο Περικλής ποττέ εν προσηλώννεται μπροστά σε άδρωπον.
Η κυρία Μαρινού σιασιάρει να μάθει τι γίνεται, αλλά η ζωή έμαθεν της ότι άμαν ένας άδρωπος εν προσηλωμένος, πρέπει να περιμένει. Έμαθεν το τον τζιαιρόν που εκαρτέραν εφτομάδες ολόκληρες τον αγαπημένον της που ήταν προσηλωμένος στην μητέραν πατρίδαν. Τζιείνη εκαρτέραν τζιαι τζιείνος επαρπάταν νύχτες ολόκληρες, παωμένες του σιειμώνα τζιαι μεσομέρκα πυρωμένα του καλοτζιαιρκού πας τα κάκκαφα να τον τζιυνηούν οι Εγγλέζοι. Εν τζιείνες οι ατέρμονες ώρες που της εμάθαν την υπομονήν. Έμαθεν να τες μετρά συντροφκιάν με τον χάρον, για να τον ποσκολιεί να μεν πα να πκιάχει την αγάπην της. Έμαθεν ότι η υπομονή μαλαθκιανίσκει τον άδρωπον τζιαι κάμνει τον μαρτούιν. Άμαν του δείγνει η γεναίκα την λαχτάρα της, ο άντρας γίνεται θερκόν ανήμερον, βίαιος τζιαι κακός.
Κάθεται πας την καρέκλαν της τζιαι καρτερά. Τζιείνος εν να ρτει να της πει που μόνος του. Μισή ώρα καρτέριν δεν εν τίποτε μπροστά στες 4 εφτομάδες που εκαρτέρησεν τον χαρτωμένον της με δίχα να ξέρει αν εγλίτωσεν που την ενέδραν των Εγγλέζων το 1957.
Ακούει βήματα να κοντεύκουν προς τον νηλιακόν. Τον νωσιελικόν τόνον της πόρτας που άννοιξεν, ακολούθησεν ο δυνάμενος τζιαι θυμωτός κρότος της που έκλεισεν. Η κατάσταση εν σοβαρή. Η απελπισία επλάκωσεν μες την κάμαρην. Κάμνει πους εκατάπιεν της ιστορίαν του «εν έν τίποτε.»
«Φαίνεται καλόν πλάσμαν τούτος ο αστυνομικός»
Ο Περικλής αφήννει το τεράστιον του κορμίν να ππέσει βουνάριν πας την καρέκλαν που κάθετουν πριν λλίον τζι έτρωεν. Σσιύφκει την κκελλέν του τζιαι κουμπά το μέτωπον του πας το τραπεζομάντιλον το κρυόν. Ακουμπά τους αγκώνες του πας το τραπέζιν τζι δήννει τα σιέρκα του πουπάνω που την κκελλέν του.
«Εν σοβαρόν;»
Κλαίει όπως τότες που ήταν 14 χρονών τζιαι έκλαιεν της μάνας του που του είπεν η Μαρία του Γρίστακκου πως εν τον έθελεν. Εν που τα 14 που εκατάλαβεν ότι ο γιος του δολοφόνου δεν έσιει κανέναν τσιανς. Είτε για την πατρίδαν σκοτώσει ο άλλος, είτε για άλλον λόγον, ο γιός του εν ποσπασμένος. Έξερεν πολλά καλά ότι ο αγωνιστής με την κουκκούλλαν που έλυσεν την κκελλέν του συντεχνιακού με το σφυρίν ομπρός που την πόρταν της νεκκλησιάς ως που να φκει η ψυσιή του, ήταν ο τζιύρης του. Είπαν του το τα μωρά στο σκολείον που στην πρώτην του δημοτικού. Είπαν του το τζιαι στην δευτέραν. Εσταματήσαν να του το λαλούν στην τρίτην, όταν μες την τάξην της ξυλουργικής έπιασεν ένα σφυρίν τζιαι απείλησεν τους τζιείνους που τον επεριπαίζαν ότι αν συνεχίσουν, εν να τους λύσει την κκελλέν τους. Που τζιείνην την ημέραν δεν εξανάκουσεν κανέναν να συναφέρνει την υπόθεσην. Αθθυμάτουν την μόνον κάθε φοράν που μια κοπελλούα ελάλεν του όι. Ήρτεν τωρά τζιαι τούτη η καταραμένη η αρφότεγνη του σκοτωμένου να ανακουτρέψει πάλε φαντάσματα.
«Εγέρασα μανά. Έν είμαι πιον το μωρόν σου το γρουσόν», εσαυλάρισεν προσπαθώντας να καλύψει το κλάμαν του.
«Όσον τζιαι να γεράσει το κορμίν σου, πάντα το μωρόν μου το γρουσόν εν να σαι. Το μωρόν που κουαλούμεν μητά μας εν αλλάσσει ποττέ του, ακόμα τζιαι άμαν γινούμεν 74 γρονών»
