Δευτέρα, 14 Αυγούστου 2017

Αισιέ, Ζαλιχέ, Ντελιβάζ, Γκιουλντανέ



Μαράθα, Σανταλάρης, Αλόα
Muratağa, Sandallar Atlılar
14 Αυγούστου 1974

την ώραν που εφέφκαμεν εμείς που το Βαρώσι μας, λλία μίλια πάρα τζιει εσσιέπαζεν ο σιοίρος την Αισιέν, την Ζαλιχέν, την Ντελιβάζ, την Γκιουλτανέ...

εγίνηκα 40 χρονών να μάθω πως είσιεν χωρκόν που το αλαλούσαν Μαράθαν.


Aceras Anthopophorum. Μάρτης 2009.

Η εξομολόηση της κυρίας Πετρούλλας.

Η κυρία Πετρούλλα θα κοντεύκει  τα ογδόντα. Κάθεται μπροστά που τον πάτερ Γεώργιον τζιαι εξομολογείται με  φωνήν κρυάν όπως τον πάον. Κρατεί το πρόσωπον της σκλερόν σαν το ξύλον τζιαι έσιει τα σιέρκα της δημμένα μες την ποθκιάν της. Ο παπάς ακούει την μαγνητισμένος.
«.Έμπηκα μέσα στην κάμαρην τζιαι είδα τα ρούχα του βουννημένα χαμαί βουνάριν.  Είπεν μου να τα πλύννω, γιατί εξημαρίσαν που εσφάξαν σιοίρον εις του Μανώλη τζιαι έθελεν τα επείγον. Εσυνάουνταν κάθηνύχτα σε τζιείνον το περβόλιν που την ημέραν του πραξικοπήματος. Στην αρκήν εγλέπαν καμιάν δεκαρκάν Μακαριακούς τζιαι κουμμουνιστές που εκρατούσαν μες την αποθήκην, ως που να τους δικάσουν. Ύστερα που εγίνην η εισβολή τζι επέψαν τους ούλους εις τον Βουφαβέντον, τζιείνοι εσυνεχίσαν να συνάουνται τζιει κάτω να κάμνουν σούβλες, για να περνά η νύχτα που εγλέπαν το χωρκόν που τους Τούρκους.
Μόλις είδα τα ρούχα τα ολομάτζιελλα ήρτεν μου αναουλιατός. Ανακάτσιουν τα γαίματα που μιτσιά. Που ήμουν 17 γρονών, εζήτησεν με ο Κκολός ο κασάπης τζιαι είπα όι. Η ιδέα να πλυννίσκω τες ποδκιές του τες ξημαρισμένες με τα γαίματα απόθαν με, τζι ας ήταν το πιο όμορφον λεβεντόπαιδον του χωρκού.
Στην αρκήν εμάχουμουν να διπλώσω σιγά - σιγά τα ποινάρκα του παντελονιού τζιαι τα μανίτζια του πουκαμίσου της παραλλαγής, προσέχοντας να μεν ιντζίσω πας τες τάτσες με το γαίμαν. Ήταν αδύνατον. Είσιεν τόσον γαίμαν πας τα ρούχα, παντές τζι ήτουν τζιείνον που σφάξαν. Διπλώννοντας το πουκάμισον, παρόλον που πρόσεχα, έντζισεν ο μιαλιώνας μου πας σε μιαν τάτσαν γιαίμαν πηχτόν που τράβησεν το παννίν του μανιτζιού.
Εβούρησα σαν την πελλήν εις την φουντάναν να θκιακλίσω το σιέριν μου να φύει η ξημαρισιά του γαιμάτου. Το νερόν ήταν κομμένον. Έπιαεν με πανικός. Βουρώντας να βρω την βάτταν με το νερόν, ένωθα το δαχτύλιν μου σαν να τζι εβούττησα το μες το ασίτ της παταρίας τζι εκατάτρων μου το. Έρκετουν εις τον νουν μου το χτηνόν την ώραν που του έμπηεν ο γιος μου το μασιαίριν μες τον βούρκουραν. Εθώρουν το να σπαρταρά νώθοντας το κορμίν του να φτζιερώννει που το γαίμαν του. Εθώρουν το γαίμαν να πυτά που το κόψιμον του λαιμού τζιαι να πιτσυκλιάζει το χώμαν τζιαι τα ρούχα που έπρεπεν να πλύννω. Εκόφκουνταν τα πόθκια μου που το ανακάτσιασμαν. Εθώρουν το χτηνόν να τρεμολοά τζιαι να πορτοκλωτσά παλεύκοντας με τον θάνατον, τσυλλημένον χαμέ που τέσσερις αδρώπους. Ένόμιζα πους ήταν να φκει η ψυσιή η δική μου. Οι εικόνες εβουρούσαν μες τον νουν μου αλλά δεν εκολλούσαν η μια με την άλλην.
Η βάττα ήταν όφκαιρη. Που την ημέραν που ερίξαν πόμπες οι Τούρτζιοι πας το τιπόζιτον του χωρκού, το νερόν εν εξανάτρεξεν τζιαι οι οικονομίες ελείφκαν η μια μετά την άλλην. Η ξημαρισιά πας τον μιαλιώναν μου έκρουζεν παραπάνω. Έπαθα σαν την άρρωστην. Δεν έξερα που εν να βρω νερόν να καθαριστώ. Εσκέφτηκα την ποτίστραν των όρνιθων. Εξαπόλυσα την κούζαν τζι εβούρησα μες την αυλήν. Εκουτσούβλησα πας το κατώβλιον τζιαι έππεσα χαμαί. Εκατάχταρα τα γόνατα μου τζιαι τρέχαν γαίμαν. Εφοήθηκα να τα σφοντζίσω, άμπα τζιαι νεκατώσω το γιαίμαν το δικόν μου με το γιαίμαν που ήταν πας τα ρούχα. Μόλις εκόντεψα του γουμά ετσιππώσαν οι όρνιθες πας την πόρταν τζι εκακκαρίζαν, σαν να τζιαι κόλλησα τους την πελλάραν την δικήν μου. Ενομίσαν πως τους έφερνα νερόν να τες ποτίσω που εκαγιάσαν τα χτηνά που την δίψαν.
Έπιαεν με παραπάνω πανικός. Εν έξερα τι μου εσυνέβαιννεν. Ήταν σαν να τζιαι ένωθα τα πράματα που γινήκαν πριν να τολμήσω να τα σκεφτώ. Δεν έξερα που εν να βρω νερόν. Εβούρησα στο εικονοστάσιν. Είσιεν μιαν ποτσούν μπλε με αγίασμαν, ποτζιείνες που εν μπλεγμένες σαν το καλαθάκιν με σύρμαν πλαστικόν. Εκρέμμετουν δίπλα που την εικόναν του Άι Γιωρκού, δοξάζω τ΄όνομάν του. Έφερεν μου την η στετέ μου η Πετρού που τον Άιν Τάφον τζιαι φύλαα το για καμιάν περίστασην ανάγκης. Που τον σιασιαρισμόν μου εκουτούκλησα το ούλον. Το μόνον που σκέφτουμουν ήταν να ξορκίσω την ξημαρισιάν που ένωθα κολλημένην πας το σιέριν μου. Άμα εσυνήρτα, ήμουν πολλά θυμωμένη που εκατάριψα ούλλον τ΄αγίασμαν τζιαι εν εφύλαξα τζιαι λλίον για την περίστασην, έτσι μέρες πολέμου που επερνούσαμεν.
Εστράφηκα μες την κάμαρην τζι εφόρησα δκυο κλάτσες πας τα σιέρκα μου, πέρκι καταφέρω να συνάξω τα ρούχα τα ματζιελλωμένα που χαμέ με χώρις να τα ντζίσω. Άμαν τζι έππεσεν η αγωνία μου, αρκέψαν οι σκέψεις να γυρίζουν μες τον νουν μου. “Γιατί τόσην βιασύνην να πλυθθούν τα ρούχα;” Τζιαι κλεψιμιόν να ήταν το χτηνόν, κλεψιές εκάμαν εκατόν τζιαι εν εφοηθήκαν να τους πιάουν. Το σπίτιν ήταν γεμάτον τηλεοράσεις, χρυσαφικά, ράδια κλεψιμιά. Ακόμα τζιαι μιαν ξώπορταν καρυθκιάν εφέραν μου έσσω οι γιούδες μου που τα τούρτζικα. Γιατί ήταν τόσον επείγον να πλυθθούν τα ρούχα;
Το ανακάτσιασμαν που τα γιαίματα ανακούτρευκεν μου τα στομάσια μου τζιαι έβαλλεν μου ιδέες που μ΄εκάμναν να νομίζω πως επέλλανα. Εθώρουν τα γαίματα του γεννόπαννου που ετύλιξεν η μαμμού τον Κωστήν μου, μόλις εγεννήθην, τζι άκουα το  κλάμαν του μωρού να χάννεται μέσα σε κρότους που πόμπες τζιαι ττουφετσιές του πολέμου. Η ώρα που εγέννησα τον Κωστήν μου ήταν η πιο όμορφη ώρα της ζωής μου. Έρκετουν τζιείνη η στιγμή στον νουν μου, αλλά έρκετουν την ίδιαν ώραν τζιαι η έννοια του Μιχάλη μου, που εν έμεινεν στο χωρκόν τζι επήεν να πολεμήσει στον Πενταδάκτυλον. Εθώρουν εφιάλτες όξυπνη.
Έβαλα το πουκάμισον τζιαι το πεντελόνιν τα ολογαίματα μες σε μιαν τσεντούν νάυλον να μεν τα νεκατώσω με τα άλλα ρούχα τζιαι να τα πλύννω ξεχωριστά. Εσύναξα τζιαι τες κλάτσες, τες  βρωμισμένες των αρβύλων τζι έπιασα τες να τες βάλω μες το καλάθιν με τα ρούχα τα κανονικά, να τες πλύννω άλλην ώραν. Έπιασα που χαμαί τζιαι το σώβρακον το ξημαρισμένον. Επήα να το πιάσω άνεννοια, όπως εσύναα πάντα τα σώβρακα που χαμαί που την ημέραν που τους έφκαλα τες πάννες τζι εμάθαν να ντύννουνται μόνοι τους. Μόλις το εσήκωσα που το λάστιχον, είδα μιαν κότσινην τάτσαν πας την δρακοθηλιάν.»
Η κυρία Πετρούλλα έσσιυψεν κάτω να μεν την θωρεί ο παπάς μες τα μμάθκια. Αντρέπετουν να την δει να κλαίει. Πριν να φύει που έσσω της, υποσχέθην εις τον εαυτόν της να κάμει την καρκιάν της πέτραν να τα εξομολοηθεί ούλλα, χωρίς ούτε να δειλιάσει, ούτε να κλάψει. Άπαξ τζι εράισεν η φωνής της, εν εμπόρηεν πιον να κρατηθεί. Στην αρκήν ετρέχαν μόνον τα μμάθκια της. Εσιώπησεν να πάρει ανάσαν τζιαι να καταπιεί τον κόμπον της πίκρας που έκατσεν μες τον λαιμόν της. Άμαν τζι εφτάσαν τα μμάθκια τζι ετρέξαν, το κλάμαν εγίνην νεκάλιον. Η ογδοντάχρονη σκλεράδα εμεταμορφώθην σε τρυφεράδα μιας κορούας των πέντε χρονών. Εσυνέχισεν να μιλά με λυγμούς στην φωνήν της κλαίοντας.
“ Με δίχα να το θέλω έμπηξα μιαν τσιριλιάν σαν να τζιαι βιάζαν με οι Τούρτζιοι εμέναν. Επήρα άνεσην τζιαι επαρακάλεσα τον Γριστόν να με βοηθήσει ν΄ αντέξω το κακόν που μου έμπην μες την ιδέαν πως εγίνην. Έβαλα τζιαι το σώβρακον μες την τσεντούαν με τες παραλλαγές τες γαιματωμένες. Έπιασα τα ρούχα τζιαι ίσιωσα βουρητή στον παπάν. Εφοήθηκα ότι αν ήταν γαίματα πλασμάτων, τζιαι επλύννισκα τα τζιαι πηαίνναν μες τον λάκκον με τους βόθρους, πως είσιεν να στοισειώσει το σπίτιν μου. Η μάνα μου έμαθεν μου πως εν αμαρτία να πετάσσεις ψιχούθκια του ψουμιού μες τα ποσκούπια, όι να πετάξω άθαφτον γαίμαν του πλασμάτου. Εφοούμουν ότι αν εμείνισκεν γαίμαν άθαφτον, ήταν να γυρίζει η ψυσιή των πλασμάτων αδέσποτη τζιαι να μου κατατρέσιει το σπίτιν μου ως που να έβρει το κομμάτιν που της λείπει. 
« Περίμενε να σου φέρω λλίον νερόν να πάρεις ανάσαν θεία.». Είπεν της ο παπάς τζι εσηκώστην τζι έφερεν της έναν ποτήριν νερόν κρυόν. Ήπιεν έναν βρόκκον τζι εσυνέχισεν.
“Ψυσιήν του θεού εν είσιεν μες τες στράτες. Έδυεν ο νήλιος τζιαι οι χωρκανοί εδιπλοβαώννουνταν να φάσιν γλήορα – γλήορα, ως που είσιεν φως να μεν τους πιάσει η συσκότιση. Εσβήνναν τα φώτα που τους βομβαρδισμούς.
Τσα πριν να φτάσω στου παπά, εποτυλίχτην μουγγαριστόν έναν λαντρόβερ που το στενόν τζι έκοψεν μου την στράταν. Επεταχτήκαν τρεις στρατιώτες τζι εστήσαν τα καλασνίκο πάνω μου. Στην αρκήν ενόμισα πως εν Τούρτζιοι τζιαι ώστι να μου μιλήσουν εκόπην η ψυσιή μου.
«Πού πάεις κυρία μες το κκέρφιου»; αρώτησεν με ένας καστρίσιης.
« Ρέξε που ομπρός μου τζιαι πρέπει να πάω γλήορα στον παπάν πριν να νυχτώσει». Είπα του.
«Απαγορεύεται η κυκλοφορία μετά το δύμμαν του νήλιου», είπεν μου τζιείνος, ψία τζι ήτουν στρατηγός.
«Άκου γιε μου», είπα του με το μαλακόν. «Είμαι η μάνα του Κωστή τζιαι πρέπει να πάω επείγον στου παπά».
« Εν ηξέρουμεν κανέναν Κωστήν», είπεν μου τζιείνος. «Δείξε μας τι κουβαλείς μες την τσεντούν».
Είπα του να με αφήκει να ρέξω τζιαι είμαι η μάνα του Κωστή που γλέπει το χωρκόν που τους Τούρκους. 
« Ποιους Τούρκους », λαλεί μου τζιείνος. «Τους Τούρκους εφάαμεν τους ως τον τελευταίον. Το χωρκόν εμείς το γλέπουμεν τζιαι εν ηξέρουμεν κανέναν Κωστήν».
Μόλις μου είπεν έτσι επαράλυσα. Ήταν σαν να επαληθεύκετουν ότι εφοούμουν. Μετά άρκεψα να τσιριλλώ σαν την άρρωστην να με αφήκουν να περάσω να πάω γλήορα στου παπά.
« Φερτην τσεντούν πρώτα να την εξετάσουμεν». Εδιάταξεν με ο άλλος με το όπλον.
Αρπάξαν μου την τσεντούν, γιατί μίσσιη μου είσιεν μέσα στρατιωτικόν υλικόν. Εμούνταρα τον τζιείνον τον καστρίσιην να του την πάρω, αλλά πριν να προλάβω να την πιάσω πίσω, εβούννησεν την του άλλου του μούζουρου. Εχαριεντίζουνταν, όπως παίζουν τα μωρά με μιαν μάππαν. Επήα να αντιδράσω αλλά έδωκεν μου μιαν κοντακκιάν ο καστρίσιης πας τον νόμον τζι έππεσα χαμαί. Επιάαν τα ρούχα τζιαι φύαν.”
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας εξαναπνίην μες τους λυγμούς σαν να τζι έκλαιεν δικόν της πλάσμαν. Ο παπάς μη ξέροντας πως να αντιδράσει, έμεινεν βριχτός τζιαι άφηκεν την να κλάψει να ξαλαφρώσει την συγκίνησήν της. Ήπιεν αλλόναν βρόκκον νερόν τζιαι εσυνέχισεν μισομιλώντας, μισοκλαίοντας.
 Έθελα να τα πάρω που παπά να τους θκιαβάσει τζιαι να τα θάψουμεν, όπως θάφκουνται τα πλάσματα. Έστω τζιαι αν εν τούρτζικα, ο Θεός δεν ημπόρει να δεχτεί να χωρίζεις το πλάσμα που τα γαίματα του τζιαι να τα αφήννεις άθαφτα. Έκατσα τζιειαμαί χαμαί που ήμουν τζι έκλαια. Έκλαια τα πλάσματα. Έκλαια τζιαι τον γιον μου. Επαρακάλουν την Παναΐαν που εν μάνα να με πονήσει τζιαι να μου δώκει κουράγιον να ζήσω το κακόν που έππεσεν πάνω μας. Εσκέφτουμουν άλλα πράματα για να μεν ησκεφτώ τι έκαμεν ο Κωστής μου. Δεν εμπόρηα να πιστέψω ότι το πλάσμαν που έφκην που το κορμίν μου ήταν δυνατόν να κάμει έτσι κακόν. Εσκέφτηκα ότι τούτα ούλλα ήταν πελλάρες που εγέννησεν η ιδέα μου. Ότι έτο, «οι ροκόλοι επήαν τζι εκλέψαν κανέναν σιοίρον που χωρκανόν τζιαι εσφάξαν τον να κάμουν ζιαφέθκια να γιορτάσουν που ερίχτην τούρτζικον αεροπλάνον». Η ιδέα τούτη επαρηγόρησεν με, εσηκώστηκα τζιαι στράφηκα έσσω.
Με έφαα με ήπια. Επήα τζιαι έππεσα πέρκι ποτζιοιμηθώ να μεν ισκέφτουμαι. Ούλλη νύχτα εν έκλεισα μμάτιν. Επαρακάλουν τον Θεόν να γλέπει τα παιθκιά μου που τον πόλεμον. Ο Μιχάλης μου έφυεν εις τες είκοσι του Ιούλη τζιαι νέα του δεν είχαμεν που τες δέκα του Αούστου. Ώρες - ώρες έτρεμα. Εσκέφτουμουν ότι τούτα τα γαίματα δεν ήταν για καλόν.
Εσηκώστηκα που τες τέσσερις. Εξημέρωννεν δεκαπεντάουστος. Ίσιωσα τζι επήα παρπατητή στο περβόλιν να φέρω κανέναν παούριν νερόν που τον λάκκον. Που στρέφουμουν αντάμωσα την Αντώναν του Σαλέπι με την κόρη της. Εσιαιρέτησα τες τζιαι αντίς να μου απαντήσουν εφτύσαν χαμαί τζι εμπήκαν έσσω. Είπουν ότι εν που ήταν Μακαριακές τζιαι ήτουν φανατισμένες. Στην ακρίβειαν όμως εν έθελα να ξέρω γιατί εφτύσαν. Εν ιξέρω αλλά επήεν πάλε η ιδέα μου πας τον Κωστήν μου. Εβούρησα τζιαι έμπηκα έσσω να μεν θωρώ κανέναν.
Ήταν κατά τες εννιά όταν άκουσα το ξωπόρτιν ν’ αννοίει. Εβούρησα να δω. Μπορεί να έξερα ότι ο Κωστής μου ήταν εις το χωρκόν, αλλά πάλε έτρων με η έννοια όσον τζιαι για τον Μιχάλην μου. Μόλις τον είδα να μπαίννει της αυλής εκατάλαβα ότι κάτι κακόν εγίνην.
« Σύντυσιε, είνταν που γίνην». Είπα του.
Εν μ’ εθώρεν μες τα μμάθκια τζιαι ήταν να σπάσω.
«Σύντυσιε γιε μου, πε μου».
Ήρτεν τζιαι έπιαεν με μες τ’ αγκάλια του τζι ελούθην του κλαμάτου. 
«Ο Μιχάλης μας...», είπεν μου κλαίοντας τζι εκόπην η φωνή του.
Εφύρτηκα μες τα σιέρκα του.
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας εσκλέρινεν διαμιάς τζι εγίνην σαν την πέτραν πάλε. Σαν να τζιαι ήπιεν αναισθητικόν να μεν νώθει άλλον.
Άμαν τζι εσυνέφερεν με, αρώτησα τον αν έξερεν τίποτε. 
«Τίποτε το συγκεκριμένον» είπεν μου. «Επέψαν απλά μήνυμαν που τον στρατόν ότι έππεσεν εις την Μιαν Μηλιάν».
Έτσι σαν μ΄εκράεν μες τ’ αγκάλια του τζι έκλαια, εξήσπασεν τζι άρκεψεν να φωνάζει.
« Βρωμότουρτζιοι, εφάετε τον αρφόν μου. Πόψε εν να σκοτώσω άλλο εκατόν να πάρω το γαίμαν του πίσω».
« Γιατί πόσους εσκότωσες ως τωρά τζιαι να σκοτώσεις άλλο εκατόν »; αρώτησα τον.
Έμεινεν βριχτός τζιαι εν απάνταν. Τζιειαμαί εκατάλαβα πως ό,τι εφοήθηκα εγίνηκεν.
Η φωνή της κυρίας Πετρούλλας πάλε εράισεν τζι εγίνετουν πότε φωνή πότε νεκάλιον.
«Αμάρτησα πάτερ μου. Εκαταράστηκα το παιδίν μου, ημέραν της Παναΐας, να μεν χαρεί». Είπα του ότι τον Μιχάλην μας εν τζιείνος που τον εσκότωσεν τζιαι εν να μείνει άθαφτος όπως εμείναν άθαφτα τα γαίματα των πλασμάτων πας τα ρούχα του. «Εβλαστήμησα τζιαι προς τον Θεόν πάτερ μου». Είπα του, «ποιος εν τούτος ο Θεός που μου έπεψεν τέρας να γεννήσω αντίς παιδίν»;
«Θέλω να ζητήσω συχχώρεσην πάτερ μου που τον Θεόν, που εν εσεβάστηκα το όνομαν του. Θέλω να του ζητήσω συχχώρεσην τζιαι που εν ήβρα ακόμα την δύναμην να συχχωρήσω του Κωστή μου τζι ας εκλειδώθηκεν που τότες σε μοναστήριν».
«Ο Θεός εσυχχώρεσεν σε κυρία Πετρούλλα, διότι έδωσες παιδίν για την πατρίδαν», είπεν της παρηγορητικά ο παπάς.
Μόλις άκουσεν τα λόγια του παπά η κυρία Πετρούλλα, εξαναγίνην πάλε η καρκιά της πέτρα τζιαι εξαναήβρεν την αναισθησίαν της γεροντίσιμης φωνής. Ο παπάς αμήχανος, είνταν πον να της πει άλλον, άρκεψεν να της θκιαβάζει κάτι προσευχές. Η κυρία Πετρούλλα εσηκώστηκεν πάνω που την καρέκλαν. Πριν να του γυρίσει την πλάτην της τζιαι να πιάει τη στράταν να φύει, έσφιξεν τα σιείλη της σαν να εδίσταζεν να ανοίξει το στόμαν της να του πει τζιείνον που θελεν να του πει. Το πρόσωπον της εσυννέφκιασεν με τον ίδιον σιχχαμόν, όπως πριν 35 χρόνια στο θέαμαν του γαιμάτου.
Γυρίζοντας να φύει, έκοψεν τον παπάν που τους ψαλμούς του τζιαι είπεν του με δίχα να τον θωρεί:
«Αν εν για μέναν που ψάλλεις παραίτα πάτερ. Εσού εν τον πόλεμον που μ’ έκρουσεν  που λουτουρκάς, εν τζι έν τον Θεόν».
Έπιαεν το παστούνιν της τζιαι ίσιωσεν μόνη της κατά τζιεί.
Ο Παπάς εσυνέχισεν να ψάλλει τζιαι να παρακαλεί τον Θεόν να την συχχωρήσει.

Κυριακή, 13 Αυγούστου 2017

Επιστροφή

Άννοιξα την βαλίτσα μόλις έφτασα έσσω τζιαι ήβρα τα ενθύμια σπασμένα :(









Χωρίς ενθύμια τζιαι τζιαι χωρίς αγορασμένα δώρα είσαι αναγκασμένος να αλλάξεις στρατηγικήν για να κάμεις τα πλάσματα που αγαπάς να χαρούν.

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Στο σταυροδρόμιν των πολιτισμών της Σκάλας.

Κάμε πάνω κλικ για να δεις καλλύττερα άμα χρειαστεί.

-Ρέεε φιλέεεε!

Επιάστήκαμεν μες τ΄αγκάλι̮α. 

- Πόσα χρόνια! 

Έσ̆ει πλάσματα που όσα χρόνια τζ̆αι να κάμεις να μεν τα δεις, οι καρκιές δεν ηξισυχρονίζουνται. Ο κύριος του εστιατορίου « Το Μαγκάλλιν » έμεινεν λλίον αμήχανος. Ετράβησεν πίσω για ναν διακριτικός. Άμαν εξιγιαλλίσαν τ΄αμμάθκια μας που την χαράν μας, εξανάρτεν ντροπαλά τζ̆αι μας ένεψεν να πιάσουμεν όποιον τραπέζιν θέλουμεν.

- Θα πάμεν δαμαί δίπλα τζ̆αι θα έρτουμεν σε τρία λεπτά.

Ο φίλος μας έπιασεν μας που τον νόμον με τον Κύπρον, τον τρίτον της παρέας, που ήταν ήδη τζ̆ιαμαί που λλίον πριν τζ̆αι μας είπεν ότι έθελεν να μας δείξει κάτι που θεωρεί σημαντικόν. 

Το Μαγκάλλιν είναι καρτζ̆ίν που τα ερείπια της Διανελλείου. Επαρπατήσαμεν πας σε κάτι μισοδότζ̆ιν ξηφτισμένα πεζοδρόμια τζ̆ι εφτάσαμεν 200 μέτρα πας το ράνταπαου της Μητρόπολης. Εσταμάτησεν πας την γωνίαν τέρα-τέρα που το καρτερίμιν της Διανελλείου τζ̆ι έδειξεν μας την διεύθυνσην δυτικά, όπως το άσπρον το τοξούιν πας τον χάρτιν.

- Δέτε ρε παιθκιά. Εν τούτος ο τόπος που εθέλαν να τον κάμουν Ελλάδαν. Ποδά ίσ̆ια πάνω, εν ο τουρκομαχαλλάς. Λλίον πάρα τζ̆ει που την Μητρόπολην εν το τζ̆ιαμίν τζ̆αι λλίον πιό νότια εν το Κάσα, που ήταν το σχολείον τους, που εγίνην μετά τον πόλεμον γυμνάσιον Δροσιάς. Εν τζ̆ειμέσα που εφυλακίσαν τα γυναικόπαιδα μέρες.

Δαμαί μες την αυλήν της Μητρόπολης, τζ̆ειαμαί πον η κυλίδα η κότσ̆ινη πας τον χάρτην, στες 15 του Ιούλη εσυνάχτην κόσμος τζ̆αι κόσμος με τα κυνηγετικά για να αντικόψει το πραξικόπημαν. Επολογιάσαν τους. Ποδά, ανατολικά που δείχνει το τόξον το κότσ̆ινον, εν ο Άης Γιάννης. Οι μάντηες επιάαν τα κυνηγετικά τους τζ̆ι εφκήκαν πας τα δώματα τζ̆αι δεν αφήκαν πραξικοπημαντίαν να μπει μες τον μαχαλλάν. 

Εγυρίσαμεν πιό ανατολικά, τζ̆ι έδειξεν μας προς τα βόρεια. 

- Θωρείτε την Φραγγοεκκλησ̆ιάν. Εν του 1842, αλλά αντικατέστησεν μιαν άλλην εκκλησιάν των Λατίνων που ήταν του σ̆σ̆ίλια εφτακόσ̆α , η οποία αντικατέστησεν μιαν ακόμα πιο παλιάν του σ̆σ̆ίλια εξακόσ̆α που εχτίσαν οι Φραγκισκάνοι μοναχοί για να υποδέχεται τους λατίνους προσκηνητές που πααίνναν εις τους Αγίους τόπους. Η φραγκογειτονιά ήταν πάρα μέσα προς την πόλην. Η Σκάλα της Κύπρου ήταν το σταυροδρόμιν του κόσμου που τους εφτά ορίζοντες. 

Αν πιάσεις τον δρόμον που πάει μες τον τουρκομαχαλλάν, εν να σε φκάλει ίσ̆σ̆ια πας το νεκροταφείον τους Αρμένηες. Αν πάεις ποδά που την αντίθετην κατεύθυνσην, τσάς πάρα κάτω, ανατολικά που δείχνει το τοξούιν το μωβ πας τον χάρτην, εν τα κυκλώπεια τοίχη, που εκάμαν οι κάτοικοι οι παλιοί να κόψουν την θάλασσαν που έρκετουν ως δαπάνω. Το Κίτιον, έφκαλεν τον Ζήνωναν, που εμετοίκησεν εις την Αθήναν νέος να μάθει φιλοσοφίαν, τζ̆ι εφάκκαν η γλώσσα του φοινικικά.

Οι μάντηες εν αφήκαν πραξικοπηματίαν να μπει μες τον Άην Γιάννην, αλλά τζ̆είνοι εφκήκαν. Που τον δρόμον τζ̆είνον, έδειξεν μας λλίον πάρα τζ̆ει, όπως δέιχνει η γραμμή η κότσ̆ινη πας τον χάρτην, εφκήκαν οι 6 με το αυτοκίνητον να φωνάξουν του κόσμου « ο Μακάριος ζεί ». Εκατατροπώσαν τους τζ̆ειαμαί καρτζ̆ιν που την Αλκήν τζ̆ι επεθάναν οι 4. Του μωρού του Εδονίτη, ελάλεν του η μάνα του « κάτσε γιέ μου, είσαι μιτσής εσού ». « Άης με άμμα, ο Μακάριος ζει, πρέπει να το μάθει ο κόσμος ». 14 χρονών, εφάαν τον.

Χάτε, πάμεν να παραγγείλουμεν τζ̆ι εν να μας καρτερά ο θείος. 

Επιάσαμεν τρεις μερίδες μισές, τζ̆αι αρτηρήσαν μας πιλέ. Με μιαν ποτσούν ζιβάναν της Λοέλ εξανακάμαμεν τον κόσμον που το ενενήντα τζ̆αι δά που σ̆ει να βρεθούμεν. Ετέλειωσεν η νύχτα μας πας την διχοτόμησην που μας εφορτώσαν, πνίοντας κάθε ελπίδαν, που πήαν τζ̆αι τα κάμαν σ̆ιόνιν τζ̆αι γαστρίν πας τα σιονισμένα τα βουνά της Ελβετίας.


Έσ̆ει τζ̆αι συνέχειαν γυρισόντα μέρα η ιστορία, πον να βρω λλίην ώραν να την ηγράψω.

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Ιστορίες της Αρνάκας



Φέτη έπιαν με έναν παράξενον μεράκκιν για μιαν νέαν εκπαίδευσην, η οποία θέλει πολλήν θκιάβασμαν να περάσεις τες εξετάσεις. Λλίες μέρες οφ που την δουλειάν, ήρτα στον τζ̆αιρον τον θερμόν τζ̆αι πάω στην παραλίαν τζ̆αι κάθουμαι πουκάτω που μιαν ομπρέλλαν πας σε έναν μαξιλαρούιν της ενοικίασης, με τον ήχον του τζ̆υμμάτου να με απομονώννει τζ̆αι να με βοηθά να συγγεντρώννουμαι να μελετώ με τες ώρες.

Σήμμερα εγίνην το ίδιον γεγονός που με εσσύχχισεν προ δεκαετίας τζ̆αι ήταν η αιτία να φκεί το Καβενούιν της Αρνάκας. Τότες ήταν με μιαν ανοστόκορμην πεηντάραν που έκοφκεν εισητήρια στο Κάβερνορς, φέτη με έναν μιτσιήν δεκαπεντάρην σε άλλην παραλίαν.

- Μιαν ομπρέλλαν τζ̆αι θκυ̮ο κρεβατούθκια;
- Όι, έναν κρεβατούιν, είμαι μόνος μου.
- Πέντε ευρώ.

Διώ του τα πέντε ευρώ, έδωκεν μου μιαν αποδειξούαν, όστι να φκάλω το γυαλιά μου να θκιαβάσω τί έγραφεν πάνω, έκαμεν να κάμει τζ̆ει. Τότες με την Αρνάκαν (που σημαίνει ψευτοπαραποθκιά στα γαλλικά) δεν εφόρουν ακόμα γυαλλιά της στραβάρας.
- Έλα δα τζ̆αι έσ̆ει πρόβλημαν. Θκυ̮όμισι ευρώ λαλεί πας την κολλούν. 
- Α συγνώμην, λαλεί μου ο μιτσής, εξίχασα να κόψω θκῠό.
Εγυρίσαν τα σκουφκιά μου όπως τότες που την Αρνάκαν.
- Εξήχασες οξά ήταν να βάλεις πούγκαν τα θκιόμισι ευρώ;
- Όι όι, εσυχχίστηκα τζ̆αι έκαμα λάθος.


Τζ̆είνην την ώραν είδα μες τ΄αμμάτιν του μιτσή κάτι ύποπτον τζ̆αι γύρισεν αλλό έναν γυρόν η κκελλέ μου.
- Εν κανεί που μάσ̆εσαι να κλέψεις τον μάστρον σου, τωρά μάσ̆εσαι να με περιπαίξεις τζ̆αι μέναν; Άμαν έμαθες την κλεψιάν δεκαπέντε χρονόν άθρωπος, τί αθρωπος εν να γινείς εσύ;
- Μα εσσυχχίστικα τζ̆αι έκαμα λάθος. Έν ήταν κλεψιά.
- Μακάρι να εν όπως τα λαλείς, διότι εν καλλύττερα για την κοινωνίαν να φκάλει έναν ηλήθιον πον ανίκανος να κόψει μιαν απόδειξην παρά να φκάλει έναν κλέφτην.
- Ρέ φίλε να σου εξηγήσω.
- Εν είμαι φίλος σου. Πρώτον είσαι κλέφτης, τζ̆αι δεύτερον εν θωρείς που η ηλικία μου κάμνει πέντε φορές την δικήν σου;
- Θείε, να σου εξηγήσω.
- Θείε; Αν ήμουν θκει̮ος σου ήσιαν να σου σφιρίσω έναν ζιζιρόπατσον να μάθεις να μεν είσαι παλιόπαιδον. Κύριε να μου λαλείς τζ̆αι να μου μιλάτε τζ̆αι στον πλυθηντικόν.
Επήεν να πει κύριε, αλλά επνίην η φωνή του. Άτε. λαλεί τζ̆αι εσηκώθην τζ̆ι έφυεν.

Εσσύχχισεν με ο μπαστάρτος τζ̆ι εγύριζεν η Αρνάκα μες τον νουν μου τζ̆αι δεν εμπόρηα να συγκεντρωθώ πας την δουλειάν μου. Επήα μες την θάλασσαν να πλύννω τα τοξικά συναισθήματα τζ̆αι την απογοήτευσην να θωρώ έναν παιδίν σαν το κρυόν νερόν να γίνεται τζ̆ιόλας σαν την κοινωνίαν του. Εσκέφτουμουν ότι τούτος θα πα να σπουδάσει την κλεψιάν πον να μεγαλώσει να την κάμνει νόμιμα έτσι που άρκεψεν. Επέρασεν η μέρα τζ̆ι εδειλίνωσην τζ̆αι δεν εμπόρηεν να γαληνέψει η ψυσιή μου.

- Ελάτε δά τζ̆αι θέλω να σας ρωτήσω κάτι. Εφώναξα του

Ήρτεν σαν τον σ̆σ̆ύλλον που του εκάμαν πουλάσ̆καν.

- Επειδή μπορεί να εθύμωσα πολλά τζ̆αι σε αδίκησα που τον θυμόν μου, τζ̆αι επειδή θεωρώ μεγαλλύττερην αδικίαν να κατηγορήσεις έναν αθώον που την κλεψ̆ιάν την ίδιαν, θέλω να μου εξηγήσεις πως σε ελέγχει ο μάστρος σου τζ̆αι να μου πεις τζ̆είνον που έθελες να μου πεις τωροπίς πριν να σηκωστείς να φύεις.
- Άκου κύριε. Συγνώμιν. ακούστεμε. 
- Α, έτσι.
- Τα χαρτούθκια διούμεν τα του πελάτη για τον τύπον. Για να νοιώθει ότι δεν θα ξαναέρτουμεν να του ζητήσουμεν να ξαναπληρώσει, οπότε δεν διούμεν τζ̆αι πολλήν σημμασίαν. Εμέναν ο μάστρος μου βάλλει με τζ̆αι γράφω πας τούτον τον χάρτην πόσα κρεβατούθκια τζ̆αι πόσες ομπρέλλες νοικιάζω, τί ώραν έρκουνται τζ̆αι τί ώραν φεύκουν τζ̆αι εν βάσει τούτου που του διώ τα λεφτά. Δεν μπορώ να κάμω ψέμαν, διότι έρκεται τζ̆αι ελέγχει αν τα γράφω πας τον χάρτην. 

Έδειξεν μου τον χάρτην τζ̆αι όντος έγραφεν έναν κρεβατούιν συν μίαν ομπρέλλαν που η ώρα 10.

- Ναι αλλά πάνω στο χαρτούιν, γράφει πάνω ΦΠΑ νούμερον χι. Άρα μπορεί να μεν με κλέφτεις εσύ εμέναν, κλέφτει ο μάστρος σου το κράτος. Ποιός σε σπουδάζει εσέναν; Εν ο μάστρος σου που σε σπουδάζει;
- Όι ο παπάς μου, τζ̆αι δουλεύκω τα καλοτζ̆αίρκα τζ̆αι βοηθώ όσον ημπόρω.
- Μπράβο σας που είσαστιν μαθητής τζ̆αι δουλεύκετε, αλλά τους καθηγητές σας εν το κράτος που τους πληρώννει τζ̆αι όι ο παπάς σας. Εντάξει ο παπάς σας πληρώννει φόρους αν πληρώννει, αλλά δεν κανούν, τζ̆αι το κράτος πιάννει τζ̆αι που το ΦΠΑ τζ̆αι για τους μισθούς των δασκάλων σας, τζ̆αι για να χτίσει τα σχολεία να σας μορφώσει. Εγώ όπως δεν δέχουμαι να κλέψετε εσείς θκυόμισι ευρώ τζ̆αι να τα βάλετε πούγκαν παρά να πιάσετε τον μισθόν σας τζ̆αι να κάμετε την δουλειάν σας σαν τίμιος εργαζόμενος, δεν δέχουμαι ούτε ο μάστρος σας που τα θκυόμισι ευρώ να κλέψει μισόν που το κράτος μη κόφκοντας μου πιλιεττούιν.

Έσ̆σ̆υψεν κάτω τζ̆ι εθώρεν τον άμμον.

- Αν εν αλήθκει̮α που μου λαλείτε τζ̆αι αδίκησα σας φκάλλοντας σας κλέφτην εσάς προσωπικά ζητώ σας συγνώμην για τούτον, αλλά με το να μεν κόφκετε πιλιεττούθκια συνηγορήτε σε μιαν κλεψιάν που κάμνει ο μάστρος σας.

Επογιαλώσαν τα μμάθκια του μιτσή, τζ̆ι εκοίταζεν με πάλε μες τα μμάθκια σαν τον παλαβό.

Έδωκεν μου το σ̆έριν του να του κάμω ττόκκαν. Ομολογώ ότι τούτην την τελευταίαν φάσην δεν την εκατάλαβα. Ευχαριστούσεν με που δεν τον αδίκησα τζ̆αι ονόμασα τον πραγματικόν κλέφτην, ευχαριστούσεν με που έπαιζα τον αφελή δάσκαλο τζ̆αι δεν θα τον εκάρφωννα στον μάστρον του δεν ηξέρω, τζ̆αι ούτε θέλω να μάθω, τζ̆αι γι αυτόν έκοψα το ως τζ̆ει̮αχαμαί.

Έμεινα με μιαν πίκραν, πως έναν σύστημαν τρώει έτσι τα παιθκι̮ά του κόσμου τζ̆αι κάμνει τα μέρος του πριν να τζ̆ιαννατίσουν πιλέ.

Αν κάποιος εν τζ̆αινούρκος περαστικός τζ̆αι δεν έτυχεν να θκιαβάσει το Καβενούιν της Αρνάκας, ήταν που τες ιστορίες που εδιασκέδασα πολλά να γράψω, προσπαθώντας να εξημερώσω κάτι καλικάντζ̆ιαρους.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Μια εμπειρία με την Αλεΐτα


Σήμμερα ήταν να βάλω έναν κείμενον για την πολιτικήν κατάστασην στην Κύπρον. Τελικά είπα καλλύττερα να το βάλω τούτο:


Ήταν να πάω στην Κούβα για δουλειάν με το πολυτεχνείον. Ήταν οι μέρες του periodo especial που επάττησεν η Σοβιετική ένωση τζ̆αι το μπλόκκον των Αμερικάνων εστραγκάλησεν την Κουβανικήν οικονομίαν που ενεργειακούς πόρους. Με την νέαν κατάστασην έπρεπεν να πουλάς παραπάνω τόνους ζάχαρην που τζ̆είνους που επαρήγες για να γοράσεις το πετρόλαον που την διεθνήν αγοράν σε κατάστασην εμπορικού αποκλεισμού. Αν δεν έππεφτεν η Σοβιετική Ένωση, η Κούβα θα αποκτούσεν πυρινικό σταθμόν για να παράγει « φτηνόν » ηλεκτρισμόν τζ̆αι άφθονον, για τες ανάγκες των ανθρώπων. Στο επόμενον πενταετές πλάνον, ο κάθε Κουβανός θα αποκτούσεν αυτοκίνητον. Στην Κούβαν μέχρι τότες ήταν « ή ούλλοι, ή κανένας ». Μετά την εξαφάνισην του υπαρκτού σοσιαλισμού που την Ευρώπην, η Κούβα δεν είχεν άλλον σημαντικόν σύμμαχον τζ̆αι εμπορικόν εταίρον. Το πλοιον που έφταννεν κάθε μέρα που την Ρωσσίαν γεμάτον με πετρόλαον, έκοψεν το δρομολόγιον του για τες Αμερικές. Η Ρωσσία εγόραζεν πλέον ζάχαρην, ρούμι, πούρα τζ̆αι Νικέλλια που άλλες αγορές. 
Εμείναν ούλλα μισοδότζ̆ιν. Η οικοδόμιση του πυρινικού σταθμού εσταμάτησεν. Δέκα χρόνια επενδύσεις που την στέρησην προς άλλες ανάγκες επήαν χαμένες. 10 χρόνια μονοπωλιακή απορρόφηση του τσιμέντου για να κτιστεί ο σταθμός εχαθήκεν. Ο οχταπλής κατεύθυνσης αυτοκινητόδρομος που την Αβάνα στο Σαντιάγο έμεινεν να χάσκει, καρτερώντας έναν μελλοντικόν πενταετές πρόγραμμαν που θα μπορέσει να παράσχει στον Κουβάνον εργαζόμενον αυτοκίνητον. Όταν εφτάσαμεν με την μικρήν ομάδαν αλληλεγγύης αποτελούμενην που νεαρούς περιβαλλοντιστές μηχανικούς, ήβραμεν τον τέως διευθυντήν του πυρινικού ηλεκτροπαραγωγικού σταθμού στην θέσην του διευθυντή του προγράμματος εξοικονόμισης ενέργειας. Ήταν άλλες εποχές. Η δράση ενάντια στην κλιματική αλλαγή δεν είχεν αρκέψει ακόμα στην οικονομίαν τζ̆αι ήταν ακόμα στα σ̆ιέρκα των ακαδημαϊκών τζ̆αι της έρευνας. Η Κούβα έπρεπεν να ξεκινήσει την ενεργειακήν μετάβασην πριν την ώραν της από ανάγκην. Έτσι τζ̆αι αλλιώς όλα τα καλά πράματα τέκνα της ανάγκης είναι. Μέσα της δεκαετίας του 90.
Στην Κούβαν ούλλα εμείναν μισοδότζ̆ιν εκτός που τον σοσιαλισμόν. Διότι ο σοσιαλισμός είναι ζωή στην χώραν τούτην τζ̆αι δεν ησταματά με τες οικονομικές δυσκολίες όσες τζ̆αι νά ΄ναι. Οι δρόμοι της Αβάνας εγεμώσαν με 1 000 000 ποδήλατα που εδιένειμεν το κράτος προς τους εργαζόμενους. Εμφανίστην el camello, έναν Κουβανικής επινόησης λεωφορείον που μεταφέρει 300 ανθρώπους ταυτόχρονα, που δεν είναι τίποτε άλλον που μια απλή μετατροπήν που έκαμεν η μοναδική εταιρεία κατασκευής φορτηγών της χώρας, πιντώννοντας έναν ριμουλκόν με μιαν καρρότσαν, βάλλοντας τους μιαν καμπίναν σε φόρμαν καμήλας πουπάνω. Τα επισιτιστικά προβλήματα που εμφανιστήκαν στα πρώτα χρόνια της κατάρρευσης του εμπορικού εταίρου που τον οποίον ήταν εξαρτημένη η χώρα, ήδη είχαν λυθεί όταν εφτάσαμεν εμείς τζ̆εικάτω. Η Αβάνα εγίνην η πρώτη πόλη του κόσμου με αυτάρκειαν σε βιολογικής παραγωγής λαχανικά. Το κράτος εδιένειμεν δωρεάν θκυό πρωτεϊνικά γεύματα σε κάθε γέρον τζ̆αι σε κάθε μωρόν, τζ̆αι επί καθημερινής βάσης στα σχολεία γιαούρτι σόγιας.
Από ότι μας ελάλεν ο Χόρχε που μας επαρέλαβεν, όταν έπρεπεν να φτάσει στα φκιά του Φιδέλ το πρώτον κρούσμαν παιδικού υποσιτισμού, εβάλαν τον Ραούλ να του το πεί.Εφοηθήκαν ότι αυτόν που θα είχεν την ατυχίαν να κάμει έτσι ενημέρωσην θα τον έπερνεν τζ̆αι θα τον εσήκωννεν. Για τον Φιδέλ όμως, σε κρίσιμες στιγμές, ό σοσιαλισμός είναι ζήτημαν ορθολογισμού, όχι αισθημάτων. Εμάζεψεν ούλλους τους διατροφολόγους της χώρας, τους αγρονόμους, τους βιολόγους τους φυσικούς. Πως θα παράξουμεν κρέας με το λλίον πετρέλαιον που μπορούμεν να εισάξουμεν; Κανένας υπολογισμός δεν έφκαιννεν. Ακόμα τζ̆αι τα κοτόπουλλα, ακόμα τζ̆αι οι σ̆οίροι θέλουν μιαν φάουσαν ενέργειαν για να ανατραφούν. Το συνέδριον αποφάνθην ότι ο μόνος πόρος πρωτεΐνης που μπορεί η Κουβανική οικονομία να προμηθευτεί ή να απαράξει είναι η σόγια με ούλλα τα παράγωγα της. Έτσι εμφανιστήκαν τα 8 εργοστάσια παραγωγής ττοφού, γαλάτου τζ̆αι γιαουρτιού σόγιας. Μπορεί οι Κουβάνοι να μισούν το picadillo που είναι ένας κεϊμας με νεκατωμένον λλίον σ̆οιρινόν τζ̆αι πολλήν ττοφού, είναι όμως η κουβανική εφεύρεση που έσωσεν τον κόσμον που τον υποσιτισμόν τζ̆αι δεν εμφανίστην κανέναν μωρόν με σκεμπέν του υποσιτισμού όπως εν γεμάτη η πόλη του Μεξικού, του Καράκας, του Ρίο ή της Μπογκοτά. Τί να κάμουμεν το ejercito είπεν ο Φιδέλ στο υπουργικόν, όταν πεινούν μωρά; Ποιόν θα προστατεύσει; Στο σοσιαλισμόν ο στρατός εν αθρώπους που προστατεύκει, όι ιδιωτικά κεφάλαια. Έτσι εκόπην το κοντίλιν που τον στρατόν για να κτιστούν σε χρόνον ρεκόρ τα εργοστάσια παραγωγής φυτικής πρωτεΐνης.
Όταν εφτάσαμεν εμείς, η οικονομία ήταν επίσης σε transition. Όχι ιδιωτικοποιήσεις τζ̆αι τα άλλα που εδοκιμάσαν οι Κινέζοι τζ̆ιαι που αθθίζαν ήδη στην Ρωσσίαν, διώντας τον εθνικόν πλούτον στα σ̆ιέρκα μερικών ολιγαρχών, με τες ευλογίες του ΔΝΤ. Δεν εθεωρηθήκαν τούτα μέθοδος που μπορεί να απαντήσει στες ανάγκες των ανθρώπων της Κούβας. Οι νόμοι της αποτελεσματικής σοσιαλιστικής οικονομίας στες σύχρονες τζαινούρκες συνθήκες έπρεπεν να εφευρεθούν. Στον σοσιαλισμόν δεν λέμεν ανταγωνιστικής. Λέμεν αποτελεσματικής. Δεν γίνεται ας πούμεν να πληρώννει η εταιρεία ξενοδοχείων τον ηλεκτρισμόν στην ίδιαν τιμήν με μιαν μονογονικήν οικογένειαν. Μέχρι τότες ήταν η ίδια τιμή για ούλλους. Όταν εφτάσαμεν εμείς τζ̆εικάτω, τα ξενοδοχεία, τζ̆αι οι επιχειρήσεις έπρεπεν να πληρώννουν το ηλεκτρικόν ρεύμαν πιό ψηλά που την τιμήν κόστους, για να επωφελούνται τζ̆αι οι οικογένειες. Εξ ού τζ̆αι η σιττίνα τους να κάμουν οικονομίαν τζ̆αι φωνάξαν μας για τεχνικήν στήριξην. Όταν εκάμαμεν διάγνωσην το τετράστερον ξενοδοχείον που επιάσαμεν για case study τζ̆αι το τυπογραφείον της Γκράμμα, ήβραμεν ότι με την νέαν τιμολόγισην, με τα λεφτά που θα εξοινομούσαν που 60% μεώσην της σπατάλης ενέργειας θα μπορούσαν να πληρώσουν σε 3-4 χρόνια τες επενδύσεις τζ̆αι να μεν κλείσουν όπως τα εργοστάσια ζαχάρεως που δεν εγίνουνταν αποδοτικά με τίποτε.
Μιας τζ̆αι θα πάεις στην Αβάναν, να σου δώκω μιαν επιστολήν τζ̆αι έναν μικρόν πίνακαν να δώκεις της Αλεΐτας, είπεν μου ο φίλος μου ο Κιρλιτσ̆ιάς. Έδωκεν μου τζ̆αι διεύθυνσην τζ̆αι τηλέφωνον. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την συγκίνησην του Χόρχε που ήταν να δεί την Αλεΐταν που κοντά. Σε τούτην την χώραν, η κκελλέ τζ̆ιαι τα σ̆έρκα είναι καθαρά τζ̆αι υγειή. La cabeza et las manos... Τα άλλα ούλλα είναι ξημαρισμένα τζ̆αι άρρωστα, ελάλεν σαλαβατώντας για τα προβλήματα του σοσιαλισμού ο Χόρχε. Η ηγεσία είναι ανθρώποι έντιμοι, όπως τον εργάτην τον απλόν. Τα στελέχη, οι διευθυντές, όσοι κρατούν κλειθκι̮ά, είναι άχρηστοι, άρρωστοι της γραφειοκρατίας τζ̆αι εγωϊστές να σάσουν την πάνταν τους. Είναι αθρώποι σαν την Αλεΐταν που εσώσαν την σοσιαλιστικήν ιδέαν σε τούτην την χώραν. Τζ̆αι ευτυχώς έσ̆ει ακόμα πολλούς…
Όταν εφτάσαμεν στο σπίτιν της Αλεΐτας, εκαρτέραν μας με τζ̆είνον το κουβάνικον χαμόγελον πον γεμάτη η Αβάνα. Το σπίτιν ήταν λιτόν αλλά καλοσυσταρισμένον τζ̆αι περιποιημένον. Μόλις εμπήκαμεν μέσα, ένας τεράστιος πίνακας του Μιχάλη μες το σαλόνιν. Έπιασεν μας η γεναίκα μες τ΄αγκάλλια της όπως πιάννουν οι συντρόφοι. Είδα τ΄αμμάτιν του Χόρχε να γεμώννει.

- Τούτος εν ο πίνακας του Μιχάλη, ήταν η πρώτη της κουβέντα. Ήταν μια τόσον δά φωτογραφιούδα. Έπρεπεν να γινώ τόσων χρονών γεναίκα τζ̆αι να πάω στην Κύπρον, έναν χωρκόν, πως το λαλείται, orokli…
- Ορόκλεινη
- Oroklini. Που την ημέραν που πέθανεν mi papa, πρώτην φοράν ένοιωσα ξανά το χαμόγελον του τόσον ζωντανόν όσον το αθθυμούμαι στες παιδικές μου αναμνήσεις. Εγώ τον παπά μου αθθυμούμαι τον να γελά με ούλλους, να χωραττεύκει, να πειράζει τον κόσμον ούλλον. Τζ̆είνη η φωτογραφία που εκατάκλεισεν τον κόσμον, εν κομμένη που μιαν πιο μεγάλην που τον επιάσαν στην κηδείαν ενός συντρόφου του που έππεσεν στες μάχες. Τζ̆είνη η θλίψη, όταν εχάννετουν ένας σύντροφος, δεν του έσβηννεν το χαμόγελον που του εδίαν η ζωή τζ̆αι ο συνεχής αγώνας για τους ανθρώπους.
Δεν επρολάβαμεν να κάτσουμεν να μας φέρει τζ̆εραστικόν, τζ̆αι εκτύπησεν η πόρτα. Ήταν μια κοτζ̆ιακαρού. Εβασάνιζεν την ο πόνοτζ̆έφαλος. Άφηκεν μας τζ̆αι πήεν να την εξετάσει. Σε δέκα λεπτά εφκήκαν που την κάμαρη. Η κοτζ̆ιακαρού εγελάστην να κάμει πους εν να πληρώσει.
- Εμέναν γιαγιά πληρώννει με το κράτος. Την δουλειάν μου κάμνω.
- Μα τωρά δεν είναι εργάσιμη ώρα.
- Ο κόσμος δεν αρρωστά μόνον σε εργάσιμες ώρες. Το κράτος πληρώννει μας αρκετά για την δουλειάν που κάμνουμεν σε σχέσην με τον άλλον κόσμον. Να πάεις στην δουλειά σου τζ̆αι να κάμεις όπως σου είπα.
Ήταν ένας απλός πονοτζ̆έφαλος. Παλιά είπεν μας, με το παραμικρόν, φούρτου ασπιρίνες τζ̆αι παρασεταμόλες. Μετά το periodo especial, ούλλοι οι γιατροί επεράσαν που ταχύρυθμον για φυτοθεραπειαν. Για απλά περιστατικά, ο γιατρός τζ̆αι η παρασεταμόλη εν μες τους κήπους μας, μες τα χωράφκια, μες τα πάρκα. Γιατί πρέπει να εισάγουμεν τόσην ακρίφκειαν την χημείαν τζ̆αι να φορτώννουμεν χωρίς λόγον τον κόσμον που την στιγμήν που μπόρουμεν να καταπραϋνουμεν έναν πονοτζ̆ιέφαλον με φυσικά μέσα; Παλιά ήμαστιν κολότζ̆ια, τίποτε δεν εξέραμεν που απλήν ιατρικήν.
Αρώτησα την αν επήεν σε πολλές χώρες.
- Οούφ. Ούλλος ο κόσμος θέλει την κόρην του Τσε στες εκδηλώσεις. Αφήννουμεν τα θέρη μας τζ̆αι ξηκανναουρίζουμεν, αστειεύτην με μιαν ανάλογην κουβανικήν έκφρασην. Μετά εδιόρθωσεν. Είναι τζ̆αι η πολιτική δουλειά το ίδιον σημαντική με το να γιανίσκεις τον κόσμον.
- Ella es la conciencia moral de la révolucion είπεν μου κρυφά ο Χόρχε μόλις επήεν μέσα να μας φέρει jugo de naranja.
Δεν ξέρω αν είναι βάρος ή πρόκληση να είναι έναν άτομον "η ηθική συνείδηση μιας επανάστασης". Πάντως σε συνθήκες σοσιαλισμού δεν φαίνεται να μετατρέπεται σε ναρκισσισμόν που καταστρέφει τον άνθρωπον.
Τζ̆ερνώντας τον χυμόν του πορτοκαλιού, άρκεψεν να μας διηγήται το πιο αξιοσημείωτον της ταξίδιν.
- Επήα πολλά ταξίθκια αλληλεγγύης σαν γιατρός. Όπου έσ̆ει σεισμόν, πλημμύρες, πολέμους, η Κούβα πέμπει γιατρούς, άρα ευκαιρίες έχει πολλές να ταξιδέψεις τζ̆αι να γνωρίσεις τον κόσμον πέρα που τες κοσμοπολίτικες εκδηλώσεις, τζ̆αι τους επισήμους. Η πιό δυνατή εμπειρία που είχα ήταν στην Αγγόλαν που έκατσα τρία χρόνια σε έναν χωρκόν όπου ο υποσιτισμός εθέριζεν. Πέραν που την καθημερινότηταν του γιατρού σε έτσι συνθήκες, έμεινεν εις τον νουν μου η απάθεια του πολιτικά αμόρφωτου ανθρώπου μπροστά στην μοίρα του, ακόμα τζ̆αι μπροστά στον θάνατον. Ενόμιζα ότι εξηγάς του άλλου τζ̆αι καταλάβει. Οι δυσκολίες εν πιο σύνθετες τζ̆αι η πραγματικότητα αντιστέκεται σε τζ̆είνα που θωρείς εσύ που μιαν χώραν που σε μορφώννει που τα παιδικά σου χρόνια. Έτυχεν μου να δέρω μιαν νοσοκόμα. Ήταν η μόνη φορά που έδερα πλάσμαν. Είμουν 25 ώρες όξυπνη τζ̆αι δεν άντεχα άλλον. Είχαμεν έναν μωρόν με υποσιτισμόν. Εβάλλαμεν ορρούς, είχαμεν το στην αυτοσχέδιαν εντατικήν που μας επιτρέπαν τα μέσα. Είπα της Αγγολέζας νοσοκόμας άμαν αλλάξει η κατάσταση, το παραμικρόν πρόβλημαν να με ξυπνήσει. Όταν εξύπνησα, ήβρα το μωρόν πεθαμμένον. Όταν αρώτησα γιατί δεν με ξύπνησεν, είπεν μου ότι εν ετόλμησεν να με ενοχλήσει που ήμουν τόσον κουρασμένη. Έπιασα την που τα μαλιά τζ̆αι της έδωσα τόσον ξύλον… Πως μπορεί να μιλά έτσι για την ζωήν ενός ανθρώπου; Πόσην δουλειάν έχει η κοινωνία να μορφώσει τζ̆αι να ανατρέψει έτσι καθυστέρησην. Δεν ηξέρω αν το ξύλον που έφαεν της έδωκεν να καταλάβει. Το μωρόν θα μπορούσεν να σωθεί.
Εμιλήσαμεν για την πολιτικήν κατάστασην στην Κούβαν. Είπεν μας για τες δυσκολίες των πρώτων χρόνων της κρίσης. Για τα αποτελέσματα που αρκέψαν να έρκουνται. Για τες δυσκολίες που φέρνει το άννοιγμαν στον τουρισμόν. Για τον συνεχήν αγώναν να φέρνεις τους ανθρώπους σε μιαν ηθικήν που έχει κέντρον τον άνθρωπον πριν που τα χρήματα. Για το πόσον είναι δύσκολον να μορφώννεις τους ανθρώπους να είναι τίμιοι τζ̆αι να θωρούν τον άλλον όπως θωρούν τον εαυτόν τους.
Είπεν μου να δώκω σ̆ιερετίσματα τζ̆αι του Μιχάλη. Τζ̆αι αν τύχει να ξαράρτει θα πάει σίουρα να τον δεί. Είπεν μου πόσον την εκπληττει η ανθρωπιά. Η σοσιαλιστική συντροφικότητα. Να είσαι τόσες σ̆σ̆ιλιάες μίλια μακρυά τζ̆αι να εν οι καρκιές των ανθρώπων τόσον κοντά.
Τελικά θα έρτει στην Κύπρον τζ̆αι δεν θα δει τον Μιχάλην μας. Θα δεί τζ̆αι θα εγκαινιάσει όμως τζ̆είνα που άφηκεν ο Μιχάλης πας τον κανναβάτσον, πας το χαρτίν, πας τα ξύλα.
Disease and ignorance, τα σ̆ειρόττερα κακά, είπεν μου ο Μιχάλης όταν του εδιηγήθηκα τες ιστορίες της Αλεΐτα. Disease and Ignorance, τα σ̆ειρόττερα κακά, είπεν μου ξανά, όταν ο καρκίνος δεν του άφηκεν σχεδόν τίποτε, τζ̆αι παρόλον, εζήτησεν να τον πάρουμεν κωλοσυρτόν στο προεδρικόν τον Ιούλιον του 2011 όταν οι φασίστες αγανακτισμένοι εσύρναν πέτρες να ρίξουν τον Δημήτρην. Να της το πείτε τούτον της Αλεΐτα πον ναρτει να εγκαινιάσει την έκθεσην του Μιχάλη. Θα της αθθυμήσει σίουρα την Φρύνταν, που επίσης άφηκεν μιαν τελευταίαν φωτογραφίαν λλίες μέρες πριν το τέλος στην διαδήλωσην στο Μεξικόν που εζήταν ειρήνην για την Γουατεμάλαν το 1954.



Aleida Guevara: la medicina no puede ser un negocio, porque la vida de un ser humano no tiene precio. 

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Hommage à Tsitsanis


Σε έναν που τα ταξίθκια της επιστροφής του καλοτζ̆αιρκού, έδωκα στον Μιχάλην τον Κιρλιτσ̆ιάν έναν σιντί hommage à Tsitsanis.

Για χρόνια μετά, όποτε έρκουμουν εθώρουν τον να βασανίζει τη σκέψην του τζ̆αι να ζωγραφίζει μιαν μεγάλην ενότηταν σχετικήν με την Ελλάδαν. Έβαλλεν τον Τσιτσάνην να παίζει πας το μαγνητόφωνον τζ̆ι εζωγράφιζεν. Πάνω σε έναν που τους μεγάλους πίνακες έσ̆ει μιαν διαδήλωσην τζ̆αι πορτρέτα του Τσιτσάνη, του Άρη, του Ζαχαριάδη τζ̆αι μιας συνδικαλίστριας.

Δεν αθθυμούμαι αν ήταν η εποχή που ο Μιχάλης έκαμνεν εικόνες επί παραγγελίαν των καλοήρων για να φκάλει έναν μεροκάματον ή αν τον επιάσαν ήδη καθηγητήν της τέχνης στην Ακαδημίαν. Ακόμα τζ̆αι τον τζ̆αιρόν που έκαμνεν τους Αγίους των ορθοδόξων, στο περιθώριον των ωρών του, άρεσκεν του να κάμνει τους Αγίους μας τζ̆αι τους ποιητές μας εμάς.

- Ένας μόνον που τούτους ούλλους που έρκουνται δαμέσα, να διερωτηθεί ποιά εν η συντρόφισσα πας τον πίνακαν τζ̆αι να κάτσει να μελετήσει, θα είναι κκι̮άριν, είπεν μου μιαν ημέραν.

Έναν καλοτζ̆αίριν, όταν ήρτα πάλε Κύπρον, έδωκεν μου τον πίνακαν με έναν μέρος μεγάλου. Ήταν πάνω ο Τσιτσάνης τζ̆αι η δολοφονημένη συνδικαλίστρια. Πίσω γράφει Ορόκλινη 1998, με αγάπη Μιχάλης,



Με την ευκαιρίαν που αννοίει το εργαστήριον του Μιχάλη τζ̆αι για τον κόσμον φέτη το καλοτζ̆αίριν, έπιασα τζ̆ι επεριεργάζουμουν τους πίνακες του που έχω σπίτι.

Μέχρι σήμμερα ενόμιζα ότι η απεργία που έβαλεν ο Μιχάλης πας τον πίνακαν του Τσιτσάνη ήταν μια συνηθισμένη απεργία που είσ̆εν θύματα της καπιταλιστικής εξουσίας την ώραν που αγριέφκει. Ψάχνοτας τα γεγονότα, έμπηκα άθελα μου στες κρυφές συζητήσεις με τα "εάν" τζ̆αι με τα "γιατί" των καταδίκων επαναστατών μες στες φυλακές τζ̆αι στα ξερονήσια της εξορίας.


Η ιστορία δεν είναι γραμμική, έσ̆ει διχάλια, σταυροδρόμια, ανατροπές, πισωγυρίσματα. Ποιός ηξέρει πότε τζ̆αι σε ποιάν μορφήν η ανάγκη εν να γεννήσει ξανά μες τες ψυσιές των ανθρώπων έτσι ορμήν τζ̆αι έτσι πάθος για να γυρίσει ο κόσμος τζ̆αι να ξεφύγει ο άνθρωπος που τα δεινά στα οποία υποβάλλεται τζ̆αι υποβάλλει.

Ενώ γράφω τούτα τα λόγια, σκέφτουμαι την Σεβντάν, τον Χρίστον, την Χατιτσ̆έν, την Μαργαρίταν, τον Αντρέαν, τον Χακκάν τζ̆αι τον Μετκάν που τραουδούν την ίδιαν ώραν στην πράσινη γραμμήν για να γινεί ειρήνη τζ̆αι να ενωθεί ξανά ο τόπος, που επήεν η καρκιά του Μιχάλη καμένη που την διχοτόμισην τζ̆αι τον χωρισμόν των ανθρώπων. Σκέφτουμαι τους διότι όπως έγραψεν πας σε άλλον σχεδιούδιν που μου έδωσεν, εμάς που "δεν είμαστε ξένοι στην πατρίδα Κύπρο, η ειρήνη μας γράφεται με μικρά ονόματα...". Έγραψεν το το 1989 τζ̆αι ακόμα διαδηλώννουμεν με τα μικρά μας ονόματα...




Η εκδήλωση που θα αννοίξει το εργαστήριο του Μιχάλη Κιρλιτσ̆ιά θα γινεί στην Ορόκλινην στες 8 του Ιούλη τζ̆αι θα την τιμήσει ο πρόεδρος Χριστόφιας τζ̆αι η Αλείδα του Τσε Γκουεβάρα.