Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Οι έρωτες των υμενοπτέρων

Μιαν τζαι είμαστιν εις τα σαλέπια, να σας βάλω τζαι μιάν σχετικήν ιστορίαν που εδημοσίευσα στον Πολίτην για τζείνους που δεν είχαν την ευκαιρίαν να την θκιαβάσουν. Αυτήν την ιστορίαν την είχα αφιερώσει στο Ηλήθιον Αγρινόν, στην Βέριττυ, στην Εβίταν, στον Ζάππα, τον Φιρφιρήν τζαι την Ψυχία, οι οποίοι με ενέπνευσαν κατα πολύ με τες ιστορίες για έρωτες που πολλές φορές δημοσιεύουν στα μπλογκ τους.


Μιαν φοράν τζαι έναν τζαιρόν,

Πας έναν φτέρος σιέρισσον τζαι ξερόν, εξιπούλιασεν έναν μελισσούιν άουρον τζαι τρυφερόν. Γαντζωμένον πας το κουκκούλιν του, στ΄αγγάθκια μιας παλλούρας, έπλωσεν τα φτερά του να τα στεγνώσει στον νήλιον που μόλις ανάτελλεν. Ήταν Απρίλλης τζαι νεστένναν οι τόποι θρουμπίν. Τ΄ανάρκα ΄γκάθκια τζαι φυτά π΄ανάγιοννεν η καυκάλλα εσιέρουνταν τες τελευταίες δροσιές, πριν να ΄ρτει η κάψα του Μά να τα κρούσει.

Η αυκή εξημέρωσεν μιαν όμορφην ανοιξιάτικην ημέραν. Μόλις εστέγνωσεν το μελισσούιν, άρκεψεν να παίζει μουθκιασμένα τζι άγαρπα τα φτερά του στον αέραν. Λλίον λλίον εξιθάρεψεν τζαι έπαιζεν τα πιο δυνάμενα τζαι πιο αεράτα. Ένωσεν ξαφνικά το κορμίν του να αλαφρινίσκει τζαι να εγκαταλείπει το κουκκούλλιν που τον ανάγιωσεν τζι έκαμεν τον μελισσούιν.

Φακκά μιαν του φτερού του, εβρέθην μεσούρανα. Οι διάφανοι του υμένες απάλλουνταν στες συχνότητες του ήχου ζου. Ζου τζαι ζου τζαι ζου ζου ζου, το κορμίν του εγλύστραν τζι επασπάτευκεν τες πυκνότητες του αέρα. Τα πολυκρύσταλλα μμάθκια του ανακαλύφκαν που τζει πάνω ψηλά τον κόσμον της καφκάλλας.

Μακριά στον ορίζονταν εσιάστην μιαν μορφήν που το έκαμεν να νοιώθει παράξενα. Το δείν του εκόλλησεν για μερικές στιγμές στην κατεύθυνσην της. Τα φτερά του οδηγήσαν τον σφήναν πάνω της. Τα σχήματα, τα χρώματα, η υφή της μυστηρίου ωραίας εμεθκιούσαν του τα μυαλά. Ήταν σίουρον ότι του ήταν γνώριμα που μιαν προηγούμενην ζωήν, τζαι πους μέσα στο ριζικόν του ήταν γραμένον να τ΄αποχτήσει.

Μόλις εκόντεψεν, εχαμήλωσεν ταχύτηταν τζαι γυρόφερεν κόρτες σέρτικες. Άφηκεν τον πέτημαν του να κυβερνάται που μια ορμή γλυτζιάν, πο φούντωννεν που τες μυρωδκιές τζαι τα ηλεκτρομαγνητικά ερεθήσματα που εξέπεμπεν η ωραία. Επροσγειώθην με ακρίβειαν τζαι αποφασιστικότηταν, θαρρείς τζαι η κίνηση του ήταν προκαθορισμένη που τα γονίδια του. Τα άκρα του εχωθήκαν μέσα στα γκάλια της μαγικής ύπαρξής, που ξαπλωμένη όπως ήταν, εδέχτηκεν το σώμαν του μαλακόττερα τζαι που μεταξωτόν σεντόνιν. Η τρυφεράδα του ξένου κορμιού έκαμεν το νιόφκαρτον υμενόφτερον να χάνεται τζαι να γίνεται έναν με τη γλυκείαν.