Εσηκώστην πάνω τζιαι πάει σιγά σιγά με δίχα παστούνιν πίσω που την καρέκλαν του. Βάλλει τα ροζιασμένα σιέρκα της πας τα μαλλιά του που αρκέφκουν να αναρκώννουν.
«Άτε πε μου.»
«Έφτασα στην ηλικίαν του παπά όταν άρκεψεν να τον κυβερνά το ποτόν μανά.»
«Εν έν για τούτον που κλαίεις. Άτε. Πε μου είνταν που γίνειν.»
«Το μωρόν μου εγίνην τζιόλας γεναίκα μανά.»
«Είνταν που έπαθεν το μωρόν;»
Η φωνή της κοτζιάκαρης δεν είναι ούτε γλυτζιά ούτε καθησυχαστική. Είναι απλά ανήσυχη Ο Περικλής πνιμένος που τον θυμόν σηκώννεται πάνω τζιαι πιάννει το παστούνιν της μάνας του που έν κουμπιμένον πας την τραπεζαρίαν. Το κοπελλούιν που έκλαιεν τσας πριν λλίον γίνεται δαίμονας θυμωμένος, έτοιμος να σκοτώσει πλάσμαν. Γυρίζει το παστούνιν προς την κατεύθυνσην της Λευκωσίας τζιαι να φωνάζει λυσσιασμένος.
«Θα σου σπάσω τες παΐες μαλάκα.»
Η φωνή της Μαρινούς γίνεται ξανά καθησυχαστική
«Είνταν που εσυνέβην του μωρού;»
«Ε σφόδρα ερωτευμένη με έναν αλήτην, με έναν άχρηστον, με έναν πο τζιείνους τους μάλλουρους τους μαλαχτούς που θωρείς αξιούριστους στην τηλεόρασην να λάσσουν μες τες στράτες τζιαι να σπάζουν τες βιτρίνες του κόσμου. Εν που τους οργανωτές των φασαριών στην χώραν. Η αστυνομία ετσάκκωσεν την μητά του τζιαι κατηγορά την για συνενοχή που εκάμναν πόμπες μολότοφ.»
«Εν τζιαι έν τωρά που εν την θωρώ καλά την μιτσιάν.»
«Επεμβήκαν οι φίλοι μου τζιαι η αστυνομία εμάσιετουν να την ιξαπολύσει τζιαι να εξαφανίσει τζιαι τα ίχνη. Τζιαι ξέρεις είνταν που έκαμεν η ηλίθια;»
« …»
«Αντις να τους πει ευκαριστώ τζιαι να πάει έσσω της, εξητίμασεν τους αστυνομικούς! Είπεν τους ότι εν γουρούνια τζιαι δολοφόνοι τζιαι απείλησεν τους ότι αν δεν ιξαπολύσουν τζιαι τον μυξιάρην της μητά της, εν να τους καταγγείλει στες εφημερίες ότι οι φίλοι του τζιουρού της ελαθκιάσαν την αστυνομίαν τζιαι εξαπολύσαν την μόνον τζιείνην. Ήσιαν να την ιξαπολύσουν που η ώρα 4 αλλά εκάτσαν την μέσα πάλε τζιαι επέψαν τον Μαλλήν να τα κανονίσει μητά μας.»
«Α Γριστέ μου, πάλε τα πολιτικά. Είντα αμαρτίες έκαμα για να μου τα πέμπεις ούλλα εμέναν που ποττέ εν ενεκατώθηκα;»
«Μόλις ετηλεφώνησα στην αστυνομίαν. Ο αστυνομικός που μου εμίλησεν ήταν πολλά ευγενικός. Έδωκεν μου την τζιαι εκουβέγκιασα την, τζιαι ξέρεις είνταν που μου είπεν; Είπεν μου ότι αν οι φίλοι μου έχουν σούρτα φέρτα με την αστυνομίαν εν τζιαι τζιείνοι βρομισμένοι τζιαι θα τους σαρίσει τζιαι τζιείνους η επανάσταση! Οι σκατομπαστάρτοι που εν εγαμήσαν ακόμα γεναίκαν εν να γαμήσουν την αστυνομίαν! Τζιαι η Μαρίνα σου, το αγγελούιν σου να πιστεύκει έτσι λουβάνες.»
«Αχ Θεέ μου γιατί μου πέμπεις εμέναν πάλε επαναστάσεις; Τι έκαμα η αμαρτωλή για να μου αξίζει έτσι τιμωρία; Εγιώ που ενόμιζα ότι στα 74 μου οι επαναστάσεις ετελειώσαν.»
«Είπεν μου ότι θα δώκει ακόμα τζιαι την ζωήν της για να σώσει την ελευθερίαν τζιαι την αξιοπρέπειαν του αγαπημένου της.»
«Είνταν που σου αθθυμίζει τούτον;»
«Αθθυμίζει μου που ήταν 5 γρονών τζιαι ελάλε μου ότι εν να παντρευτεί τον πιο όμορφον πρίγκηπαν του κόσμου τζιαι πους ο παπάκης της ήταν ο πιο δυνατός βασιλιάς.»
