Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Το καβενούιν της Αρνάκας

Επισόδειον 1/5

Ο Θεορής τζιαι η Φωτού ήταν που τους τελευταίους τόπακαες κατοίκους της Αρνάκας. Σκεδόν ούλλοι οι χωρκανοί αφήκαν την ορεινήν τζιαι εφύαν για την πόλην πέρκι έβρουν μιαν καλλύττερην τύχην. Ο Θεορής με την Φωτούν του τζιειαμαί: βράχοι, να κρατούν τον καβενέν που άφηκεν ο αρφός της τότες που αποφάσισεν να πάει τζιαι τζιείνος κάτω να δουλέψει στα λεφορεία.

Εν έτι 1990, 15 πλάσματα εμείναν ούλα τζι ούλα στο χωρκόν, γερούθκια τζιαι κοτζιακαρκές οι παραπάνω, να επιπλώννουν τους νοσσιούς των σοκκατζιών της Αρνάκας το καλοτζιαίριν, να διούν ζωήν στα καταλιάγια τον σιειμώναν, να στολίζουν τες φωτογραφίες των τουριστών των ντόπιων τζιαι των ξένων, να κάμνουν συντροφκιάν τους κάττους που ευδοκιμήσαν καλλύττερα που τα πλάσματα εις την εξορίαν. Ο Παπάς ο παλιός, γέννημαν του εννιακόσια δεκατρία, επέθανεν ενενήντα γρονών τζαι άφηκεν την θέσην σε έναν Πόντιον που έρκετουν να λουτουρκά την σσιλιόγρονην βυζαντινήν νεκκλησιάν της Αρνάκας κάθε πρώτην Κυριακήν του μηνός. Το σκολείον έκλεισεν που το 66. Τους τελευταίους 4 μαθητές επέμπαν τους στο δημοτικόν του χωρκού που ήταν 6 μίλια κάτω μέρου, ως που τους επιάσαν οι γονιοί τους τζι επήαν τζαι τζιείνοι στην πόλην να μεν τυρανιούν τα μωρά.

Το χωρκόν εμισογερήμωσεν. Πολλά σπίθκια εγινήκαν χαλαμάντουρα. Ασβέστην οι τοίσιοι δεν είδαν από αμνημονεύτων χρόνων. Τα ττενεκκούθκια με τα τσαρτελλούθκια αγιώσαν τζαι σαπίκαν. Οι αυλάες οι γέρημες εγεμώσαν χόρτα, κουρκουτάες τζιαι φερκά.

Ο Θεορής έψηννεν καβέες να εισπράσσει πεντέξι τσσιφτέες που τους ίδιους θαμώνες που επηαίνναν στην όφτζιαιρην πλατείαν να δηλώσουν καθημερινά το παρόν τους τζαι να μετρούν με τες ώρες τες πέτρες της πατερημής τους. Ένας ξένος που θα τους εθώρεν κατταρκασμένους τζιειαμαί να μαστουρώννουν στο καταλιάιν, θα ελάλεν ότι κάθουνται να σκοτώννουν τες ώρες. Οι θαμώνες όμως, άλλως πως τα εσκέφτουνταν. Το τικ-τικ της πατερημής, που έσπαζεν την ησυχίαν της πλατείας, ήταν ο ήχος της ζωής της γλυτζιάς που ετζιύλαν σταξιάν-σταξιάν, ήσυχα τζιαι νωσιελικά. Εθωρούσαν την να στάσσει μπροστά στα αχόρταα μμάθκια τους, τζιαι εγιέφκουνταν την σαν τους σκάπουλλους που γεύκουνται πλατωνικά την κορασιά που σιειέται τζιαι λυίζεται ομπροστά τους με την ίδιαν γοητείαν.

Στες ατέλειωτες νύχτες του σιειμώνα, ο Θεορής εκάθετουν τζιαι συλλοΐζετουν τους παλιούς καλούς τζιαιρούς της Αρνάκας. Τότες που το τεράτσιν ήταν γρουσάφιν τζιαι η ελιά σμαράγδιν. Τότες που εφόρτωννεν τες σακκούλλες τες τριλούρες με την παραγωγήν τζαι εγιέμωννεν η πούγκα του ριάλλια. Λλίον-λλίον όμως, το σελίνιν εγίνην ριάλα τζιαι το δεκασέλινον σελίνιν. Δέκα σελίνια η σακκούλλα η τριλούρα το τεράτσιν, δεν εκανούσαν ούτε για έναν ψούμνισμαν. Οι Αρνατζιώτες λλίοι-λλίοι εξαφανιστήκαν εις τες πόλεις τζιαι στην ξενιθκιάν όπου είσιεν λλίον ψουμίν παραπάνω. Με τα κόλλυφα της Τζυρκατζιής εν ταΐζεις οικογένειαν.

Όσοι νέοι εσώνναν, εφύαν τζιαι πήαν πουρκοί. Όσοι εξέραν θκυο-τρία γράμματα, επήαν πλασιέδες ή αννοίξαν κανέναν μαχαζούιν. Η φαμίλια του Θεορή εξανίστην εις τους πέντε ανέμους. Ο Γληόρης, ο μιάλος αρφός του Θεορή, επήεν αρκάτης στα χτίσματα. Ο Μελέτης τζιαι ο Νίκος εγινήκαν εμπόροι, ο έναν παννοπούλης τζιαι ο άλλος γιαλλοπούλης. Οι τρεις αρφάες επαντρευτήκαν με κοπέλια της πόλης. Η Μαρίτσα τζιαι η Πετρούλλα επήαν ράψιμον τζιαι εχαρτωθήκαν που 13-14 γρονών. Η Δεσπού ήβρεν δουλειάν εις το κλωστουργείον. Πρώτα εμείνησκεν με του Γληόρην να τον σάζει. Άμαν τζιαι έγειρεν τα 24 τζιαι εν ήβρεν κανέναν να την χαρτωθεί, εδώκαν της έναν μισοδότζιν τζιαι εκουρουκλίσαν την τζιαι τζιείνην. Η Μερπού, η τελευταία του αρφή εχάθην εις το Μάτσιεστερ. Που τα 12 είσιεν πάει δούλα σε σπίτιν. Στα 15 αγκάστρωσεν την ο γιατρός που την έπιαν για υπηρέτριαν, τζι επακκέτταρεν την σε κάτι γνωστούς του στην Αγγλίαν να μεν το μάθει η γεναίκα του.

Ο Θεορής ελάλεν ότι εφοάτουν την πόλην. Θκυο ππαραθκιών αδρωπούιν, η αρκατιτζιή δεν τον εσήκωννεν. Θκιαολεμένος ήτουν αλλά τα γράμματα εν τα έπαιρνεν τζιαι ούτε τα θκυο του αμμάθκια να τα φκάλει εν έξερεν. Άλλον να πουλείς τεράτσια τζιαι καφέδες, τζιαι άλλον να κρατείς λοαρκασμούς του εμπορίου. Στην πόλην είνταν που ήταν να πάει να κάμει; Είσιεν δίκαιον να την φοάται. Ήταν τζιαι ο πόθος της Φωτούς που τον εκράτεν εις το χωρκόν.

Η Φωτού ήταν πλάσμαν αντροπκιάρικον. Τα μεγάλα όμορφα πράσινα της αμμάθκια δεν τα εσήκωννεν πας σε πλάσμαν άγνωστον. Παρά να πάει σε τόπον που εν τον έξερεν, κάλιον ήτουν για τζιείνην να πεθάνει. Επαρακαλούσαν την τα αδέρκια της να την πάρουν τζιαι τζιείνην στο Λονδίνον, αλλά ούτε να ακούσει έθελεν. Στην αρκήν ελάλεν ότι έπρεπεν να μείνει έναν παιδίν να σάζει τους γονιούς. Ύστερα που πεθάνασιν μες το πεήντα, αρμάστην άρον-άρον τον Θεορήν τζιαι ήβρεν την υσηχίαν της να μεν την σουξουλούν άλλον με τες ξενιδκιές.

Μωρά εν εκάμασιν. Ελάλεν η Φωτού «παρά να κάμω μωρά τζιαι να μου τα φαει η ξενιθκιά, καλλύττερα να μείνω έτσι». Οι κατζιές οι γλώσσες ελαλούσαν πους εν που ήταν κουφόσπορος ο Θεορής τζιαι εν εκάμναν μωρά. Άλλοι ελαλούσαν ότι εν η Φωτού που ήταν αίγια άτροφη τζιαι εν εκράιζεν μωρόν. Όποιος τζιαι να ήτουν ο λόος, παιθκιά της ξενιθκιάς ο Θεορής τζιαι η Φωτού εν εκάμαν να πέψουν.

Το όμορφον πρόσωπον της Φωτούς τζιαι το μικροκαμωμένον σβέλτον κορμίν του Θεορή επαστίναν που τους νήλιους τζιαι εκαλαχουρκάσαν που τα γρόνια τζιαι που τους κόπους να σάζουν τα δεντρά μες τ΄αρκάτζια της Αρνάκας. Στην αρκήν εσάζαν τα χωράφκια που εκληρονομήσαν που τους γονιούς τους. Λλίον-λλίον όμως ερέξαν σιέριν τζιαι πας τες περιουσίες των αερκιών τους. Παρά να τα θωρούν να γερημώννουν τζιαι να γεμώννουν βάτους τζιαι ράχους, τ΄αδέρκια τους εδώκαν τους τα να τα λεζέρουνται τζιαι να τα συντηρούν.

Ο Θεορής, μπορεί λοαρκασμούς να μεν έξερεν, το δικόν του όμως έξερεν το τζιαι δεν του εγέλας μιαν μπακκίραν. Στην Αρκήν έσαζεν τους τα περβολούθκια τζι εκαρπώννετουν ότι εγιωρκούσαν. Σιγά-σιγά όμως εκατάφερεν τους ούλους τζι εβουλλώσαν του τα με αντάλλαγμαν κάτι ψίχουλλα. Κάθε γρόνον εδίαν τους κανέναν παούριν ζιβανίαν τζιαι μιαν τσεντούν σταφίδκια. Αφούς με αξίαν είχαν τα κάκκαφα, με ώραν είχαν, με όρεξην να τα βουρούσιν, εξικάμαν τα όσα-όσα, τζιαι είχαν τζιαι την καρκιάν τους ήσυχην ότι επήαν σε σιέρκα δικά.

Η περιουσία του Θεορή λλίον-λλίον επόλλυνεν τζιαι κάτι άφηννεν. Έπκιαχεν υπό την προστασίαν του τζιαι τον Αντωνήν του Καπάταη να του τανά. Παρά να γυρίζει αδέσποτος μες το χωρκόν τζιαι να τον πειράζουν οι χωρκανοί να κάμνουν χάζιν, έβαλεν τον δουλειάν, ετάιζεν τον, έντυννεν τον, εδίαν του τσιάρα, τζιαι πότε-πότε καμιάν λίραν να γοράζει καμιάν ποτσούν κονιάκκιν που του άρεσκεν πολλά. Άμαν του ελάλες πού έπρεπεν να σκαλίσει, ο Αντωνής ήταν καλός για την τσάππαν. Ήταν αλαβρός αλλά ούλες τες βαρετοδουλειές έκαμνεν τες τζιείνος, τζι ο Θεορής (η Φωτού για να πούμεν ούλλην την αλήθκειαν) εκατάφερνεν να προκάμνει να σάζει ούλην την περιουσίαν που τους έλαχεν. Λαλούμεν η Φωτού, διότι ο Θεορής ήταν παραπάνω για την μούστραν που επήαιννεν εις τα χωράφκια. Όι ήσιαν να πάει να πουλήσει την ζιβανίαν, όι ήσιαν να πα να φέρει λίπασμαν, όι ήσιαν να σάσει το αλακάτιν, οι δουλειές του χωραφκιού εν τζι επολλοθωρούσαν τον. Πρωίν τζιαι δείλης άννοιεν τζιαι τον καβενέν.