Σε μιαν στιγμήν ένωσεν κενόν νέκρας. Μια θλίψη εισέβαλεν καλπάζουσα τζαι σε κλάσματα δευτερολέπτου εγίνην κυρίαρχη, αφαιρώντας το νόημαν τζαι τον λόγον ύπαρξης της κάθε κίνησης. Ταραμένον το μελισσούιν εξαπόλισεν το ταίριν του τζι επέτησεν μακριά. Πρίν να φτάσει να πετήσει ορκές τρεις, εδιάκρινεν εις το βάθος του ορίζοντα μορφήν άλλην, να τον τραβά με περίτου δύναμην. Ο έρωτας του εφάτσησεν ξανά αλύπητα. Έσιισεν πάνω στο τζουνούρκον ταίριν με την ίδιαν δύναμην τζαι πάθος παραπάνω. Οι κινήσεις επαναλαμβάνουνταν καθορισμένες με την ίδιαν ακρίβειαν. Το γλυτζύν όμως συναίσθημαν επαραδώθηκεν ξανά ανεκπλήρωτον εις το ίδιον άψυχον κενόν. Ένωσεν το ταίριν του να τον εγκαταλείπει, παρόλον που τζείτετουν τζιαμέ σαν την θεάν. Εξαναδοτζίμασεν πέρκη την αναστήση.

Δεν επολοήθηκεν, ψάς τζι ήτουν φύλλον ξερόν με δίχα ψυσιήν.

Ήτουν η ωραιοτέρα. Οι γραμμές της, τα πλουμιά της, τα χρώματα της, ήταν τόσον όμορφα, τόσον τέλεια που φαντάσσαν ψεύτικα. Εξανάσφιξεν την πάνω του δυνατά. Η ωραία με ετάρασσεν με ανάπνεεν.

Σάν εμάσιετουν να την αναστήσει, ένωσεν έναν άνεμον να σηκώνεται τζαι να τον σηκώνει. Ο νήλιος εχάθην πίσω πο κάτι σύννεφα μαύρα που βουρούσαν λαομένα προς την μερκάν της ανατολής. Μια βροντή εκούφανεν τους τόπους. Έναν στροβίλιν άρπαξεν τον τζαι βούννησεν τον 100 ορκές πέρα. Σταγόνες βροσιής αρκέψαν να σπουρτούν πας το κορμίν του τζαι τα λεπτοκαμωμένα του φτερά. Μες την απόγνωσην έκαμεν ότι εμπόριεν για να γλιτώσει που τον κατακλυσμόν. Εφήρτην να μεν θωρεί. Όταν εσυνήρτεν, εκατάλαβεν ότι εβρέθην σε τόπον σίουρον, χωσμένον μες τον κάλυκαν μιας ορχιδέας επ’ονόματι Σεράπιας Βομεράκια.

– «Καλώς τον.» λαλεί του το φκιόρον.
– «Καλημέρα, πού βρίσκουμαι;»
– «Είσαι έσσω μου.»
– «Μα πώς εβρέθηκα δαμέ;»
– «Άϊς τά, μεν τα γυρεύκεις. Ούτε το πρώτον, ούτε το τελευταίον υμενόφτερον είσαι που βρίσκει καταφύγιον σ΄έναν Σεράπιας, μετά που την ανεμοπουμπούραν.»
– «Πρέπει νά΄σαστειν καλά πλάσματα. Ο θεός να ευλοά τους Σεράπιας του κόσμου ούλλου.»
– «Είμαστεν απλά τζείνον που είμαστεν. Ευτυχώς που τζαι τα υμενόφτερά είναι τζείνον που΄ναι. Αν θέλεις να παρακαλέσεις τον θεόν για κάτι, να τον παρακαλέσεις να έσιει υμενόφτερα πάντα τζαι να ΄ναι όπως είναι.»
– «Τζαι γιατί;»
– «Διότι έτσι όπως είναι μπορούμεν να βασιζούμαστεν πάνω τους. Αν αλλάσσουν συνέχεια..., ξέρεις εσύ;»
– «Δεν καταλάβω τίποτε»
– «Αρκέφκω να σε δυσπυρκώ μελισσούιν. Είσαι νέος τζαι πρέπει να σου τα πούν ούλλα για να χαπάρισεις.»

Το μελισσούιν έθελεν να του μιλήσει τζαι για τον σεβτάν του πριν την καταιγίδαν, μα ο Σεράπιας εν εφαίνετουν να σιεν όρεξην για κουβένταν. Η βροσιή επέρασεν τζαι το υμενόφτερον επέτησεν τζι έφυεν που το καταφύγιον του.