«Εμέναν αθθυμίζει μου τον παπάκην της που ήταν ο πιο όμορφος πρίντζιπας στα 20 του τζιαι ελάλουν του να προσέχει να μεν ερωτευτεί με τες κορούες του καπαρέ.»
«Το καπαρέ εν τζιαι εν κκερχανές μανά. Εξάλλου εγιώ εν για να σώσω έναν πλάσμαν φτωχόν τζιαι αδύναμον που σου είπα ότι εν να δώκω ακόμα τζιαι την ζωήν μου. Τζιείνη εν για άδρωπον που μιλά μανά.»
«Μπόρεις να μου φέρεις την φωνήν της μες το τηλεφωνούιν σου το γυάλλενον;»
«Να δοτζιμάσω, αλλά εν ιξέρω αν θα μας ιξανααφήσει ο αστυνομικός.»
«Πε του ότι θέλει την η στετέ της που ξέρει να της μιλά.»
«Ναι κουμπάρε. Εγιώ είμαι πάλε. Θέλει να της μιλήσει η στετέ της πέρκι την λογικέψει.»
«…»
«Ναι ναι εν η τελευταία φορά.»
Η κοτζιάκαρη έπιαεν το τηλέφωνον.
«Γρουσή μου κόρη, είνταν που επάθετε μάνα μου;»
«…»
«Πρόσεχε κορούα μου που τζιείνους που φορούν στολήν. Ποττέ εν χωραττεύκουν.»
«…»
«Πράγματι αγαπάς τον;»
«…»
«Εγιώ Μαρίνα μου γρουσή μου έδωκα τα ούλλα τζιαι εν εκατάφερα να ξηκάμω τον παππού σου. Η ομορκιά της πολιτικής εφάνην περίτου δυνάμενη που την δικήν μου. Αν τα καταφέρεις να γλυτώσεις το αγαπητικόν σου εσού, να σου πω πράο. Η αστυνομία εν να τον ιξαπολύσει, μα η πολιτική όι. Ακόμα τζιαι οι Εγγλέζοι τζιαι εξαπολύσαν τον παππούν σου, η πολιτική όμως ποττέ εν μου τον άφηκεν εμέναν να τον χαρώ.»
«…»
Η κυρία Μαρινού διά το i-phone πίσω του γιου της.
«Είπεν μου ότι εν εντάξει.» Ανακοίνωσεν η κυρία Μαρινού του γιου της με ύφος θριαμβευτή.
«Είντα λοής τα κατάφερες; Είσαστιν ούλλες το ίδιον μανά.»
«Τζιαι σεις ούλοι το ίδιον είσαστιν γιε μου. Α, τζιαι για την κουβένταν που είχαμεν πριν τον σπερινόν, εν να ρτεις την Κυριακήν στο μνημόσυνον;»
« Μανά εγιώ κάθουμαι πας τα κάρβουνα τζιαι σου μάσιεσαι μου πάλε με τους πεθαμμένους; Εγιώ φοούμαι τους πεθαμμένους, πόσες φορές θέλεις να σου το πω για να καταλάβεις;»
«Ο τζιύρης σου εν εν πεθαμμένος. Οι ήρωες ποττέ εν πεθανίσκουν.»
«Εν εσού που μάσιεσαι της αγγόνισσας σου να ξημπερτέψει που την πολιτικήν; Την Κυριακήν μανά εν σε πολιτικήν εκδήλωσην πον να πάεις, εν έν εις το μνημόσυνον του τζιουρού μου. Χρησιμοποιούν ακόμα τζιαι τους νεκρούς για να κάμνουν την δουλειά τους μανά. Δε το χαρτίν με την πρόσκλησην που μου έβαλες δίπλα που το πιάτον που τα λουβκιά. ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ λαλεί πάνω μανά. Ούτε την φωτογραφίαν του παπά εν εβάλαν πάνω. Εβάλαν την σημαίαν εις την θέσην της.»
«Με τον παπά σου ήταν διαφορετικόν.»
«Πελλός που έν να καταλάβει καμιάν φοράν είντα λοής ησκέφτεσται.»
Ο Περικλής εσηκώστην τζι γυρίζει προς τον τοίχον με τες φωτογραφίες. Μεινήσκει για λλίον βριχτός. Αντζίζει διακριτικά το μμάτιν της Παναΐας. Εστέγνωσεν τζιόλας.
«Άτε γραία, κάμε μου έναν καφέν σκέττον να θκιακλίσω τες πίκρες να παν κάτω.»
Ενώ η κοτζιάκαρη κάμνει καφέν, ο Περικλής πάει να πκιάει το εμπόρευμαν που το αρμάριν τζιαι βάλλει το μες τον σάκκον του να το πάρει του Μουντζιαχετίν λλίες ημέρες για καλόν τζιαι για κακόν. Το ότι άρκεψεν να κλωθογυρίζει η αστυνομία εν του μυρίζει για καλόν σημάδιν.

4 σχόλια:

Kai Na Katharisoume Tous Kakomoutsounous είπε...

Συμπυκνωμένο ψυχογράφημα των Κυπρίων της τελευταίας εξηκονταετίας πολύ καλά δοσμένο. Θα μπορούσες βέβαια να το χρησιμοποίησης ως βάση για ιστορικό-πολιτικό μυθιστόρημα.
Πολύ καλό γράψιμο, συνέχισε...

Aceras Anthropophorum είπε...

Αυτόν που εισηγείσαι θα το θκιαβάσεις την επόμενην Κυριακή ή την άλλη στον Πολίτη.

Anef_Oriwn είπε...

Πλάκα πλάκα, αλλά φαίνεται ότι τα όσα έγραψε ο αγαπητός Aceras στην πρωταπριλιάτική του ιστορία ΔΕΝ ήταν όλα ψέματα (αλλά ούτε και η Drakon Woman πάσχει από Alzheimer – Πάντως το τελευταίο πράγμα που περίμενα να δω από τότε που με παρέσυρε σε ατραπούς ύποπτους και περίεργους ήταν να δω την Drakon Woman να καταργεί το δικαίωμα του σχολιάζειν στο blog της!!! Ε, ίντα τζιαιρούς εφτάσαμεν!).

Που λαλείτε, είshεν μέρες να περάσω από το blog του Aceras, τζιαι έκαμα το την περασμένη Παρασκευή, πέφτοντας πάνω σε δυο πολύ ενδιαφέροντα posts – αυτό εδώ μέσα με την πολιτικοκοινωνική ιστορία του Πέρικλου (που το τύπωσα για να το διαβάσω), ενώ πολλή πλάκα είχε και το πρωταπριλιάτικο πολιτικο-σατιρικό ρεπορτάζ του με πρωταγωνίστρια την Drakon Woman. Χρειάστηκε να διαβάσω 2-3 παραγράφους μέχρι να καταλάβω ότι ήταν πρωταπριλιάτικο ψέμα – είμαι κι ολίγο τι μαζούτ εγώ, τζιαι διερωτόμουν ποτέ εξανάρτεν τουτος εις την Κύπρο, τζιαι εν τον επήραμεν χαπάριν!
Τζιαι τζιαμέ που εσκέφτουμουν να του γράψω ένα μήνυμα τζιαι να το συγχαρώ για τα συγγράμματα του, πόψε κατά τες εφτά που επήα στο σύλλογο για να δω το ματς (για όσους εν το πήραν πρέφα πάλε έκαμε μας – την ΟΜΟΝΟΙΑ δηλαδίς - πόξυλλίκκιν το ΑΠΟΕΛ), θωρώ τον (τον Aceras) ομπρός μου, Φάντη Καρό! Τζιαι τώρα που το ξανασκέφτουμαι, αν μπα τζιαι αλήθκεια τζιαι τα υπόλοιπα που τζείνα ούλλα που μας έγραφεν ότι έπαθεν η Drakouna! (Πάντως τούτη κάτι έπαθεν τελικά!).

Anef_Oriwn
Δευτέρα 6/4/2009 – 10:53 μ.μ.

Eva Neocleous είπε...

Ασέρα, τι ακούμε είσαι Κύπρο;
Με τα τρεξίματα της εκδήλωσης του Σαββάτου, δεν είχα δει τόσες μέρες τα νεότερα από το μπλογκ σου.
Άντε, ελάτε με τον φίλο σου τον Άνεφ στη Λεμεσό, θα είναι ευκαιρία συνάντησης των Κυπρίων μπλόγκερς.

Το διήγημά σου είναι εξαιρετικό.Απεικονίζει μια σκληρή πραγματικότητα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας.Θα επανέλθω με εκτενή σχόλια.Και αναμένουμε την έκδοση.
Καλή παραμονή στα πάτρια εδάφη!