Ριάλλια καλά άρκεψεν να κάμνει ο Θεορής άμαν επήραν την Αρνάκαν χαπάριν οι πρωτευουσιάνοι. Έρκουνταν τα σαββατοκυρίακα να δκιανεύκουνται τζιαι να αλλάσσουν αέραν. Η θεόχτιστη θέα που την πλατείαν της Αρνάκας κάτω ηρέμιζεν την ψυσιήν του πλασμάτου. Μακριά, εθώρες τες κορυφογραμμές των βουνών να χάννουνται η μια πίσω που την άλλην τζιαι να σβήννουν μες την νοδκιάν της θάλασσας. Κοντά, εθώρες τες δόμες που εσκεδιάζαν τα πλευρά των βουνών για να τα μερώσουν τζιαι να γιωρκούν τα πορικά. Που τον τζιαιρόν που έρκουνταν οι ξένοι της πόλης, επούλεν την πραμάδκιαν στο καβενούιν κατευθείαν εις τον πελάτην τζιαι εν του ετρώαν τα μισά οι μεσίτες. Ακρίβωσεν λλίον τζιαι τον καβέν για τους ξένους που εσυνάνουνταν τα σαββατοκυρίακα σαν τες μούγιες.

Η έννοια του Θεορή ήταν που εστοιβάζουνταν οι λίρες πουκάτω που την μαουλούκαν. Όσα επιάνναν εβάλλαν τα πάνταν. Θκυο πλάσματα είντα έξοδα, άμαν τα παραπάνω πράματα που είχαν ανάγκην εγιωρκούσαν τα οι ίδιοι. Στην αρκήν τες οικονομίες εκάμναν τες πεντόλιρα. Ύστερα που εφκήκαν τα δεκάλιρα αλλάξαν τες σε δεκάλιρα, τζιαι ύστερις με τα εικοσάλιρα εκάμναν τα εικοσάλιρα για να πκιάννουν λλιόττερον τόπον. Τα ττόπκια επολλυνίσκαν τζιαι έτρεμεν η ψυσιή τους άμπα τζιαι πάθουν σαν κάτι πρόσφυγες που εσυνάναν μιαν ζωήν τζιαι εφήκαν τα μιαν καλήν ημέραν τζιαι πιάαν τα οι Τούρτζιοι.

Εκατάτρων τον η έννοια, ιδίως μες τα δωδεκάμερα. Που τα πλάσματα εξέραν να γλέπουνται ο Θεορής τζιαι η Φωτού. Που τους καλικαντζάρους όμως ετρέμασιν. Οι τωρινοί εν τζιαι πιστεύκουν έτσι πράματα. Εν που εν τους εδειχτήκαν. Η θεωρία του Θεορή ήταν πους οι καλικαντζιάροι δεν παν εις την πόλην διότι, όπως ούλλα τα άγρια χτηνά του θεού, εν αντέχουν τα φώτα τζιαι την καπνιάν. «Έσιει πουπούξιον, γεράτζιν, ή λαόν εις την πόλην τζιαι εν να σιει τζιαι καλικάντζιαρον;» ελάλεν ο Θεορής σε κάτι της πόλης που τον επεριπαίζαν.

Που ήταν μιτσής εδειχτήκαν του μιαν νύχταν. Άκουσεν τους να κουντζίζουν σαν την αίγιαν πον να γεννήσει. Ήταν μάρτυρας τζιαι ο Μελέτης που τζιοιμάτουν πας την ίδιαν τάβλαν. Εδειχτήκαν του τζιαι μιαν φοράν που ενυχτώθην εις το περβόλιν. Θα ήταν καμιάν κοσπενταρκάν γρονών. Ετσιβίκωσεν ένας κρεμμανταλάς αρχικαλικάντζιαρος πο πίσω που την γαάραν τζιαι καμιάν πεηνταρκάν εχορεύκαν γυρόν της. Χαζίριν να τον κρεμμίσει το χτηνόν που τον μαύρον κρεμμόν . Εβούραν σαν την πελλήν τζιαι επορτοκλώτσαν, ώσπου να νεφάνουν τα πρώτα φώτα του χωρκού τζιαι να φοηθούν τα στοισιειά να τους αφήκουν ήσυχους.

Η ζωή του Θεορή άλλαξεν στροφές την ημέραν των Χριστουγέννων του 1993.




Επισόδειον 2/5

Ίσιωσεν με την Φωτούν να πάσιν νεκκλησιάν. Κάθε 3 γρόνια έρκετουν η σειρά της Αρνάκας να λουτουρκηθεί που τον Παπαπόντιον τον οποίον εμοιράζετουν με άλλα χωρκούθκια της ορεινής. Ήταν είδος Τζιύριον Πάσκαν των Γεννών για τους Αρνατζιώτες.

Μόλις επεράσαν το καντούνιν του Χαλακατέβα, έκαμεν πους τον επιάσαν τα κοψίματα.

- Πεήντα μέρες νηστίαν, έτα τζιειαμαί, είπεν της Φωτούς τάχατις θυμωμένα. Πήαιννε εσού νεκκλησιάν τζι έρκουμαι ταπεισόν σε 5 λεπτά.

Ο Θεορής υποψιάζετουν ότι η Φωτού έπιαννεν ριάλλια που την μαουλούκαν. Τούτη η σκέψη έκαμνεν τον να μεν σιουρκά. Έπρεπεν να μάθει. Επίστεβκεν ότι εδίαν κρυφά της βαφτιστιτζιής της της Φωτεινής της Σβετλάνας. Εν εμπόριεν να χωνέψει ο νους του τόσες αγάπες με μιαν γεναίκαν ξένην. Καλάν να κάμει το ψυσικόν να βαφτίσει μιαν άπιστην αμαρτωλήν, καλάν να της διά κανέναν κανίσσιν τζιαι να της γοράζει κανέναν σεντόνιν για κανέναν γυαλλικόν για πουλουστρέναν τες γιορτές. Μια θέση στον παράδεισον αν ήταν μούχτιν, κόλασην δεν ήσιαν να ‘σιει.. Που τα πού ως πού όμως τόσες αγάπες η Βουργάρα; Εν που τον τζιαιρόν που την εβάφτισεν που άρκεψεν ο Θεορής να σιουπποβάλλει. Έτσι καμώματα δεν τα εκαταλάβισκεν. Τόσα ονόματα, γίνεται να θκιαλέξεις πεήντα γρονών γεναίκα το όνομιαν μιας κοτζιακάρας, επειδή ιμίσς τα μμάθκια της εν ούλλον φως; Είντα σσυφφέρον είσιεν να θέλει να την λαλούν Φωτεινήν σαν την νούνναν της αντίς Σβετλάναν; Τζιαι άτε να πεις άρεσκεν της το όνομαν. Είντα κελίριν είσιεν να έρκεται μιαν την άλλην να της τανά, μιαν να καθαρίζει τες αυλάες, μιαν να απλώννει τα σεντόνια, μιαν να συνάει την σταφίδαν. Κάτι εβρώμεν άσσιημα μες τούτην την υπόθεσην.

Όταν ετόλμησεν μιαν φοράν να κόψει καμιάν κουβένταν της Φωτούς είπεν της ότι μπορεί τούτα ούλλα τα τσιαλιμούθκια να τα έκαμεν τα η Βουλγάρα για να την κληρονομήσει να φαει την περιουσίαν της. Η Φωτού εθυμώθην τόσον πολλά τζιαι βάωσεν του το στόμαν του μιαν τζιαι καλήν:

– Αν μεν ήτουν κουφός ο σπόρος σου, ήταν να μας κληρονομήσουν τα παιθκιά μας.

Εν εξανάνοιξεν το στόμαν του να πει τίποτε αλλά η έννοια του δεν εσιούρκαν. Τούτην την ευκαιρίαν να μείνει μόνος του μες το σπίτιν εκαρτέραν την που μέρες.

Έμπην μες το δίχωρον τζι εμαντάλωσεν την πόρταν πίσω του. Μόλις εσήκωσεν την μαουλούκαν που τες λίρες, επετάχτην πουκάτω που το κρεβάτιν ένας καλικάντζιαρος μαύρος σαν το κάρβουνον. Ήταν τριχωτός πας την κκελέν τζιαι πας την ράσιην, τίτσιρος πας το υπόλοιπον του το κορμίν. Είσιεν αμμάθκια μεγάλα σαν την μούλαν τζιαι η πέτσα του ήταν λετσιασμένη σαν την κοτζιάκαρην την παστελλωμένην. Ήταν πας το ύψος του Θεορή αλλά ήταν πολλά πιο παστός, καμπούρης σαν το κατσούνιν με νούρον μακρύν ίσια με το πόιν του.

Στην αρκήν ο Θεορής επαράλυσεν, ετζιτρινίσαν οι βούτζιες του τζιαι εσταμάτησεν η αναπνοή του. Εφάκκαν η καρκιά του σαν του λαού. Εσυνήρτεν μόλις επέρασεν που την σκέψην του ότι ο καλικάντζιαρος εμπόριεν να βάλει σιέριν πας τα εικοσάλιρα.

– «Καλώς τον» λαλεί του ο καλικάντζιαρος τζι εφανήκαν κάτι δόγκια άσπρα μουττερά. «Εμείς οι δκυο έχουμεν αλίσι-βερίσι να κάμουμεν».
– Εγιώ τους καλικάντζιαρους φοούμαι τους.
– Είνταν που μας φοάσαι. Εκάμαμεν σου ποττέ κακόν;
– Όι, όι αλλά γιατί να μεν μου κάμετε;
– Διότι έχουμεν σσυφφέρον. Αντίς να έχεις τες λίρες να τζιοιμούνται τζιειαμαί τζιαι να χάννουν την αξίαν τους, να μου τες δώκεις εμέναν σου τες πολλύνω. Τόσες λίρες ξέρεις δουλειές που μπόρεις να κάμεις; Να μου τα δώκεις να τα δουλέψω τζιαι όσα φκάλω να τα μοιράσουμεν.
– Εν έν καλλύττερα να μου τα αφήκεις εμέναν να τα δουλέψω τζιαι πάλε να τα μοιράσουμεν; Εσού ξέρεις που είμαι τζιαι όποτε θέλεις έρκεσαι τζιαι βρίσκεις με. Αν πιάεις τα ριάλλια τζιαι κάμεις τζιει, εγιώ που εν να σ΄έβρω;»

Ο καλικάντζιαρος άρκεψεν να δυσπυρκά τζιαι να ψηλώννει την φωνήν του.

– «Είσαι πολλά καχύποπτον πλάσμαν εσού. Μόνον τες λίρες ισκέφτεσαι.»