Φκαίνοντας που το φκιόρον, εσκεύτετουν κόμα την ωραίαν που του έκλεψεν την καρκιάν. «Λαλείς να την ιξανάβρω, λαλείς να επέζησεν που το τον κοσμοχαλασμόν;»

Είδεν τον ουρανόν πάλε μπλέ. Οι ακτίνες του νήλιου, εχρωματίζαν με τα χρώματα του ουρανίου τόξου. σιιλιάδες σταγονούες νερού πας τα φύλλά. Εθώρεν την νοσιάν του μες σε μιαν σταγόναν ως την ώραν που τον εσυντρόμαξεν ένα ζουζουνιτόν. Εδείκλισεν πίσω του τζαι εβρέθην μπροστά σ΄έναν άλλον πλάσμαν που του ΄μοιαζεν. Μόλις έφκαιννεν τζαι τζείνον που τον Σεράπιας του τζι εστέχνωνεν τα υμενοκάμωτα φτερά του.

Ένωσεν την καρκιάν του να χτυπά όπως την πρώτην φοράν μόλις εύκαιννεν που το κουκκούλλιν. Μια έλξη ακόμα πιο δυνάμενη εκυρίεψεν του την ύπαρξην. Ταυτόχρονα, ένας φόος εσυγκράταν τον να μέν δώκει μέσα που την πρώτην. Η εμπειρία της σύντομης του ζωής έμαθεν του ήδη ότι το τσίμπημαν της καρκιάς, μπορεί να συνοδεύκεται που την οδύνην της εγκατάλειψης τζαι του χωρισμού. Μετά που έκαμεν έναν βήμαν ομπρός, έκαμεν δκιο βήματα πίσω. Η απόσταση όμως μεταξύν τους έμεινεν η ίδια διότι ακριβώς την ώραν που ετράβησεν πίσω, το άλλον υμενόφτερον επροχώρησεν μπροστά. Εσταθήκαν ακίνητοι για καμπόσες στιγμές να θωρούν ο ένας τον άλλον με περιέργειαν. Ως που εκοιτάζουνταν, η έλξη εφούντωνεν. Τα επόμενα βήματα ήταν το ίδιον αυθόρμητα όσον τζαι τα προηγούμενα, εσυνέβησαν ταυτόχρονα, μόνον που την φορά τούτην ήταν προς την ίδιαν κατέυθυνσην. Η απόσταση που τους εχώριζεν εμίτσιανεν πολλά. Μια προσπάθεια 2 βημάτων μιτσιανίσκει την απόστασην κατά 4 άμαν εν συντονισμένη. Η έλξη μεταξύ συμβατών στοιχείων εν όπως τον μαγνήτην. Ώς που τον κοντεύκεις παραπάνω τραβά.

Εβρεθήκαν κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Η κίνηση, τα χάθκια, η επαφή, εφαίνουνταν πρωτόγνωρα, μοναδικά, μαγικά. Το υμενοφτερούιν δεν εμπόριεν να καταλάβει τι υπήρχεν το διαφορετικόν που τες άλλες φορές. Για μιαν στιγμήν εσκεύτην πως ήταν ότι τούτην την φοράν απλά ήταν ούλλα αληθινά. Τζαι όμως, ήταν σίουρον ότι τζαι τες άλλες φορές τα πράματα εσυνέβαιναν μες την πραγματικότηταν. Ο παλιός του πόνος ούτε ψευδαίσθηση ούτε φαντασίωση ήταν.

Για μιαν στιγμήν, ένωσεν την ανάγκην να γυρίσει πίσω στον τόπον του πρώτου χωρισμού για να καταλάβει. Μόλις έκαμεν να πετήσει, εσυνειδητοποίησεν ότι τα περασμένα πολλά λλίην αξίαν έχουν μπροστά στο μέλλον.

Η συνάντηση ήταν τόσον κοινή όσον τζαι τα εκατομύρια συναντήσεις μεταξύ υμενοπτέρων πας την καφκάλλαν, απο τζαιρους ανιστόρητους. Ήταν ταυτόχρονα τζαι τόσον μοναδική, ακριβώς διότι ήταν η συνάντηση τούτων των θκυο υμενοπτέρων τζαι όϊ άλλων. Η συνάντηση τούτη συμβαίννει μίαν τζαι μοναδικήν φορά στην ζωήν του υμενοφτέρου.