Ενώ ο Θεορής έσφιγγεν πάνω του την μαουλούκαν τζι εσκέφτετουν πως εν να την ασφαλίσει, επετάχτην ομπρός ο Καλικάντζιαρος τζιαι εκόρτωσεν του το νούρον του τον τιτσιρολέμην μες τα μούτρα.
– «Θωρείς τον τούτον τον νούρον; Εν 80 πόντους μάκρος.»

Ο Θεορής προς στιγμής ανακάτσιασεν. Ενόμισεν πους του άπλωσεν το εργαλείον του να του το δείξει.

– «Τούτη εν η ζωή σου ούλλη» εσυνέχισεν να του λαλεί ο καλικάντζιαρος με έναν σαρκαστικόν ύφος αδράσσοντας τον νούρον του που την ρίζαν. Ενώ ετράβαν το σιέριν του να γλοιάζει προς την νάκραν του νούρου, εχαχχάνιζεν τζιαι εσυνέχισεν να τον προκαλεί. «Θωρείς τα γρόνια σου είνταλοης τζιυλούν;» Άμαν το σιέριν εκόντεψεν προς την νάκραν εσταμάτησεν. «Έτο, 5 πόντοι σου μεινίσκουν τζιαι είσαι ποσπασμένος. Την άλλην εκατάλυσες την. Τα ριάλλια τι θα τα κάμεις εσού; Εν να τα πάρεις μητά σου»

Του Θεορή ήρτεν του να ξεράσει. Ο φόος που τον εσκούλλισεν στην αρκήν εμετατράπην σε ανακάτσιασμαν τζιαι σε μίσος. Ήρτεν του να αρπάξει τον δαίμοναν που τον τσάρουκκαν τζιαι να τον πνίξει. Εφοήθην όμως άμπα τζιαι βάλει τον πουκάτω το στοισιειόν τζιαι χάσει τζιαι τους 5 πόντους που του μεινίσκουν. Το μίσος εθόλωσεν του τόσον πολλά το μυαλόν που ούτε «Ιησούς Γριστός Νικά» εν εσκέφτην να πει, να τον πέψει στα έγκατα της γης.

Ο Καλικάντζιαρος εψυχολόγησεν το χτίτζιασμαν του Θεορή τζιαι επάτησεν τον τζιειαμαί που επόνεν.

Έσυρεν μιαν σφυρκάν τζιαι επετάχτην αλλημιά καλικαντζιάρα που πουκάτω που την καρκόλαν. Ήταν τζιαι τζιείνη τιτσίρα αλλά τζιείνης η πέτσα της ήταν γυαλλιστή όπως της κορασιάς. Είσιεν σιείλη πασιά σαν το πομηλόριν τζιαι έκλωννεν το σώμαν της το λυερόν μες τ΄αγκάλια του θκιαόλου όπως το σιέλιν. Τα μαλλιά της ήταν αχτένιστα τζι εφτάνναν της ως την μέσην. Τα στήθη της ήταν σφιχτά σαν τα τζιτρόμηλα τζιαι τα κωλομέρκα της κορτώτά σαν τες βαττούες του Κόρνου.

Στην αρκήν ο γέρος έμεινεν ξηστικός. Ως που ένωθεν όμως τον καλικάντζιαρον να κνήθεται πας το κορμίν το ττορφαντόν, ήταν σαν να εξύπναν η ποτζιοιμισμένη του νιότη τζιαι έκαμνεν έκρηξην πουμέσα του. Αρπάσσει ο Καλικάντζιαρος μιαν ματσούν εικοσάλιρα, εκόπην η ανάσα του Θεορή. Κόφκει το λαστιχούιν με τα δόγκια του... εκατάπιεν το. Άρκεψεν να τα τρίφει πας το κορμίν του το λετσιασμένον τζιαι πας το κορμίν της καλικαντζιάρας το γυαλλιστόν.

– «Νώθεις τίποτε; λαλεί της.
– Τίποτε. λαλεί του τζιείνη.
– Εν μαλακίες των αθρώπων. Δοτζίμας τα να δούμεν αν έχουν γεύσην.»

Διά της τα μισά... ως που να πεις τζιαι να εις, ως που να αναπνεύσει ο Θεορής τζιαι να αρθρώσει κουβένταν... ετσαρούκκισεν τα. Ο Θεορής εσυνήρτεν με το ρέξιμον τους που ήταν σκέττη αηδία.

– Σταματάτε! Λαλεί τους ο Θεορής που μόλις επρόκαμεν να αρπάξει την μαουλούκαν τζιαι να κάτσει πάνω της πέρκι γλιτώσει τα υπόλοιπα.

Ο καλικάντζιαρος εσυνέχισεν το κλώσμαν. Η καλικαντζιάρα εκούντζιζεν όπως το πλάσμαν που πετά στους εφτά ουρανούς τζιαι τζιείνος έπαιρνεν την τζιαι έφερνεν την όπου του εγουστάρισκεν.

– «Ότι επόθησες τζιαι εν σε άφηκεν να το κάμεις η κρυοκώλα η γεναίκα σου, θα το δεις τωρά ομπρός που τα μμάθκια σου. Η γλύκα όμως εν ναν ούλλη δική μου. Εσέναν εν να σου μείνει η κάψη τζιαι η λίρες.»

Την ώραν που έχωσεν την μούρην του μες τα πόκρυφα της καλικαντζιάρας, επέρασεν που Θεορή που την ιδέαν να τους προτείνει αλλημιάν ματσούν εικοσάλιρα τζιαι να αφήκει τζιαι τζιείνον έναν κουτσίν η καλικαντζιάρα. Την ώραν τζιείνην όμως εσυντρόμαξεν τον η καμπάνα που εχτύπαν την γέννησην του Κυρίου. Όσον τζιαι επρόλαβεν τζιαι μουρμούρισεν «Ιησούς Γριστός Νικά». Ο καλικαντζιάροι εξατμιστήκαν δια μιας.

Ο Θεορής έμεινεν μωρισμένος θκυο τρία δευτερόλεπτα καθούμενος πας το μαουλούτζιν. Ήταν αλήθκεια ότι είδεν; Ήταν όρομαν; Δεν έξερεν τι να σκεφτεί. Εγύριζεν γυρόν που τον μπάκαρην αλλά νάκραν εν έβρισκεν. Μετρά τα ττοππούθκια με τα εικοσάλιρα... έλειπεν έναν. Ξαναμετρά τα... το ίδιον. Ως που τα εμέτραν τζιαι ξαναμέτραν τα ήταν να σπάσει που την σικκίρτισην του. Εν η Φωτού που τα έδωκεν της βαφτιστιτζιής της οξά ετσαρούκκισεν τα η καλικαντζιάρα; Την ώραν τζιείνην εκαταράστην την στιγμήν που εσκέφτην να μεν τα βάλει εις την συνεργατικήν. Κάλιον ο φόος να μάθουν οι χωρκανοί πόσα εκράτεν παρά τούτην την αγωνίαν άμπα τζιαι πιάσουν του τα οι καλικαντζιάροι. Έβαλεν το μαουλούτζιν στον τόπον του, έχωσεν το καλά, τζι επήεν βουρητός στην νεκκλησιάν να τζιοινωνήσει να πάει πάσα κακόν.



Επισόδειον 3/5

Που την ιστορίαν τους καλικάντζιαρους μια κουβέντα έμεινεν μες την σκέψην του Θεορή: «αντίς να έσιεις τες λίρες να τζοιμούνται τζιειαμαί ...»

Ξώπασκα επήεν εις τον Πετρήν της Ανάστας κάτω στην Πόλην. Παζάρεψε ποτζιεί, παζάρεψε ποδά, εκατάφερεν τον να του δώκει το αρκοντόσπιτον με το δίχωρον για τρία ριάλλια. Έπαθεν σαν το μωρόν που σιασιάρει. Μόλις έπιαεν βούλλαν, άρκεψεν να καθαρίζει τες αυλάες, να μπουκκαρκάζει τες τρύπες τους τοίχους, να αλλάσσει τα τζιεραμίθκια τα σπασμένα. Ούλλη μέρα δεν έφκαιννεν που μες το σπίτιν. Ύψωσεν τους τοίχους πουμέσα τζιαι εκαθάρισεν με το φουρκάλιν τες αζαγιές που τα βολίτζια τζιαι που καλάμια. Μόλις τον επήραν πρέφαν οι χωρκανοί τζι αρκέψαν να τον αρωτούσιν, εσταμάτησεν τες δουλειές τζιαι επόφυεν τους σύρνοντας τους κάτι μισόλοα ότι τάχα έσαζεν το για τον αρφότεγνον του που να ρκεται που την Αγγλίαν τα καλοτζιαίρκα.

Εμέτρησεν τα ριάλλια του τζιαι ελοάρκασεν πως αν εκατάφερνεν την ίδιαν τιμήν, εμπόρηεν να γοράσει τζιαι τα σπίδκια του Γιωσίφη του Καπύρη, του Γιώρκου του Πέρκαλλου τζιαι του Σιασουμή του Πιδκιαυλοζάμπη. Τα σχέδια του εκράτησεν τα κρυφά ακόμα τζιαι που την Φωτούν. Όταν της είπεν ότι έθελεν να γοράσει τούτα ούλα τα σπίδκια, δεν της είπεν τι είσιεν πραγματικά μες τον νουν του. Είπεν της μόνον ότι οι λίρες χάννουν την αξίαν τους, ενώ η αξία του τόπου πάντα πάει πάνω. Αντί να τα έχουν τζιειαμαί τζιαι να φοούνται άμπα τζιαι κλέψουν τους τα, αν τα εκάμναν γην, κανένας εν θα εμπόρηεν να τους τα κλέψει.

Μόλις εγόρασεν την γειτονιάν ούλλην εις την τιμήν που έθελεν, αξανάπιασεν δουλειάν εις το αρχοντικόν. Σε τρεις μήνες το σπίτιν εξαναήβρεν τα πλουμίθκια που το εκάμναν όμορφον τον τζιαιρόν που ήταν εις τες παλιές του δόξες. Έλειπεν του λλίον η ζωή με τα κοπελλούθκια να φωνάζουν, τες μυρωθκιές των αθρώπων τζιαι των ασχολιών τους, το γούστον μιας γεναίκας να ξιτρυπώσει τον τελευταίον νεωτερισμόν για να στολίσει τες σουβάντζες τζιαι τους ασπρογιασμένους τοίχους. Το σπίτιν εγίνην σαν το άγαλμαν που εσκαλίσαν για να μαρμαρώσει έναν όμορφον πρόσωπον τζιαι να κρατήσει την ομορκιάν του αιώνιαν.

Πας την σουβάντζαν την φρεσκοϋψωμένην εκούρτισεν τα τελευταία πιάτα που εμείναν που την προίκαν της Φωτούς. Πας το τετράγωνον τραπέζιν με τα πόθκια τα τορνευτά έβαλεν έναν τραπεζομάντιλον που έκαμεν με το σμιλίν η Φωτού που τον τζιαιρόν που ήτουν κορασιά. Εστόλισεν τζιαι τα καπνιστομέρεχα τα επάργυρα του γάμου τους. Όπου είσιεν παλιοτσαέρες, βουρνιά, κόσσινα, τατσιές, χαρτζιά, χαρκομαείρισσες, παλιοπιλάντζες, φουρνόφτζιαρα, ψουμοσάνια, εσύναξεν τα τζιαι εκούρτισεν τα μες το σπίτιν. Έσασεν τζιαι τον φούρνον μες την αυλήν. Εκαθάρισεν έναν σιερόμυλον, έναν νιν τζιαι θκυο θεόρατα πυθάρκα. Ως τζιαι το καντάριν του τζιουρού του εξιτρύπωσεν το τζι εκρέμμασεν το πας σε μιαν στρέβλαν πας τον φρεσκοασπρογιασμένον τοίχον, δίπλα που τα ρέτινα της τελευταίας του μούλας. Εκούρτισεν τζιαι το τζιπόιν, έναν σιεροχάλιν, μιαν πελότσαππαν τζιαι έναν τροχόν της καρρέττας που εξίκοψεν τσιλλημένος που κάτι παλιόταβλες που φύλαεν μες το σιελονάριν. Μισόν προστάφιν αυλή, εγίνην σαν το μουσείον. Έβαλεν τζιαι έναν τραπεζούιν σιερένον πουκάτω που το κλίμαν, τζιαι εστόλισεν γύρου γύρου της αυλής ττενεκκούθκια με τσαρτελλούθκια. Εφύτεψεν τζιαι έναν γιασουμίν τζιαι έναν φούλιν.

Το σπίτιν ήταν έτοιμον να δεχτεί τους πρώτους επισκέπτες. Έβαλεν την Φωτούν να του κάμει πεντέξι ποτσούες γλυκά τζι εκούρτισεν τες μες την αρμαρόλλαν με καμπόσον σουτζιούκκον, ππαλουζέν, καρύθκια, αθάσια, σταφύες. Την Κυριακήν έκατσεν στον καβενέν φερμαριστός τζι εκαρτέραν τους αθκιασερούς της πόλης να κατεβούν εις το χωρκόν όπως τον χαμολιόν που καρτερά την μούγιαν να κάτσει. Η πρώτη οικογένεια που έρεσσεν ετσίμπησεν που την πρώτην.

– Κάτσετε να σας τζιεράσω καβέν. Μωρά θέλετε τριαντάφυλλον; Κάτσετε τζιαι μόλις πιείτε τον καβέν σας να σας πάρω να δείτε το παραδοσιακόν αρχοντικόν που ανακαινίστην.

Οι αθρώποι εμείναν έκθαμβοι. Ως που τους εθώρεν ο Θεορής να συγκινούνται, να ντζίζουν με ευλάβειαν τα ξιθωριασμένα αντζιά τζιαι εργαλεία που ως προχτές ήταν ποσκούπια, ένοιωθεν μιαν κρυφήν χαράν να φουντώννει μέσα του. Το σκέδιον του εγίνην επιτέλους πραγματικότητα.

Αντίς να τους ιχτάρει με μιαν λίραν καφέδες τζιαι να τους θωρεί να δυσανασχετούν, αφήκαν του που μόνοι τους πεντόλιρον. Μιαν λίραν η ζιβάνα, θκυο λίρες τα καρύθκια, δεκασέλινον το γλυκόν, δεκασέλινον τζιαι η μαρμελλάδα, μιαν λίραν παξίσιν μες τον δίσκον που έβαλεν για την συντήρησην του αρχοντικού, επιορώσαν τζιαι το μεροκάματον για τες ιστορίες που τους εδιηγήθηκεν. Την ώραν πού εφεύκαν, αντίς να δυσπυρκούν όπως εκάμναν πριν μόλις εθωρούσαν τον αψερόν λοαρκασμόν εις τον καβενέν, άκουσεν τους να σχολιάζουν πανενθουσιασμένοι. Ακόμα τζιαι η κυρία, που στην αρκήν ήταν καχύποπτη, ελάλεν των μωρών είντα γενναιόδωρη εν η ψυσιή του απλού αθρώπου του χωρκού, η ψυσιή της Κύπρου μας.

Ως το δύμμαν του νήλιου εκούμπησεν το τριαντάλιρον. Ήταν έναν μήναν τζιύρος του καβενέ. Τζιαι τα έξοδα ούτε πεντόλιρον εν του εφκαίνναν. Αντίς να πουλεί την ζιβανίαν τρία σελίνια του κλέφτη του κρασά που την Βάσαν, τζιαι να του κάμνει τζιαι παρζαλλίκκιν εις την σούμαν, επούλεν την μιαν λίραν στον πελάτην κατευθείας.

Ο Θεορής επέταν εις τους εφτά ουρανούς. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωήν του που ένωσεν ότι η Φωτού επαραδέχτην τον. Εθώρεν την περήφανην για λλόου του τζιαι τούτον έκαμνεν τον να αισθάνεται σαν τον λέονταν μπροστά στα κακορίζικα τα γερούθκια που κλαίαν την μοίραν τους καθημερίς εις τον καβενέν.

Η Φωτού εθθουσιάστην τόσον πολλά που της ήρτεν τζιαι τζιείνης η ιδέα να κάμνει πετσεττάκια του σμιλιού τζιαι να τα πουλεί να φκάλλει τζιαι τζιείνη λλίον μεροκάματον. Στο τέλος τα σμιλιά εφήνναν όσον τζιαι η ζιβανία τζιαι οι σταφύδες. Εν έφταννεν να κάμνει. Έβαλλεν τζιαι τες γειτόνισσες να της κάμνουν τζιαι όσα επούλεν εμοιράζαν.

Άμαν αρκέψαν οι κρυάδες τζιαι αναρκώνναν οι μουσαφίρηδες εις το χωρκόν, άρκεψεν να τον πιάννει η έννοια τον Θεορήν. Ελοάρκασεν ότι τον πρώτον χρόνον ήταν να φκάλει 2500 λίρες καθαρές κκιάριν τα σαββατοκυρίακα. Ότι έππεφτεν τες καθημερινές ήταν επιπλέον για το πόπαστον. Εν υπολόγισεν όμως ότι τον σιειμώναν είσιεν να ππέσει τόσον η δουλειά. Τζιειαμαί όμως που η έννοια του άκρεψεν να τον κρούζει, έππεσεν του λαχείον ένας ταξιτζιής να του φέρνει τουρίστες. Παρόλον που έτρων που πάνω του ο Θεορής κάθε φοράν που έφκαλλεν να του δώκει τα μισά, εσσύφφερεν του παραπάνω παρά να έσιει το σπίτιν κλειστόν.

Οι δουλειές οι πολλές ήρταν με τους κάιες. Εφέρναν λεφωρεία ολόκληρα. Επιάνναν τζιαι τζιείνοι μέρισμαν αλλά τζιείνους η τταρίφα ήταν μόνον 30%. Παρά να καγρέφκει ο Θεορής, έβαλεν τα πας την τιμήν τζιαι εξιμπέρτεψεν η υπόθεση. Με τα λεφωρεία, τα πετσεττάκια εφέφκαν έναν τζιερεμέν. Τζιειαμαί που ενόμιζεν η Φωτού πους εν να πνάσει μες τον σιειμώναν, έππεσεν φούρκα της δουλειάς.

Ο Θεορής επροτίμαν τα λεφωρεία. Ήταν τζιαι τα λεφτά, αλλά παραπάνω ήταν η γλύκα να κωλοτρίφεται πας τες τουρίστριες. Μεταξύ σοβαρού τζιαι αστείου, εμάτσωννεν τους ξένους μες την γωνιάν, μίσιη μου για να τους δείξει είνταλοης δουλεύκει η βούφα, ύστερα άφηννεν τον κάιν να μιλά, τζιαι τζιείνος εχώννετουν μες την μάζαν τον τουριστών. Αρέσκαν του οι πασιοκώλες. Πότε ετρίφετουν κατά λάθος πας τα κωλομέρκα τους, πότε άφηννεν την φούχταν του να πααίννει περίπατον μες τα φτανά υφάσματα που τυλίαν οι τουρίστριες για φούστες.

Η γενναιοδωρία είχεν μεγάλην αξίαν για τον Θεορήν. Εκατάλαβεν ότι με το δώρον ο άλλος μπορεί να σου αφήσει τζιαι το βρατζιίν του που μόνος του τζιαι ναν τζιαι ευκαριστημένος. Αν προσπαθήσεις να τον ιχτάρεις, εν γοράζει τίποτε. Έφκαλλεν πάντα το πανέριν τζιαι τζιέρναν ζιβανίαν ππαλουζέν, πορικά. Ήταν σε τζιείνην την φάσην που άμαν έν ήταν η Φωτού τζιειαμαί εσερβίρισκεν το αγαπημένον του αστείον μες τες σταφύες τζιαι τες ρόβες των σταφυλιών. Αν μεν το ελάλεν που μόνος του αππώνναν τον οι κάιες.
– Άτε θκιειέ, θέλουμεν τζιαι σταφύλιν, θέλουμεν τζιαι σταφύλιν...!
Εδίαν τους πρώτα να φάσιν ρόβες των σταφυλιών. Μόλις εδοτζιμάζαν, αρώταν:
– Αρέσαν σας;
– Βέρυ γκούτ, βέρυ γκούτ.
Ύστερα εδίαν τους σταφύες, ποτζιέινες τες ζαχαρωτές.
– Ε. Τούτες πώς σας φαίνουνται;
– Μμμ! Εποθαμμάζουνταν οι τουρίστες.
Ε, τζιείνην την στιγμήν εβούτταν μιαν τουρίστριαν μιτσιάν που την εσενιάρισκεν που πριν
– Οι πρώτες εν οι ρόβες των κορασιών. Τζιαι βίρα εχάδευκεν της το βυζίν. Εν γλυκόξυνες αλλά ούλλον ζουμίν. Ως που να φτάσει η κοπελλούα να καταλάβει ίνταν που γίνετουν με τους υπόλοιπους να ξικαρτίζουνται που τα γέλια, εξαπόλαν την τζιαι βούτταν μιαν πιο ηλικιωμένην. Οι δεύτερες εν οι ρόβες των κοτζιάκαρων. Εν γλυτζιές σαν το ζάχαριν αλλά έχουν κοκκόνες μεάλες.

Ως που να φτάσουν να πάρουν χαπάριν οι γεναίτζιες τζιαι να αποδράσουν διακριτικά που το ανέκδοτον, παίζοντας τον πρόσχαρον τζιαι το κόζιν, εφούχτωννεν ότι έφταννεν. Αν έκοφκεν τζιαι καμιάν που εμείνισκεν σε αμηχανίαν μες τα σιέρκα του, εκατάνταν να την καταγαμήσει μπροστά στα μμάθκια του κόσμου.

– Μάνα μου σε γλύκα μου, σταφύα μου γλυτζιά, αν ήταν κοτζιάκαρη, σταφυλούιν μου ζουμάτον, αν ήταν κορασιά. Τζιαι βίρα φιλούθκια τζιαι φουχτάλιασμαν...

Άρκεψεν να προσέχει λλίον την ημέραν που τον έβαλεν εις την θέσην του μια Κυπραία πεηντάρα που την επήρεν για ξένην.
– Κάτω το ξερόν σου ξιμαρισμένε. Λαλεί του.
– Καλάν κόρη, είνταν που ΄ν να πάθεις;
– Αμεμαυροΰρευκε παλιόγερε.
Τζιαι τζιείνον ήταν.

Ο μεγάλος καήμος του Θεορή ήταν που εγέρναν τζιαι δεν ήταν να αξιωθεί να γευτεί τζιείνον που είδεν τον σκαλαπούνταρον να κάμνει της καλικαντζιάρας. Ήταν θυμωμένος πολλά με τον θεόν που έπαιξεν η καμπάνα τζιαι εξιστράτησεν τον που την πρώτην τζιαι ίσως τελευταίαν ευκαιρίαν να γλύψει τον απαγορευμένον καρπόν. Ήταν σίουρος ότι αν εδίαν αλλό θκυο τρία ττοππούθκια εικοσάλιρα τους καλικάντζιαρους, ήταν να τον αφήκουν να πάει τζιαι τζιείνος μιαν στράταν με την μαύρην.

Οι τουρίστριες ήταν καλές για το κόζιν, αλλά δεν είσιεν μιαν που θα εδέχετουν να την σύρει πας την τάβλαν τζιαι να την κάμει δικήν του. Η Φωτού είσιεν δεκαετίαν να τον αφήκει να της ιντζίσει. Εσκεφτήεν να της προτείνει να τον αφήκει να την ιγλύψει μιαν φοράν σαν την καλικαντζιαρούν, αλλά στο τέλος εφοήθην έμπα τζιαι κάμει τον να λαόννεται. Εδώ τον τζιαιρόν που ήταν νέα τζιαι λυερή, εμείνισκεν σαν το βολίτζιν το άψυχον πας την καρκόλαν, τζι εν να θελήσει να δοτζιμάσει γλύτζιες τζαι χαρές εξωτικές τωρά που νομίζει ότι εν αμαρτία να ντζίζουνται οι γέροι;

Επισόδειον 4/5

Εσκέφτην τζιαι την Φωτεινήν την Σβετλάναν μιαν ημέραν που την έφερεν να του καθαρίσει το αρχοντικόν. Εθώρεν τα ττορφαντά της τα κωλομέρκα που εστροντζιυλοσούζουνταν όπως εψήλωννεν πάνω να αντινάξει με το φρουκάλιν τες αζγαγιές μες τες γωνιές των βολιτζιών, τζι ένωσεν κάτι μέσα του να ταράσσει. Εσέρβιρεν της το ανέκδοτον που ανακάλυψεν για να σερβιρίσκει τους Κυπραίους τους μουσαφίρηδες για να νοιώθουν παραπάνω οικειότηταν. Εσκαρφίστην ότι τάχα ότι ήταν μονογιός. Ελάλεν τους πελάτες ότι ο τζιύρης του ήταν κουφόσπορος τζιαι έν έκαμνεν μωρά. 

– Θωρείτε την τούτην την καρκόλαν με τα σκλουβέρκα; Ελάλεν τους. Πριν 72 γρόνους, εν δαπάνω που ετσίλλησεν ο νούννος μου την μακαρισμένην την μάναν του τζιαι έσπειρεν με. 

Επαρατήρησεν ότι άμαν ελάλεν την ιστορίαν, επούλεν τουλάχιστον θκυο λίρες παραπάνω πορικά. Ειδικά σουτζιούκκον που τον επούλεν τάχατις καμωμένος που αφροδισιακά σταφύλια της Αρνάκας.

Μόλις είπεν την κουβένταν της Σβετλάνας, η Βουλγάρα εφύρτην που το γέλοιον.

– Μα έχασεν παττίχα του θείε; Τζιαι τζιείνοι ούλοι αρφούες που εν κάτω πόλην τζιαι Αγγλίαν ποιο έσπειρεν τα;

Ποτζιεί ποδά έσασεν τα ο Θεορής φκάλλοντας την πελλήν ότι έν καταλάβει ελληνικά, αφούς τζιείνος είπεν της ότι η ιστορία εν τζιείνου που του επούλησεν την τάβλαν με τα σκλουβέρκα.

Εδοτζίμασεν τζιαι την Λέλλαν την πατρόναν κάτω στην πόλην. Είπεν της ότι έθελεν να του έβρει κοπελλούαν το πολλύν σαραντάραν τζιαι όμορφην. Εκμυστηρεύτην της τζιαι την φαντασίαν του. Ήταν η μόνη που τον έπιασεν στα σοβαρά.

– Άκου να δεις Θεορή. Για να δεχτεί κοπελλούα νέα έτσι πράμαν που λλόου σου, μόνον ξένη, τζιαι θέλει τζιαι πολλές λίρες. Αλλά εν τζιαι έν τούτον το πρόβλημαν. Στο υγειονομείον τζιεκκάρουμεν τες κάθε μήναν, όμως ξέρεις εσού ποιός ξιμαρισμένος την εκαλλίτζιεψεν με δίχα καπόττον την προηγούμενην; Έσιει κοπελλούες ασυνείδητες τζιαι πουντζιάζουν μαύρον χρήμαν που κάτι ανώμαλους που θέλουν μίσιημου έρωταν με δίχα φερετζιέν. Εν να πάεις εσού καθαρός άδρωπος να μπίξεις τα σιείλη σου έτσι τόπον; Μόνον το δικόν μου εγγυούμαι σου το καθαρόν, τζιαι δεν θα σου χρεώσω ούτε φι-πι-ά.

Προς στιγμής ο Θεωρής εσκέφτην «ασσέν τζιαι σταφύαν με κοκκόνες παρά μα πάω καμένος με δίχα να δοτζιμάσω» αλλά τούτες οι ιστορίες με τες ξιμαρισιές εκάτσαν του τες καύλες του.

– Άισε να το σκευτώ κόρη. Είπεν της Λέλλας τζιαι λάμνισεν.

Εθυμώθην πολλά η Λέλλα που ούτε οι φουχτόγεροι εν την ακαταδέχουνταν πιον. Τζιαι εν τζιαι ήταν που τα πλάσματα που μεινίσκουν πουκάτω. Πριν να προκάμει να κάμει τζιει, εποσσιέπασεν που το παραθύριν τζιαι εφώναξεν του με έναν έσσκιν:

– Στην ηλικίαν σου Θεορή για προσκύνημαν μόνον στο μοναστήριν του Τζύκκου σε δέχουνται. Τζιει που επροσκύνας τζιαι τον τζιαιρόν που ήσουν σκάπουλλος. Εμέναν τουλάχισον, επροσκυνήσαν με 4 γενιές λεβέντηες τζιαι άμαν καμμώ τα μμάθκια μου, θκυαλέω τον καλλύττερον τους τζιαι περνά μου η αύρα. Εσού έν να πεθάνεις καμένος με την εικόναν της Παναϊας.

Ο Θεορής έκαμεν που εν άκουσεν. Ούτε καν πους εδίκλισεν πίσω του. Είσιεν που την ημέραν που του εδείχτην ο καλικάντζιαρος που εν ένωσεν έτσι στενοχωρίαν.

Όταν εστράφην εις το χωρκόν εξίασεν τα στρηνιάσματα τζιαι ερίχτην με τα μούτρα στην δουλειάν. Άκουσεν που τρίτους πους εσκέφτετουν τζιαι ο Τιγγιρής να αννοίξει σπίτιν τζιαι εφοάτουν άμπα τζιαι φαει του την δουλειάν. Εν τζιαι πους εφοάτουν τζιαι πολλά. Έξερεν ότι ο καβενές στο έμπα του χωρκού ήταν αχτύπητος για να συνάεις τον πελάτην πον να κατεβεί του αυτοκινήτου. 

Μες το σπίτιν που εγόρασεν που τον Γιωσήφην του Καπύρη είσιεν πιθάρκα τζιαι έναν πιεστήριον του σταφυλιού. Εσκέφτην να το κάμει μουσείον του κρασιού. Με έναν καλόν καθάρισμαν τζιαι τρεις πιτσικλιές ασβέστην το σπιτούιν εγίνην κούκλα. Όποιος έθελεν να μπεί μες το μουσείον επήεννεν στον καφενέν τζιαι άφηννεν μιαν λίραν τζιαι έπιαννεν το κλειδίν. Έβαλεν τζιαι πότσιες κρασιά τζιαι έκαμεν το σέλφ ΄σέρβις. Στην αρκήν εφοάτουν ότι εν να του κλέφτουν πότσες τζιαι να μεν βάλλουν τα ριάλια. Κάπου εσκέφτην όμως ότι κάποιος που θα πάει να πιάσει το κλειδίν εν θα είσιεν μούτρα να του γελάσει. Τζιαι άμαν είσιεν γκρούπς, θα αντρέπουνταν ο ένας τον άλλον τζιαι κανένας δεν θα ετόλμαν να κλέψει γέρον άθρωπον μπροστά στα μμάθκια του κόσμου. 

Έτσι τζιαι εγίνην τζιαι το πείραμεν επέτυχεν. Όπως εν είσιεν πωλητήν, οι επισκέπτες ενοιώθαν παραπάνω ελέυθεροι να περιεργαστούν την πραμάθκειαν. Ενομίζαν ότι το κρασίν της Λοέλ με το οποίον εγέμωννεν που την λαμιντζιάναν τες πότσες ήταν χωρκάτικον. Εν έφταννεν να γεμώννει πότσες τζιαι να τες βάλλει στο σέλφ σέρβις του μουσείου.

Τζιείνον το μουσείον αγάπαν το παραπάνω τζιαι που το αρχοντικόν. Στο πιεστήριον του Καπύρη εδούλεφκεν ο τζιύρης του κάθε Σεττέβρην που συνάαν τα σταφύλια, αλλά εν τζιαι εν τζιείνον που τον ετράβαν. Ο τζιύρης του ελάλεν του ότι ο Καπύρης ήταν πίκρης άδρωπος τζιαι έτρωεν του τον κόπον του. Αγάπαν το διότι ήταν μια δουλειά που ετζιύλαν που μόνη της. Με υπάλληλον, με τίποτε, ότι κκιάριν άφηννεν ήταν καθαρόν. Ήταν ιδέα δική του. Κανένας χωρκανός δεν θα έπιαννεν το ρίσκον να αφήννει μιαν κάσιαν κρασίν με δίχα να το γλέπει. Ώς που εγέρναν, παραπάνω ήταν σίουρος ότι με την εμπιστοσύνην κάμνεις παραπάνω ριάλλια.

Έπιαεν τζιαι έναν που τα σπίθκια τζιαι έκαμεν το μαχαζίν της Φωτούς. Ήταν κολλητόν πας τον καβενέν τζιαι έτσι εκράτεν τζιαι το μαχαζούιν τζιαι τον καβενέν. Ήβρεν τον μιαν ημέραν ένας πλασιές που έκαμνεν εισαγωγές οτιδήποτε που την Κίναν τζι εκουκκούφαν τον όστι τζιαι έπεισεν τον. Έθελεν να τον βάλει να πουλεί καλαχουρούθκια τζιαι πανέρκα κινέζικα. Ο Θεωρής έξερεν όμως ότι χωρίς την προσωπικήν σφραγίδαν του χωρκού, τίποτε δεν επουλιέτουν. Έδωκεν του 5 δείγματα που τα πετσεττάκια της Φωτούς που επουλιούνταν παραπάνω. Σε τρεις μήνες έφερεν του εκατόν κομμάθκια που το καθέναν για έξι σελίνια το κομμάτι. Φαντάσου πόσα εδουλέφκαν οι κινεζούες… Η Φωτού εσταμάτησεν να κάμνει σμιλίν. Εκάθετουν ούλλη μέρα στο μαχαζίν τζιαι έπιαννεν τα γιαλιά τζιαι το σμιλίν μόνον την ώραν που έρκετουν πελάτης. Παρόλον που οι γειτόνισσες εθέλαν τα μισά, τζιαι παρόλον που ο Θεορής εσαλαβάταν ότι εκλέφταν τους, η Φωτού δεν έκοψεν την δουλειάν των φιλενάδων της. Έτσι τζιαι αλλιώς η ποσότητα των σμιλιών των χωρκανών ήταν ασήμαντη. Η παρέα όμως που έκαμνεν με τες άλλες κοτζιάκαρες ήταν χρυσάφιν.

Τα άλλα θκυο σπίθκια απλά έσασεν τα τζιαι είσιεν τα εικονικά για παραπλάνησην να συνάει παραπάνω πελάτες. Ο Ττιγγιρής άνοιξεν τελικά τζιαι τζιείνος σπίτιν παραδοσιακόν τζιαι άρκεψεν του ανταγωνισμόν. Τη πρώτην εφτομάδαν έπιαννεν του τρεις πελάτες στους δέκα, αλλά ώσπου να φκει ο μήνας ο Θεορής άννοιξεν τζιαι τα άλλα θκυο σπίθκια. Είσιεν τα αννοιχτά με καμπόσα τσαρτελλούθκια, γιασουμιά, βασιλιτζιές, φούλια τζιαι τριαντάφυλλα αθθισμένα μες τα ττενεκκούθκια. Έβαλεν ταπέλλες «Free Entrance ». Δεν είσιεν κανέναν τα τα γλέπει για να μεν πιορώννει εργατικά. Τον Αντωνήν έθελεν τον ακόμα για τα χωράφκια. Έν έβαλεν μέσα πράματα με αξίαν για να με έσιει έννοιαν που τες κλεψιές. Κάτι παλιοτάβλια τζιαι παλιοκαρκόλες που ήβρεν τζι εκούρτισεν, εσιέπασεν τα με τραπεζομάντιλα τζιαι παπλώματα κινέζικα που εν επουλιούνταν. Ούλλη μέρα επαρακολουθούσαν τζιαι τζιείνος τζιαι η Φωτού. Άμαν εθωρούσαν ξένον να μπαίννει μέσα, όποιος είσιεν οφτζιερκάν εβούραν τζι εσύναεν τον. Η Φωτού έπερνεν τους στο μαχαζίν τζιαι ετζιέρναν τους καφέν ως που να τους παραλάβει ο Θεορής τζιαι να τους πάρει στο αρχοντικόν που εκατάντισεν έναν ιδιότυπον μπακκάλλικον όπου εγόραζες που υποχρέωσην. Στους τρεις πελάτες που εσύναξεν στην αρκήν ο Ττιγγιρής, εσυνάξαν πίσω τους θκυο.

Ώρες-ώρες άμαν έκοφκεν οτζιερκά τζιαι κάθετουν να πνάσει στο καβενούιν, εσκέφτετουν που ήταν τζιαι που έφτασεν. Εδόξαζεν τον καλικάντζιαρον που ήρτεν να του αννοίξει τα μμάθκια του, που εκατάριφκεν τες λίρες να τες ιβράζει ψία τζιαι ήταν να ξιπουλιάσουν μες το μαξιλάριν.

Όποτε έρκουνταν δωδεκάμερα, ήταν ανήσυχος άμπα τζιαι εμφανιστεί ο καλικάντζιαρος τζιαι θέλει τα μισά κέρδη. Που την άλλην, είσιεν μιαν κρυφήν ελπίδαν ότι ήταν να ρτει τζιαι να φέρει τζιαι την καλικαντζιάραν μιτά του. Ήταν η μόνη του ορπίδα να πραγματιποιήσει τον πόθον που η ζωή εν τον αξίωσεν να δοτζιμάσει με γεναίκαν.

Επρογραμμάτιζεν τα πλαντα ναν προετοιμασμένος. Που τον Νιόβρην ότι ριάλια εσύναεν τζιαι αρτιρούσαν που τα έξοδα, εγόραζεν ακίνητην περιουσίαν. Αν έρκετουν ο καλικάντζιαρος τζιαι έθελεν τα μισά, ήταν να του πει ότι αφούς δεν κρατεί τίποτε, τίποτε δεν του χρωστεί. Ότι κέρδη εγινήκαν περιουσία, ας τα εκληρονόμαν ποθανόντα του. Έτσι τζιαι αλλιώς παιδίν να τον κληρονομίσει εν είσιεν. 

Στην αρκήν εγόραζεν για να μεν μεινίσκουν λίρες πάνω του. Λλίον λλίον εγόρασεν το μισόν χωρκόν. Εν έμεινεν όμως μόνον αγοραστής. Άμαν έρκετουν κανένας ξένος τζιαι έθελεν να γοράσει, εμπόριεν να του πουλήσει τζιόλας άμαν του εδιούσαν έναν δέκα που όσα εγόρασεν. Τζιείνος έξερεν πότε ο κάθε γέρος ή ο κάθε χωρκανός που την πόλην είχεν ανάγγην τζι επήεννεν τζι εγόραζεν όσα όσα στην κατάλληλην ώραν. Οι ξένοι όμως που κανέναν έν εξέραν ακουλιάζαν ούλλοι στον καφενέν για να πιάουν πληροφορίες. Τες τιμές εκράτεν τες κρυφές με μεγάλυν μυστικότηταν να μεν ιγλυκάνουν οι χωρκανοί τζιαι να θέλουν το ναν αλλό ναν.

Πότε πότε επιάνναν τον τζιαι οι μαύρες σκέψεις. Αν πεθάνει πρώτος, είνταν που να τα κάμει η Φωτού τούτα ούλλα τα μάλια. Εφοάτουν την πολλά τζιείνην την βουλγάραν. Που τον τζιαιρόν που αρκοντίναν εγίνην ακόμα πιο μελένη με την Φωτούν. Το παραπάνω που τον ανησύχαν ήταν το ότι εφαίνεστουν του πως εν η Φωτού που εγένετουν πιο μελένη μιτά της. Μιαν ημέραν που εγύρεψεν να μουρμουρίσει λλίον, εκάτσαρεν τον πάλε του βούρου η Φωτού, όπως κάθε φοράν που της εμίλαν για την βαφτιστιτζιήν της. 

- Εν θωρείς ότι ως που πάμεν γερνούμεν; Αν μας τύχει τίποτε ποιόν άλλον έχουμεν για ποκούμπιν;

Κάποτε πάλε εσκέφτετουν ότι αν πεθάνει πρώτη η Φωτού, εν να μείνει μόνος του σαν την μαύρην γερημίαν. Ποιός εν να του μαειρεύκει; Ποιός εν να αντζιοπλυννίσκει; Ποιος εν να κρατεί το μαχαζούνι με τα κινέζικα;

Επισόδειον 5/5

Ρηάλια πολλά ο Θεορής άρκεψεν πραγματικά να κάμνει μετά το 1998. Ο ίδιος ο ταξιτζιής που του άννοιξεν τες δουλειές με τους τουρίστες, ήρτεν μιαν ημέραν τζι εζήτησεν του θκυο σσιλιάες λίρες δανεικά. Είπεν του ότι εν να του δώκει δκυόμισι σσιλιάες λίρες πίσω σε έξι μήνες. Στην αρκήν εν επίστευκεν ότι με τες μετοχές εμπόρειεν να διπλάσει τα ρηάλια έτσι εύκολα. Ο ταξιτζιής έκατσεν τζι εξήγησεν του είνταλοης δουλεύκει το πράμαν. Εδάνεισεν του τες με την προϋπόθεσην να του δώκει θκυο σσιλιάες οχτακόσιες μόλις τες πιάει πίσω. Έβαλεν του τζιαι το ταξίν υποθήκην αν δεν του τα δώκει πίσω.

Τες πρώτες του μετοχές ο Θεορής εγόρασεν τες εις το τρίμηνον, όταν ο ταξιτζιής ήρτεν να του ξοφλήσει το χρέος. Μόλις εδιπλάσαν οι μετοχές της τράπεζας, ο ταξιτζιής επούλησεν τες μισές τζιαι έφερεν του πίσω τα ρηάλια. Εκούρτισεν τον τζιαι παίζαν μαζίν. Ο ταξιτζιής είσιεν έναν γαμπρόν που εδούλεφκεν στην τράπεζαν τζιαι ελάλεν τους είνταλοης πρέπει να παίζουν.

Σήμμερα ο Θεορής δεν ιζιεί πιον εις το χωρκόν. Τζιείνον που εφοάτουν τον τζιαιρόν που ήταν σκάπουλλος, έπαθεν το τωρά που εγέρασεν. Μεινήσκει κάτω στην πόλην, σε έναν μέλαθρον ευγηρίας. Την ώραν που γράφεται η ιστορία, έπιαεν τα 87. Κάθεται ούλλη μέρα με τες πιζιάμες πας σε μιαν αναπηρικήν. Εχτύπησεν του το ππάρκισσον τζιαι ούτε κουτάλιν να φαει εν καταφέρνει να κρατήσει. Μπουκκώννουν τον οι νοσοκόμες σαν το μωρόν, είτε τ΄αρέσκει το φαΐν, είτε εν τ΄αρέσκει. Στην αρκήν έφτυννεν το άμαν εν του άρεσκεν, αλλά μιαν ημέραν έκοψεν τον μόνον του ττεναφάν μια αρκονοσοκόμα Κυπραία, τζιαι μόλις της το έφτυσεν, έδωκεν του τρεις ττοππουζιές μες τα πλαΐτζια τζιαι έστρωσεν τον να καταπίννει τζιαι να μεν λαλεί τίποτε.

Άμαν θωρεί την Κυπραίαν την πασιάν, κάμνει πους τζιοιμάται. Πολλές φορές σφίγγεται να μεν σιεστεί όσον είναι τζιείνη βάρδιαν. Προτιμά την Νίναν την Πολωνέζαν τζιαι την Σέλιαν την μαυρούν, που την ώραν που τον ιξισκατίζουν, εν του λαλούν λόγια που να τον κάμνουν να αντρέπεται.

Θα επροτίμαν να χάσει, όπως την κοτζιάκαρην την Μαρτούν που δεν καταλάβει είνταν που της γίνεται. Πριν να τα χάσει η κακορίζιτζιη, όρκιζεν τες κόρες της να μεν την βάλουν σε γεροκομείον. Τωρά που έχασεν, τζιαι πετάξαν την τζιει μέσα, λαλεί «ωσπολλάτε που ήβραν οι κόρες μου τουν την καμαρούν τζιαι νοικιάσαν μου δαμαί, να πααίννω να κάμνω λλίην παρέαν στο καβενούιν που έσιει πάντα κόσμον να μεν είμαι μόνη μου... Ο Θεορής όμως ιζιει το μαρτύριον να τα έσιει τετρακόσια. Μπορεί να τον επρόδωσεν το σώμαν του τζιαι να μεν του υπακούει ούτε καν για να συγκρατεί το κατούρημαν του, καταλάβει όμως τα πάντα ότι γίνεται γυρόν του.

Αν έξερεν είνταλοης ήταν ναν η συνέχεια της ζωής του, ήταν να τα κανονίσει να πεθάνει την ίδιαν ημέραν που πέθανεν η Φωτού, να μετανοήσει τζιαι να πάει στην δεξιάν του θεού, να ζήσει τζιαι την άλλην του ζωήν μητά της.

Την ώραν που επεθάνισκεν η Φωτού, εκαρτέραν να του πει ότι ήταν ένας άχρηστος κοτσιρόσσιυλλος που τίποτε εν εκατάφερεν εις την ζωήν του. Την ώραν που εψυχομάσιεν, ο Θεορής εσκέφτετουν ούλους τζιείνους τους κόπους που εγινήκαν καπνός του χρηματιστηρίου, που να όψεται ο ταξιτζιής που του έβαλεν το σκουλούτζιην του κουμαρκού. Την ώραν που την ετζιοινώναν ο Παπαπόντιος, τζιείνος εβασανίζετουν πως εν να της ιζητήσει να του σσυχχωρήσει που με την περιουσίαν που κάμαν μαζίν, εφάαν του τζιαι τον καβενέν που κληρονόμησεν τζιείνη που την οικογένειαν της. Έφερνεν εις τον νουν του την ώραν που ήρτεν ο Ζεμπύλας να τους ιφκάλει έξω τζιαι που το σπίτιν. Εθώρεν τους αρκάτες του να φκάλλουν την ταπέλλαν την τσίγγενην που έγραφεν «καφενείον» τζιαι να βάλλουν πλαστικήν με φλορένσες που να γράφει «Zembilas Souvenir Shop ». Εθώρεν ομπρός του την Φωτούν που εφορτόννετουν βριχτή τα έπιπλα με την Σβετλάναν να μετακομίζουν εις το σπιτούιν της αρφότεγνης της που τους έβαλεν έσσω να μεν τζιοιμηθούν μες τες στράτες. Τζιείνος εκόλιεν τζιαι χώννετουν πίσω που τους τοίχους να μεν φαίνουνται τα μμάθκια του που ετρέχαν, ενώ η Φωτού έκαμνεν την καρκιάν της πέτραν τζιαι έν ελάλεν λέξην. Εν ελάλεν λέξην όπως τζιαι την ώραν που εκαρτέραν τον χάρον να ρτει να της παρει την ψυσιήν. 

Εθώρεν την να σβήννει τζιαι εγύριζεν ώραν ώραν που την άλλην τζιαι σφόντζιζεν τα δάκρυκα του. Εφοάτουν εις τον τόπον της. «Ίνταλόις είναι άραγες σου την ώραν που εν να ξικολλά η ψυσιή της που το σώμαν της; Πόση εν ναν η βία πουν να νοιώθει την ώραν που εν να περνά που την άλλην μερκάν του κόσμου μόνη της με δίχα την ζωήν;» Η Φωτού την παραπάνω ώραν είσιεν τα ππάθκια της καμμημένα. Άννοιξεν τα την ώραν που την ετζιοινώναν ο Παπάς. Δεν εθώρεν ούτε τον Παπάν, ούτε τον Θεορήν. Εθώρεν στο πούποτε σαν να τζιαι η ζωή ήδη εγκατέλειψεν την. Έτσι εθώρεν τζιαι την ημέραν που εγκαταλείπαν το σπίτιν. Αθθημάτουν το ο Θεορής σαν να ήταν εχτές. Άμαν τζιαι φτζιόρώσεν το σπίτιν, έβκην τζιαι βάωσεν τζιαι εν εδίκλεισεν πίσω να το δει. Εθώρεν αόριστα στο πούποτε προς τον ορίζονταν ως την θάλασσαν, όπως εθώρεν τζιαι την ώραν που την εμεταλάβαν.

Ο Θεορής εκαρτέραν ότι πριν αν ξιψυσισει, πως εν να ννοίξει το στόμαν της τζιαι να του πει όσα εν του είπεν τζιείνην την ημέραν. Άμαν έφυεν ο Παπάς, άννοιξεν τα μμάθκια της πάλε τζιαι είδεν τον κατάμματα .Ο Θεορής ένωσεν την βράστην της ζωής τζιαι το ριόν του χάρου την ίδιαν ώραν να τον τυλίουν. Το βλέμμαν της ήταν όπως μιαν φοράν που άννοιξεν τα μμάθκια της σαν εκάμναν έρωταν. Πάντα είσιεν καμμημένα τα μμάθκια της άμαν εκάμναν έρωταν. Κάποτε, σπανίως, άννοιεν τα τζιαι σε τζιείνες τες στιγμές ένωννεν την ζωήν της με την ζωήν του. Εκαρτέραν να του πει για το σπίτιν, για τα ρηάλια, για τα παιθκιά που έν εκάμαν.

– Να άφτεις την καντήλαν των Αγίων. Είπεν του ήρεμα τζιαι πράα. 

Εκάμμησεν τα μμάθκια της τζιαι έν τα ξαναάννοιξεν πιον. Τζιείνην την στιγμήν εσκέφτην να κάμει κάτι να πάει μητά της. Να αφήκει την ζωήν του ενωμένην με την δικήν της. Ο Χάρος όμως ήρτεν να πάρει μόνον την Φωτούν.

Στο γεροκομείον τους φτωχούς, η τελευταία κοτζιάκαρη που φέραν μες ήταν η Λέλλα. Για καμπόσες ημέρες επόφεφκεν την ο Θεορής όσον έμπορεν. 

Μιαν ημέραν του Μάρτη, η Νίνα τζιαι η Σέλια εκατταρκάσαν τες αναπηρικές καρέκλες στο καταλιάιν. Έβαλλαν έναν γέρον, μιαν κοτζιάκαρην, έναν γέρον μιαν κοτζιάκαρην τζι εστοισιηματίζαν ποιος εν να ερωτετευτεί ποιαν. 

Τζιαι η Λέλλα είσιεν τα τετρακόσια. Μόλις είδεν τον Θεορήν δίπλα της εγρώνισεν τον.

– Ζιείς τζιαι σου κόμα; Λαλεί του η Λέλλα πειράζοντας τον. 

Ο Θεορής εν τζιαι εμείνισκεν πουκάτω.

– Αθθημάσαι που ελάλες ότι εν να καμμάς τα μμάθκια σου τζιαι να θωρείς λεβέντηες; Λαλείς της τζιείνος.
– Τελικά εσού είσαι ο καλός. Η ώρα μας κοντεύκει τζιαι πον να θέλει να ρέξουμεν την θάλασσαν να πάμεν που την άλλην πάνταν του κόσμου, με λεβέντηες εν να μας σώσουν με καλλονές. Μόνον η Παναΐα αν σε λυπηθεί τζιαι δώκει σου το σιέριν της. Εσού είσαι τυχερός που την επροσκύνησες τζιαι έσιεις τα καλά μιτά της, δοξάζω το όνομαν της τζιαι την χάρην τους. Ας με λυπηθεί τζιαι μέναν την αμαρτωλήν.
– Εγιώ έρεξα την θάλασσαν. Την ώραν που την επέρνουν, έν ήρτεν ο χάρος να με πάρει τζιαι άρπαξεν με ένας καλικάντζιαρος τζιαι έφερεν με δαμέσα. Είχαμεν διαφορές με κάτι ρηάλια που ελάλεν πους του έφαα. Είπεν πους εν εσεβάστηκα το συμβόλαιον τζιαι έφαα του το μερίδιον του. Έκαμεν με τζιαι μέναν καλικάντζιαρον τζιαι εβάωσεν με καμπόσα γρόνια φυλακήν μες τουν το νεκροταφείον. Έβαλεν μου τιμωρίαν να μεν ιφκαίννω έξω ούτε τα δωδεκάμερα ασσεν τζιαι λλίες νύχτες τον γρόνον να σιαίρεται έναν κουτσίν η καρκιά μου.
– Εν λαλείς ως πολλάται που μας ταΐζουν τζιαι ξισκατίζουν μας να μεν ιβρωμίσουμεν.
– Αν μεν ετράβουν πίσω τζιείνην την ημέραν με την καλικαντζιάραν, τουλάχιστον ήταν να μου μείνη η γλύκα τζιαι να με πάρουν μητά τους που τότες να μεν τραβήσω ότι ετράβησα.
– Μακάρι να εκαταλάβισκα ίνταν που θέλεις να πεις κακομάζαλε. Αλλον που ποθαμμένους τζιαι πελλούς εν ιβρίσκεις μες τουν το σπίτιν. Είπεν του η Λέλλα τζιαι μούλλωσεν τζιαι τζιείνη σαν τους υπόλοιπους. 

Που τους 8 γέρους τζιαι κοτζιάκαρες που εκάθουνταν ούλον το δείλης στο καταλιάιν, ήταν οι μόνες κουβέντες που ειπωθήκαν. Οι άλλοι γέροι εμαστουρώνναν ψία τζιαι κάμναν προπόνησην για την άλλην τους ζωήν. Η Νίνα τζιαι η Σέλια που τους επαρατηρούσαν κρυφά-κρυφά που το παράθυρον τους σπιθκιού, άλλα ενομίζαν πους ελαλούσαν. Μόλις τους είδεν η Σέλια να κουβεγκιάζουν, εμιτσοκάμμισεν της Νίνας τζιαι λαλεί της:

– Είες που είπα σου. Κέρτισα εγιώ σήμμερα κόρη. At four oclock you pay an ice cream τζιαι expresso στο κκαφέ.

Εμιτσοκάμμισεν της τζιαι η Νίνα τζιαι εσυνεχίσαν να διπλώννουν σεντόνια ως που να ρτει η ώρα τέσσερεις να βάλουν τους γέρους έσσω τζιαι να σκολάσουν.

26 σχόλια:

Aceras Anthropophorum είπε...

Κάποιοι αναγνώστες είπαν μου να φκάλω τες ιστορίες μου σε χαρτίν. Αποφάσισα να το κάμω σε μιαν μικρήν συλλογήν που θα έχει τρείς ιστορίες.

Ίσως το όνομαν που θα βάλω πας το βιβλίον θα είναι "Τρείς καβέες του Λαϊκού" τζιαι θα αποτελείται

1. Το βοσκαρέτιν
2. Τον Καβενέν της Αρνάκας που θα φάλω σε 5 μέρη, έναν κάθε σαββατοκυρίακον
3. Το φεντζιάνιν της Αγγέλας

Όσοι που τους αναγνώστες εν εθκιαβάσαν το 1 τζιαι το 3 θκαβάστε τα διότι σε μιαν εφτομάδαν θα τα φκάλω που το μπλογκ για τελικήν διόρθωσην. Ο καβενές της Αρνάκας θα αφαιρεθεί επίσης μόλις τελειώσει το τελευταίον επισόδειον.

dokisisofi είπε...

Kali epityxia Akeras!

bestman είπε...

Ωραίον τζιαι καλογραμμένον εν τζιαι τούτον το παραμύθι σου φίλε μου Ασέρα. Η Αρνάκα που συναφέρνεις, υπάρχει κάπου, οξά εν φανταστική;

kkai-Lee είπε...

Πράβο Aceras

Διάσπορος είπε...

Μάστορα εν καλή η ιστορία σου πολλά. Την ορθογραφίαν πέ μου, πού την τσιακκάρεις εσού;
Έπιασα έναν λεξικόν πολλά καλό. Του ρόη Παπαγγελου το ῾Κυπριακό Ιδίωμα῾ που εν πολλά καταυτίσημον.

Άτε, καρτερούμεν το μέρος ββού.

Aceras Anthropophorum είπε...

Γιά σας φίλοι μου. Η Αρνάκα υπάρχει στην Γαλλία για όσους μιλούν γαλλικά. Διάσπορε να φανταστείς ότι εν με αυτόν το λεξικό που εδιόρθωσα ότι εκατάφερα να διορθώσω. Χρησημοποιώ τον αυτόματον διορθωτήν το word, το google, τζιαι το βιβλίον που αναφέρεις. Τρώει όμως ώραν το διόρθωμαν, ιδίως άμαν στο σχολείο ήσουν τσαμπουκκάς τζιαι δεν έμαθες ορθογραφίαν.

stalamatia είπε...

Ασερα μου πολλά ωραίο ,χώρκα που έπιαμε η αγωνία, όι να αρκήσεις πολλά τη συνέχεια.
Μπράβο σου και καλή επιτυχία στο βιβλίο σου.Φιλούθκια.

avidaviva είπε...

Απ ουλα εχει η αρνακ σου !ερωτημα:η λεξη σκαλαπουνταρος ,που εμαθα, δεν ειναι δεδομενη για τους καλικαντζαρους στην Κυπρο η ειναι τοπικη ?

stalamatia είπε...

Λαλείς η σκαλαπουνταρού να ήταν ηΣβετλάνα και ο σκαλαπούνταρος ο Αντώνης ο αναγιωτός?Αχ μαύρε Θεορή τι σούμελλε να πάθεις.

Aceras Anthropophorum είπε...

Stalamatia θα έχεις παραπάνω ενδείξεις στο επόμενον επισόδειον τζιαι στο τελευταίον. Μεν σιασιάρεις.

Avidaviva δεν ξέρω για άλλες περιοχές τζιαι δεν ξέρω αν το σκαλαπούνταρος μου έρχεται από το Βαρώσι, τα Κοκκινοχώρια ή που τον Πενταδάκτυλον, πάντος για μέναν σκαλαπούνταρος τζιαι καλικάντζιαρος εν συνόνυμον του καλικάντζιαρος, ή κατα το σχολείον καλικάντζαρος. Εκοίταξα τζιαι στο λεξικόν Ροης Παπαγγέλου τζιαι έχει το για συνώνυμον, το ίδιον οναφέρει τζιαι ο Χαμπής στο βιβλίον του που αν δεν έτυχεν να δεις αξίζει τον κόπον.

Meropi είπε...

Πονηρούλης ο Θεωρής, αλλά και τσιγκούνης. Χα χα χα!!!
Αν κατάλαβα καλά θα βγάλεις σε βιβλίο τις ιστορίες σου? Καλή σου επιτυχία!

Kai Na Katharisoume Tous Kakomoutsounous είπε...

Υποκλίνομαι, Ασέρα, συνέχισε. Οι παραβολές είναι εκτός απο χρήσιμες και ευχάριστες. (θα ήθελα να συζητήσω καποια στιγμή συγκεκριμένα θέματα ορθογραφίας της κυπριακής λαλιάς αν και αυτό δεν είναι σημαντικό για την τωρινή σου δημοσίευση).

Aceras Anthropophorum είπε...

Bάσταξε Μερόπη να δεις. Τα κόζια εν πίσω κόμα.

Κακομούτσουνων καθαριστή είναι μεγάλον πρόβλημαν η μή τυποποίηση της γραφής της κυπριακής λαλιάς. Εμείς που είμαστιν ο τόπος που έδειξεν την γραφήν στους άλλους, χρησημοποιούμεν πιστόλες με τα ράμματα για να γράψουμεν την λαλιά μας.

Verity Devotee είπε...

Αγαπητέ Ασέρα πολύ καλή ιδέα το βιβλίο, μπράβο. Μπορεί να μεν σχολιάζω πάντα αλλά να ξέρεις ότι πάντα θκιεβάζω σε τζαι απολαμβάνω τες ιστορίες σου.

Ανώνυμος είπε...

ma en mas eipes oti en na vallis ena kathe savatokiriako re parea?

Aceras Anthropophorum είπε...

είπαμεν κάθε Κυριακήν αλλά εν είπαμεν είντα ώρα. Μάχουμαι τζιαι διορθώννω την ορθογραφία.

Ανώνυμος είπε...

panta sou eisoun tis telefteas opas re aerfin

Eva Neocleous είπε...

Πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία σου. Μπράβο και για τη χρήση της κυπριακής διαλέκτου.Δεν γράφουν πολλοί κύπριοι σήμερα στη διάλεκτο και μάλιστα με τόση ζωντάνια και αμεσότητα.Καλή συνέχεια με την έκδοση.

Aceras Anthropophorum είπε...

Χάτε τζιαι έβαλα σας το. Που Τζιερκατζιής πάλε. Την νύχταν α!! όι να έρτεται πρωϊν πρωΐν να με ξυπνήσετε. Να έχουμεν τζιαι λλίην ώραν να δουλέψουμεν. Δηλαδή Κυριακήν βράδυ, ότι ώραν τελειώσει.

Γιά σου Έυα. Ενδιαφέρον το ιστολόγιο σου.

Για σου τζιαι σέναν Verity. Ούτε τζιαι γω χάννω ανάρτηση σου.

Αέρφιν, ο νούρος του σσιύλλου εν ισιώννει, τζιαι ννα ισιώσει το πλάσμαν άμαν ρέξει τζιεί που την μισήν του ζωήν; Να δείς πον να πεθάνω καμιάν φοράν ότι ακόμα τζιαι τζιειαμαί εν να είμαι αργοπορημένος.

stalamatia είπε...

Βρε τον θεορή τον αχόρταγο τον ξιμαρησμένο.Να του βάλεις μεγάλη τιμωρία.Χαντοί ουλλοι τους έτρωεν τους τα ριάλια μια χαρά.

vikar είπε...

Εν κουρμπάτζιν που γυρεύκεις που κάποιους που μας που εν παραδοσιακής ηθικής.
Γινίσκεται, σιόρ, γέρος άδρωπος να γυρεύκει έτσι πράμματα?
Είδες τι παθαίνει ο άδρωπος αν πιάει στα χέρια του πέντε παράες?

Προχώρα, προχώρα!!!

vikar είπε...

Τοππούζιν κουρμπάτζιν

Λεμέσια είπε...

Σα να το βλέπω μπροστά μου το καφενούι, ολοζώντανη η απόδοση και πολύ ενδιαφέρουσα η πλοκή.

Αναμένουμε τη συνέχεια...

Anef_Oriwn είπε...

Αγαπητέ Aceras,

Ωραία η ιστορία σου – με το χωρκάτικο και παραδοσιακό της περιεχόμενο (την πλοκή και την εξέλιξη της) να παντρεύεται τέλεια με την κυπριακή διάλεκτο, αλλά και τα διάφορα περιστατικά (και επεισόδια) όντως βγαλμένα μέσα από την πραγματικότητα. Απεικονίζουν πολύ παραστατικά την κατάσταση και τη ζωή στην ορεινή Κύπρο και δη στα αμπελοχώρια (κρασοχώρια) της Λεμεσού (κι όχι μόνο). Τα χωριά αυτά, την τελευταία δεκαετία απέκτησαν τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται κυρίως στο τρίτο μέρος της ιστορίας σου στην φανταστική Αρνάκα, που θα μπορούσε να ήταν λόγου χάριν, οι Κέδαρες, το Όμοδος, το Φοινί (αναπαλαίωση παλιών οικοδομών, ανάπτυξη του τουρισμού σ’ αυτά τα μέρη, δημιουργία ιδιωτικών μουσείων).
Η ιστορία γίνεται ακόμα πιο συναρπαστική με τις σταγόνες ερωτισμού με τις οποίες είναι διανθισμένη ... (Άραγε εν να του καϊλίσει, του Θεορή, καμία κορού μέχρι το τέλος;)

Να πω επίσης ότι η όλη ιστορία με τις ερωτικές επιθυμίες του γερο- Θεορή μου θύμισε κι ένα (γνωστό) ανέκδοτο με δύο γέρους Αγιανναπίτες:
Που λετε δύο γέροι κάθονταν σ’ ένα παραλιακό εστιατόριο στην Αγία Νάπα και ρεμβάζανε την παραλία και τη θάλασσα θαυμάζοντας τις καλλίγραμμες θηλυκές υπάρξεις που κοσμούσαν την πλαζ. Κουβέντιαζαν αναπολώντας τα χρόνια της νιότης τους:
Α΄ γέρος: Θυμάσαι ρε Ττοουλή, τότε στον τζιαιρόν μας που για να δεις τον κώλον της γεναίκας έπρεπε να ταράξεις στο πλευρό το μαγιό της;
Β΄ γέρος (με βαθύ αναστεναγμό): Θυμούμαι ρε Ττοφή, καλό εν θυμούμαι ...
Α΄ γέρος (συνεχίζει - κι αυτός αναστενάζοντας): ... Σήμερα που λαλείς, για να δεις το μαγιό της γεναίκας πρέπει να της ανοίξεις τα κωλομέρκα της ...!

Τέλος ένα ερώτημα και μια μικρή επισήμανση:
1. Ξέρεις από που προέρχεται η ονομασία «πατερημή» για το κομπολόι;
2. Δεν ξέρω αν είναι συμπτωματικά που έτυχε να χρησιμοποιήσεις το όνομα Σβετλάνα ή σκόπιμα γιατί το γνωρίζεις, όμως το Σβετλάνα (ή πιο σωστά Σβέτλα στα βουλγάρικα) μεταφράζεται (στα ελληνικά) σε Φωτεινή!

Anef_Oriwn
Πέμπτη 15/1/2009 – 8:32 μ.μ.

stalamatia είπε...

Το άλλον ανέκδοτο το ξέρετε?
Άσπρο μαλλίν να με θωρείς που εν όπως το παμπάτζιη εσούνη τούτη να θωρείς πουν όπως το καβάτζιη.

Καληνύκτα.

Aceras Anthropophorum είπε...

Παρερημή προέρχεται πιθανών από το Πάτερ ημών. Οι παλιοί επερνούσαν την ημέραν τους να αφήννουν μιαν χάντραν της πατερημής να ππέφτει αρθώννωντας μια λέξη του πάτερ ημών. Πολλές πατερημές έχουν 40 χάντρες όσες τζιαι οι λέξεις του πάτερ ημών. Έτσι μου έμαθεν πάντως ο παππούς μου.

Είναι εντελώς τυχαίον που Σβετλάνα σημαίνει Φωτεινή. Επαίζετουν μεταξύ Σβετλάνα τζιαι Πλεμέγκα αλλά τελικά το Πλεμέμκα έβαλα το στην επόμενην ιστορίαν.

Εξελίξεις τζιαι ανατροπές στες ερωτικές τζιαι επιχειρησιακές δραστηριότητες του Θεορή θα έχετε την επόμενη τζιαι μεθεπόμενην Κυριακή.

Vikar μα αφού έν του έτυχεν του κάημενου που ήταν μιτσής, έν εν κρίμαν αν πάει ατζιοινώνητος;