Όταν τα θκυο υμενόπτερα εφτάσαν εις τα γεράματα τους, εθκιεβάζαν σ΄έναν βιβλίον βοτανικής για υμενόφτερα:

«Οι ορχιδέες εν έναν πολλά ιδιότυπον είδος φυτού. Η επιβίωση του εν πολλά λεπτή υπόθεση. Οι σπόροι του εν τόσον μικροσκοπικοί που εν περιέχουν σχεδόν τίποτε μέσα για να ταΐσουν τον πρώτον βλαστόν που θα ξιπολιάσει. Συμμαχούν λοιπόν με έναν είδος μύκητα, του οποίου διούν να τρώει κάτι μικροστοιχεία που τ΄αρέσκουν. Στα μιλιούνια σπόρων που αναγιώνει έναν φκιόρον, ένας ή θκιό θα καταφέρουν να βλαστήσουν αφού πρώτα μισοφαηθούν που τον μύκηταν. Μετά, το βλαστάριν θα φάει τζείνον με την σειρά του τον μύκηταν ως που να μπορέσει να μεγαλώσει, να φκάλει ρίζες δικές του, τζαι να τρέφεται που το χώμαν. Τζαι δεν μιλούμεν για οποιονδήποτε χώμαν. Αν εν πολλά όξινον, το βλαστάριν θα φθίσιάσει τζαι θα χαθεί. Αν εν πολλά ξερόν, θα ξεράνει. Αν εν πολλά υγρόν, θα σαπίσει. Αν εν πολλά πλούσιον, άλλα φυτά πιο ευκολονίωτα εν να του φάν τον τόπον.

Οχτώ χρόνια ύστερα, αν ούλλα παν καλά, η ορχιδέα θα κάμει το πρώτον της φκιόρον. Παράγει όμως τόσον λλίον νέκταρ, πολλές φορές τζαι καθόλου, που καμία μέλισσα, πουμπουρία, ή πεταλούδα, θα δεικλίσουν να την δουν για να την επικονιάσουν. Περιμένουν λοιπόν που τον άνεμον. Μα ο άνεμος διά τόσην λλίην πιθανότηταν εις την γονιμοποίησην, που το κάθε είδος ορχιδέας ήβρεν δικήν του πανουργίαν για να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του τζαι να επιβιώσει. Οι Σεράπιας Βομεράκια για παράδειγμαν, προσφέρουν καταφύγιον εις τα έντομα για να διανυκτερεύσουν ή για να γλυτώσουν που τες καταιγίδες. Περνώντας που φκιόρον σε φκιόρον, τα έντομα κάμνουν τους την ευκολίαν τζαι μεταφέρουν τους την γύρην.»

Το υμενόφτερον αθθυμήθην την κουβένταν που ΄κοψεν μια φοράν με το φκιόρον, τζι εκατάλαβεν επιτέλους τι έθελεν να του πει.

– «Τα έντομα που λαλεί εν εμείς» εξήγησεν της καλής του, τζαι εσυνέχισεν να της θκιαβάζει την ιστορίαν.

«Ο Όφρυς Απίφερα εφαρμόζει άλλην στρατηγικήν. Μεταμφιέζει το φκιόρον του σε έναν είδος υμενόφτερου τζαι εξαπατά τους νέους, τους άφκαρτους, τζαι ατζιαμήδες αρσινικούς, που τους τραβά η εμφάνηση τζαι θωρούν μόνον την μόστραν. Τα νεαρά υμενόπτερα, ώστι να δώσουν πας το πραγματικόν τους ταίριν, ψευτοζευκαρώνουν με θκυο τρεις αθθούς. Εν τω μεταξύ, φέρουν εις πέρας τον ρόλον που τους ανέθεσεν η φύση τζαι διασφαλίζουν την επιβίωσην του Όφρυ Απίφερα – δηλαδή, όπως λαλεί τζαι τον όνομαν του, του Όφρυ μέλισσαν φέροντος, ενός που τα ομορφόττερα τζαι τα πιο εκλεπτυσμένα φκιόρα που βλαστούν πας τα φτέρη της Μεσογείου.»

Το υμενόφτερον εδάκρυσεν έναν δάκρυν υμενοφτέρου, αθθημούμενον τους πρώτους του έρωτες. Εσφόντζιισεν διακρυτικά τα μμάθκια του, έπιαεν την κοτζιακαρούν του πρατσιέ, τζαι πήαν να βρουν κανέναν Σεράπιας να περάσουν την νύχταν πριν να ρτει η κάψα του Μάη.

Εζήσαν τζείνοι την σύντομην ζωήν που τους ανάθεσεν η φύση καλά, τζαι μείς την μακρυάν μας καλλύττερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: